Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ηθική καταδίκη ή πολιτική στρατηγική;

Ο μόνος τρόπος για να παλέψει κανείς ενάντια στα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα είναι να πραγματευτεί τα ζητήματα που αυτά έχουν θέσει στην ατζέντα, δίνοντας μια προοδευτική απάντηση, ικανή να κινητοποιήσει τα κοινά συναισθήματα προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό θα έπρεπε να είναι το αντικείμενο ενός αριστερόστροφου λαϊκιστικού κινήματος που στοχεύει στην ανάκαμψη και τη ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας.

Της Σαντάλ Μουφ

Μετά την επιτυχία του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές εκλογές, τα ΜΜΕ μεταδίδουν τον φόβο ότι οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες κινδυνεύουν να κατακτηθούν από κόμματα της «Ακροδεξιάς» που επιδιώκουν την εγκαθίδρυση «φασιστικών» καθεστώτων. Γιατί όμως αυτός ο φόβος;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έρχονται αντιμέτωπες με μια κρίση αντιπροσώπευσης που εκδηλώνεται με την εντεινόμενη δυσαρέσκεια για τα κατεστημένα κόμματα και την άνοδο των αντισυστημικών κινημάτων. Αυτό αντιπροσωπεύει μια πραγματική πρόκληση για τη δημοκρατική πολιτική και μπορεί να οδηγήσει στην αποδυνάμωση των φιλελεύθερων - δημοκρατικών θεσμών.

Ωστόσο, ισχυρίζομαι ότι κατηγορίες όπως ο «φασισμός» και η «Ακροδεξιά» ή συγκρίσεις με τη δεκαετία του 1930 δεν επαρκούν για να κατανοήσουμε τη φύση αυτής της πρόκλησης. Αυτές υποδηλώνουν πως γινόμαστε μάρτυρες της επανεμφάνισης ενός φαινομένου που γνωρίζουμε καλά. Είναι η επιστροφή της «μαύρης πανώλης» που επηρεάζει τις κοινωνίες, όταν εκτίθενται στις οικονομικές δυσκολίες οι οποίες προκαλούν το ξέσπασμα παράλογων παθών. Ως εκ τούτου δεν θα χρειαζόταν καμιά ειδική εξέταση.

Βέβαια δεν είναι στις προθέσεις μου να αρνηθώ την ύπαρξη πολιτικών ομαδώσεων που μπορούν να χαρακτηριστούν της «Ακροδεξιάς». Ευτυχώς, είναι περιθωριακές και δεν απειλούν σοβαρά τους βασικούς μας θεσμούς. Υπάρχουν επίσης κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα ή το Jobbik στην Ουγγαρία με καθαρά «νεο-φασιστικό» χαρακτήρα. Όμως, δεν ισχύει το ίδιο για το FPO στην Αυστρία, το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν ή τα διάφορα δεξιά εθνικιστικά κόμματα που ανθούν τώρα στην Ευρώπη.

Διαφέροντας από την παραδοσιακή «ακροδεξιά», ο σκοπός αυτών των κομμάτων δεν είναι να ανατρέψουν τους φιλελεύθερων δημοκρατικούς θεσμούς ώστε να εγκαθιδρύσουν δικτατορία. Η στρατηγική τους έγκειται στην καθιέρωση ενός πολιτικού συνόρου μεταξύ «του λαού» και «του κατεστημένου» και χαρακτηρίζεται πιο αντιπροσωπευτικά ως «λαϊκιστική».

Νοούμενος ως ένας συγκεκριμένος τρόπος συγκρότησης του πολιτικού συνόρου, ο λαϊκισμός λαμβάνει πολλά προσωπεία με βάση τις διαφορετικές εθνικές συνθήκες και το πώς ορίζονται «ο λαός» και «το κατεστημένο». Κάποιοι λαϊκισμοί υπήρξαν φασιστικοί, όμως υπάρχουν και πολλές άλλες μορφές και δεν είναι όλες ασύμβατες με τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς.

Εκείνο που έχουν κοινό είναι η αντίθεσή τους ανάμεσά στον «λαουτζίκο» και «τους από πάνω», όμως αυτός ο τύπος κινητοποίησης μπορεί να επιφέρει εκδημοκρατισμό. Με αυτόν τον τρόπο, φερ’ ειπείν, το λαϊκιστικό κίνημα στις ΗΠΑ κατά τον 19ο αιώνα ήταν σε θέση να αναδιανείμει την πολιτική εξουσία προς όφελος της πλειοψηφίας, χωρίς να αμφισβητεί το σύνολο του δημοκρατικού συστήματος.

Βέβαια, πολλοί εξισώνουν τον λαϊκισμό με τον φασισμό και την Ακροδεξιά. Αυτή είναι εμφανώς η τακτική που χρησιμοποιούν σήμερα οι ελίτ για να αποκλείσουν όλες τις δυνάμεις που αμφισβητούν το «status quo». Προκειμένου να κατανοήσουμε την αυξανόμενη απήχηση των λαϊκιστικών κομμάτων, πρέπει να απορρίψουμε αυτή την απλουστευτική κατανόηση του θέματος.

Χωρίς να αποτελεί το προϊόν δημαγωγικών δυνάμεων, η «λαϊκιστική στιγμή» της οποίας γινόμαστε μάρτυρες συνιστά την έκφραση αντιστάσεων στη «μετα-δημοκρατική» συνθήκη που προκάλεσε η νέο-φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Την κατέστησε δυνατή η «μετα-πολιτική» συναίνεση που καθιερώθηκε μεταξύ της κεντρο-Δεξιάς και της κεντρο-Αριστεράς γύρω από την ιδέα πως δεν υπήρχε εναλλακτική στη νεοφιλελεύθερη τάξη.

Αυτή η «συναίνεση στο Κέντρο» ανήγαγε την πολιτική στη διαχείριση τεχνικών προβλημάτων, τα οποία έπρεπε να επιλύσουν οι ειδικοί. Με την επικράτηση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και τη συνακόλουθη ολιγαρχοποίηση των κοινωνιών μας, οι δύο κεντρικοί πυλώνες της δημοκρατικής ιδέας, η ισότητα και η λαϊκή κυριαρχία έχουν απονεκρωθεί.

Η ισότητα δεν συνιστά πια στόχο των κρατικών πολιτικών και οι πολίτες έχουν στερηθεί τον ρόλο τους στις αποφάσεις που αφορούν τις κοινές υποθέσεις. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα ευνοϊκό πεδίο για την άνοδο των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων. Αξιώνοντας ότι μιλούν «στο όνομα του λαού», αυτά τα κόμματα έχουν επιτύχει τη συνάρθρωση, με ένα ξενοφοβικό λεξιλόγιο, πολλών αιτημάτων, τα οποία αγνοήθηκαν από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που έχουν αποδεχτεί το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και συνεργούν στις πολιτικές του.

Η ταξινόμηση αυτών των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων ως «ακροδεξιών» ή «νεο-φασιστικών» διευκολύνει την παράβλεψη των αιτημάτων τους και αρνείται την αναγνώριση μιας δημοκρατικής διάστασης σε πολλά από αυτά. Η απόδοση της απήχησής τους σε έλλειμμα παιδείας ή στην επιρροή αταβιστικών παραγόντων είναι φυσικά ιδιαιτέρως βολικό για τις δυνάμεις της κεντρο-Αριστεράς. Τους επιτρέπει να αποφύγουν την αναγνώριση της δικής τους ευθύνης για την ανάδυσή τους.

Η απάντησή τους είναι η προστασία των «καλών δημοκρατών» ενάντια στον κίνδυνο των «παράλογων» παθών διά της καθιέρωσης ενός «ηθικού» συνόρου με σκοπό τον αποκλεισμό των «ακραίων» από τον δημοκρατικό διάλογο. Αυτή τη στρατηγική της δαιμονοποίησης των «εχθρών» της δικομματικής συναίνεσης μπορεί να είναι ηθικά παρήγορη, όμως πολιτικά οδηγεί στην αποδυνάμωση.

Για τον σχεδιασμό μιας σωστής πολιτικής απάντησης πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο μόνος τρόπος να καταπολεμήσουμε τον δεξιόστροφο λαϊκισμό είναι να δώσουμε μια προοδευτική απάντηση στα δημοκρατικά αιτήματα που εκείνοι εκφράζουν σε ξενοφοβική γλώσσα. Αυτό προϋποθέτει την αναγνώριση της ύπαρξης ενός δημοκρατικού πυρήνα σε αυτά τα αιτήματα καθώς και τη δυνατότητα, μέσω ενός διαφορετικού λόγου, συνάρθρωσής τους σε προοδευτική κατεύθυνση.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να διαμορφωθεί, αν δεν αποβάλουμε την ορθολογιστική ουσιοκρατική προσέγγιση που κυριαρχεί στη φιλελεύθερη δημοκρατική σκέψη. Μια τέτοια προσέγγιση μας αποτρέπει από το να αναγνωρίσουμε την απαραίτητη κομματική φύση της πολιτικής και τον κεντρικό ρόλο των συναισθημάτων στη συγκρότηση συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων.

Όταν αποκαλούμε «ακροδεξιά» ή «φασιστικά» τα κόμματα που απορρίπτουν τη μεταπολιτική συναίνεση είναι σαν να καταδικάζουμε εαυτούς σε πολιτική ανικανότητα. Ο μόνος τρόπος για να παλέψει κανείς ενάντια στα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα είναι να πραγματευτεί τα ζητήματα που αυτά έχουν θέσει στην ατζέντα δίνοντας μια προοδευτική απάντηση, ικανή τα κινητοποιήσει τα κοινά συναισθήματα προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αυτό θα έπρεπε να είναι το αντικείμενο ενός αριστερόστροφου λαϊκιστικού κινήματος που στοχεύει στην ανάκαμψη και τη ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας.

Είμαι πεπεισμένη πως τα επόμενα χρόνια ο κεντρικός άξονας της πολιτικής σύγκρουσης θα είναι μεταξύ δεξιόστροφου και αριστερόστροφου λαϊκισμού και επιβάλλεται οι προοδευτικοί τομείς να κατανοήσουν τη σημασία της εμπλοκής τους σε αυτόν τον αγώνα. Με τη συγκρότηση ενός άλλου λαού, μιας συλλογικής βούλησης που προκύπτει από την κινητοποίηση των παθών προς υπεράσπιση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι που θα καταστεί δυνατή η μάχη ενάντια σε ξενοφοβικές πολιτικές που προωθούνται από τον δεξιόστροφο λαϊκισμό.

Δημιουργώντας εκ νέου τα πολιτικά σύνορα, «η πολιτική στιγμή» που βλέπουμε στην Ευρώπη δείχνει προς μια «επιστροφή στο πολιτικό». Μια επιστροφή που μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για αυταρχικές λύσεις -μέσω καθεστώτων που αποδυναμώνουν τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς- αλλά που μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μια επανεπιβεβαίωση και εμβάθυνση των δημοκρατικών αξιών. Όλα εξαρτώνται από το είδος του λαϊκισμού που θα βγει νικητής στον αγώνα ενάντια στη μετα-πολιτική και τη μετα-δημοκρατία.

 

* Καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Ουέστμινστερ στο Λονδίνο. Την Πέμπτη, 15 Μαρτίου, στις 7 μ.μ. θα δώσει διάλεξη με τίτλο «Δημοκρατία και συναίσθημα» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Θεωρία στο Μέγαρο: φιλοσοφία, κριτική, ιστορία».

Μετάφραση: Έλενα Ψυλλάκου

 

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μέτωπο στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τις ευθύνες της για το προσφυγικό. Ευθύνες στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε, όχι λόγω του μεγέθους των προσφυγικών ροών ή των δυσκολιών στη διαχείρισή τους, αλλά...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο