Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μακεδονικό Ζήτημα: τα ιστορικά παράδοξα του μοντέλου της αυτοχθονίας

- Η συνέχεια στον 20ό αιώνα είναι γνωστή: αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο μια λύση όπως το Νovamacedonija, ενιαία λέξη για όλες τις χρήσεις θα μας προφύλασσε από την τάση του Σλαβομακεδονικού εθνικισμού να εδράζει τη μυθολογία του στο σχήμα της αυτοχθονίας και συνεπώς την ταυτότητά του με πολιτισμούς που προηγήθηκαν της έλευσης των Σλάβων, όπως για παράδειγμα τους αρχαίους Μακεδόνες.

Του Δημήτρη Σταματόπουλου*

Στην Ιστορία των Βαλκανίων υπάρχουν πολλά παράδοξα αλλά ένα από αυτά το βιώνουμε με μεγάλη ένταση τον τελευταίο καιρό. Ενώ δηλαδή ο «μακεδονισμός» των σλαβόφωνων πληθυσμών της κεντρικής Βαλκανικής, η συσχέτισή τους δηλαδή με τον παράγοντα της τοπικότητας, υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επίδραση του σερβικού και δευτερευόντως του ελληνικού εθνικισμού, για να τους αποσπάσει από την επιρροή των Βουλγάρων (επιρροή που βασιζόταν στον εθνοποιητικό παράγοντα της γλώσσας), σήμερα είναι η ελληνική πλευρά αυτή που αμφισβητεί τα αποτελέσματα της ως ένα βαθμό επιτυχούς προσπάθειάς της, σε συντονισμό με τους Βουλγάρους, που ποτέ δεν αποδέχθηκαν ότι ο «μακεδονισμός» μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από μια παραλλαγή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας!

Είναι ευρέως γνωστό ότι οι σλαβόφωνοι του μακεδονικού και του θρακικού χώρου υπήρξαν αντικείμενο διεκδίκησης από τρία μεγάλα εθνικά τόξα, από τρεις μεγάλους εθνικισμούς. Τον ελληνικό, ο οποίος ήθελε να φτάσει στον Αίμο και στην Κωνσταντινούπολη, τον Σερβικό, ο οποίος ήθελε να φτάσει τουλάχιστον μέχρι το Μοναστήρι ή και πιο χαμηλά μετά την Ανατολική Κρίση, μέχρι τη Θεσσαλονίκη, και φυσικά τον Βουλγαρικό, ο οποίος ήθελε να ελέγξει όλη την περιοχή της κεντρικής Βαλκανικής. Η κρίσιμη στιγμή είναι η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, όταν οι Βούλγαροι καταφέρνουν για περίπου έξι μήνες να αποκτήσουν το κράτος αυτό, με την υποστήριξη των Ρώσων. Όμως, η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου αναθεωρήθηκε από το συνέδριο του Βερολίνου το ίδιο έτος (1878), οι Βούλγαροι υποχώρησαν, η Ανατολική Ρωμυλία ανακηρύχθηκε αυτόνομη, αλλά υπήρχαν μεγάλα κομμάτια της Θράκης και της Μακεδονίας που θα συνεχίσουν να τα διεκδικούν μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μέσα λοιπόν από αυτόν τον τριπλό ανταγωνισμό έχουμε να κάνουμε με την ανάδυση μιας «νεομακεδονικής» εθνικής ταυτότητας, που διαμορφώθηκε στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα, αλλά έλαβε σκληρά χαρακτηριστικά ειδικά τα τελευταία 20-25 χρόνια, οπότε και μεγάλωσε μια γενιά πολιτικών και διανοουμένων στη γείτονα χώρα που δεν πιστεύει ότι το παρελθόν της πρέπει να αναχθεί απλώς στην έλευση των Σλάβων στα Βαλκάνια τον 5ο-6ο μ.Χ., αλλά πρέπει να πάει και πολύ πιο πίσω, στους αρχαίους Μακεδόνες, ή γενικότερα σε όλους τους πολιτισμούς που συνδέθηκαν με τον μακεδονικό χώρο. Η θέση αυτή ξεκινάει πάντα με ένα ρητορικό ερώτημα, που όμως είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να απαντηθεί, με βάση τις δημογραφικές κινήσεις αιώνων στην περιοχή: οι Σλάβοι αυτοί όντως ήρθαν, αλλά με ποιον αναμίχθηκαν;

Το μοντέλο αυτό της αυτοχθονίας έχει μεγάλες ομοιότητες με το αντίστοιχο βουλγαρικό που, παρ’ ότι υπήρξε περιθωριακό τον 19ο αιώνα, αναπτύχθηκε και ενσωματώθηκε στο κυρίαρχο βουλγαρικό εθνικό αφήγημα κατά τη διάρκεια του 20ού - παράλληλα δηλαδή ως ένα βαθμό με το σλαβομακεδονικό. Το βουλγαρικό μοντέλο αυτοχθονίας προσπάθησε να οικειοποιηθεί το αρχαίο θρακικό παρελθόν για προφανείς λόγους ανταγωνισμού με τον ελληνικό εθνικισμό, κυρίως στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής όξυνσης. Ιστορικά, ωστόσο, η βουλγαρική ιστοριογραφία ανακάλυπτε τη σημασία της θρακικής καταγωγής όταν ήθελε να αποδυναμώσει τους δεσμούς της με τη Ρωσία (σλαβική καταγωγή). Οι ανασκαφές, για παράδειγμα, στην Κοιλάδα των Θρακών Βασιλέων τις τελευταίες δεκαετίες, οι οποίες παίζουν τον ίδιο ιδεολογικό ρόλο για τη βουλγαρική εθνική ταυτότητα με τις ανακαλύψεις του Μανόλη Ανδρόνικου στη Βεργίνα, δεν μπορούν να αποσυσχετιστούν από μια απομάκρυνση της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής από τη Μόσχα.

Στην περίπτωση του ελληνικού εθνικισμού και αλυτρωτισμού του 19ου αιώνα, ο μικτός εθνολογικός χάρτης της Μακεδονίας και της Θράκης έθετε συνεχώς νέες προκλήσεις. Εδώ να θυμίσω ότι, στα πρώιμα γραπτά του, ακόμη και ο «εθνικός» ιστορικός, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (όπως και άλλοι συγγραφείς του 19ου αι.), αντιδιέστειλε Μακεδόνες και Έλληνες - και όχι ακριβώς για τους ίδιους λόγους που το έκανε στην αρχαιότητα ο Δημοσθένης, που θεωρούσε τον Φίλιππο βάρβαρο, γιατί οι Μακεδόνες είχαν βασιλεία, συνεπώς δεν ανήκαν στον κόσμο των πόλεων - κρατών. Κατά τον 19ο αιώνα, όταν και η ελληνική ιστοριογραφία ψαχνόταν για το πώς θα στήσει το σχήμα της δικής της συνέχειας, υπήρχε μια επιφύλαξη για το εάν οι βασιλείς της Μακεδονίας έπρεπε να ενταχθούν στο μεγάλο αυτό σχήμα ανάλογα με το πού έπρεπε να δοθεί έμφαση: στην αρχαιότητα ή στο Βυζάντιο. Τελικά, ο Παπαρρηγόπουλος στο ώριμο έργο του ενέταξε και τον Μακεδονικό Ελληνισμό σε αυτή την συνέχεια, ερμηνεύοντας τη Μάχη της Χαιρώνειας όχι ως τομή στην ιστορία του αρχαίου κόσμου αλλά ως εσωτερική τομή δύο διαφορετικών φάσεων του Αρχαίου Ελληνισμού. Παρ’ ότι η άποψη αυτή δεν έγινε εύκολα αποδεκτή ακόμη και στον προχωρημένο 19ο αιώνα από πολλούς πανεπιστημιακούς και διανοουμένους, η προοπτική της επέκτασης των συνόρων προς Βορράν επέβαλε τη διάκριση μεταξύ κλασικών κριτηρίων ορισμού της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Ο ελληνικός εθνικισμός κατάλαβε τη δύναμη αυτού του επιχειρήματος, να επικαλεστεί δηλαδή τον «αυτοπροσδιορισμό» για μια σειρά πληθυσμούς (σλαβικούς, βλαχικούς, αλβανικούς), των οποίων η γλώσσα λογικά θα τους έστρεφε στα χέρια των αντιπάλων. Γι’ αυτό και η ελληνική αντιπροσωπεία στο Συνέδριο της Ειρήνης μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είχε ως βασική της θέση ότι το θέμα της εθνικής ταυτότητας είναι θέμα αυτοπροσδιορισμού, στοχεύοντας ακριβώς στη σταδιακή τους ενσωμάτωση. Μόνο ένα είδος πληθυσμών δεν αποδείχθηκαν τελικά ενσωματώσιμοι για την κυρίαρχη λογική του ελληνικού αλυτρωτισμού: οι μουσουλμανικοί. Αλλά και οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της ελληνικής Μακεδονίας μετά τις παλινδρομήσεις της δεκαετίας του 1920, άλλοτε να αναγνωρίζονται ως βουλγαρικοί και άλλοτε ως σερβικοί, ήταν λογικό να ενισχύσουν τη σχέση τους με το στοιχείο της τοπικότητας, παρ’ ότι αυτό δεν εμπόδισε έναν δικό τους πολιτικό διχασμό στη δεκαετία του 1940 (μεταξύ «φιλοβουλγαρικής» Οχράνα και «σλαβομακεδονικού» ΝΟΦ).

Τέλος, θα λέγαμε ότι μια καμπή στον τρόπο με τον οποίο ο σερβικός εθνικισμός αντιμετώπισε τους πληθυσμούς αυτούς είναι ο πόλεμος μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων το 1885, δηλαδή αμέσως μετά την πράξη ενοποίησης της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία. Είχε αποκληθεί ένα είδος «αδελφοκτόνου πολέμου», γιατί για πρώτη φορά πολέμησαν μεταξύ τους Σλάβοι ομόδοξοι αδελφοί, δίνοντας τέλος στα πανσλαβιστικά όνειρα ενοποίησής τους (που θα επανέλθουν πολύ αργότερα, στο πλαίσιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Οι Βούλγαροι κατάφεραν να αποκρούσουν τη σερβική επίθεση στα δυτικά σύνορά τους δείχνοντας ότι η αλυτρωτική δυναμική τους σταμάτησε προσωρινά το 1878 και προβάλλοντας αξιώσεις για την ενσωμάτωση των σλαβοφώνων του μακεδονικού χώρου. Τότε η απάντηση από την πλευρά των Σέρβων υπήρξε πολύ ενδιαφέρουσα: ήταν μια απάντηση ιδεολογική. Σημαντικοί πολιτικοί και διανοούμενοί τους, όπως ο Στόγιαν Νοβάκοβιτς, προσανατολίστηκαν στο να αναπτύξουν την έννοια του Μακεδονισμού. Τη θέση δηλαδή ότι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί, ειδικά της κεντρικής Μακεδονίας, παρότι μιλούν μια δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, δεν είναι Βούλγαροι, αλλά Μακεδονοσλάβοι. Η σερβική διανόηση του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού παγίωσε τη χρήση αυτού του όρου μέσω του έργου του μεγάλου ανθρωπογεωγράφου Γιόβαν Τζβίζιτς.

Συνεπώς με κάποιον τρόπο και οι τρεις ανταγωνιστικοί εθνικισμοί συνέβαλαν στην επικράτηση αυτού του μοντέλου, επειδή ήθελαν να αποδυναμώσουν τη σημασία άλλων πιθανών εθνοποιητικών παραγόντων: ο ελληνικός για να επικαλεστεί τη «γραικομανία» αυτών των εκσλαβισμένων Μακεδόνων, ο σερβικός για να τους αποσπάσει από την επιρροή του βουλγαρικού εθνικισμού λόγω γλώσσας, αλλά και, παραδόξως, ο βουλγαρικός εθνικισμός, ο οποίος προσέφερε μια επεξεργασμένη εκδοχή του μοντέλου της αυτοχθονίας από τη Βουλγαρική Ακαδημία και ειδικά τα «θρακολογικά» της ινστιτούτα, το οποίο αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο και στη Μακεδονική Ακαδημία των Σκοπίων.

Ωστόσο, αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι μια κίνηση των Σέρβων ή των Ελλήνων από τα πάνω για να διαφοροποιήσουν τον πληθυσμό αυτό από τους Βουλγάρους, από τα κάτω υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα κίνηση: σλαβόφωνοι του μακεδονικού χώρου, που μετά το τέλος της Ανατολικής Κρίσης είτε έχουν μεταναστεύσει στη Σόφια κι έχουν επιστρέψει στη Μακεδονία είτε παραμένουν στα όρια του βουλγαρικού κράτους, αρχίζουν να σκέφτονται με ποιο τρόπο θα απελευθερώσουν τη γενέθλια γη. Εδώ είναι πολύ κρίσιμη η δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης, η οποία ιδρύθηκε το 1893 στη Θεσσαλονίκη, και η εσωτερική της σχάση. Παρ’ ότι στο καταστατικό του 1896 αναφέρεται ως βασικός στόχος η «αυτοάμυνα» του βουλγαρικού πληθυσμού, σε επόμενα καταστατικά, πριν και μετά το Ίλιντεν, η οργάνωση θα επιμείνει ότι πολεμά για την απελευθέρωση όλων των κατοίκων της Μακεδονίας ανεξαρτήτως εθνικότητας, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη ρήξη με τη Σόφια. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί δείχνει ότι ο Μακεδονισμός από τα κάτω καταρχάς είχε ως θεμέλιό του την τοπικότητα (locality) και όχι απαραίτητα άμεσα συνδεδεμένη με εθνικό προσδιορισμό. Η συνέχεια στον 20ό αιώνα είναι γνωστή: αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο μια λύση όπως το Νovamacedonija, ενιαία λέξη για όλες τις χρήσεις θα μας προφύλασσε από την τάση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού να εδράζει τη μυθολογία του στο σχήμα της αυτοχθονίας και συνεπώς την ταυτότητά του με πολιτισμούς που προηγήθηκαν της έλευσης των Σλάβων, όπως για παράδειγμα τους αρχαίους Μακεδόνες. Το παράδοξο βέβαια είναι ότι και όσοι προτείνουν αρχαιοπρεπή ονόματα της περιοχής του τύπου Δαρδανία, Παιονία κ.ο.κ. δεν καταλαβαίνουν ότι ενισχύουν αυτή την πλευρά του εθνικισμού των γειτόνων, αφού, ενώ προσπαθούν να επιλύσουν υποτίθεται το πρόβλημα της εθνικής τους ταυτότητας στην αρχαιότητα, τροφοδοτούν τη συζήτηση περί αυτοχθονίας.

* Καθηγητής Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών στο ΠΑΜΑΚ

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Τώρα δεν παίζουμε

Αυτή η κυβέρνηση τράβηξε μέχρι σήμερα έναν εξαιρετικά δύσκολο δρόμο. Εξελέγη με την εντολή να υλοποιήσει μια συμφωνία που δεν ήταν δική της. Είχε να διαχειριστεί μια κοινωνία εξουθενωμένη και...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο