Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ

Το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ, η πρόταξη και η εμπειρία της αριστερής πρότασης διακυβέρνησης της χώρας στις πιο δύσκολες στιγμές της μεταπολιτευτικής της περιόδου, αποτελεί πρωτίστως μια κοινωνική κατάκτηση. Από την άποψη της καταγωγής, μα και της πρακτικής.

Του Αντρέα Μπεντεβή

Υπάρχουν στιγμές που λειτουργούν ως ιστορικές τομές και συμπυκνώνουν ταυτόχρονα το τέλος μιας περιόδου και την απαρχή μιας νέας. Μεσολαβεί η αναγκαστική συνύπαρξη στοιχείων από αμφότερες τις περιόδους, σε μια έντονη διαπάλη επιβίωσης μεταξύ τους. Ορισμένες φορές η βαρύτητα και η ευρύτερη θέση αυτών των ιστορικών τομών στην εξελικτική πορεία ενός έθνους-κράτους διαπιστώνεται αργότερα. Η κατάκτηση της εκλογικής πρωτιάς εκ μέρους της Αριστεράς, η όλη της κυβερνητική πορεία μέχρι σήμερα ανταποκρίνεται σε μια τέτοια στιγμή. Είναι νωρίς να την κατατάξουμε ιστορικά, μα είναι ήδη και πολύ αργά, δεδομένων των αναγκαιοτήτων που εκφράζει και γεννά.

Για να υπολογίσει κανείς στην ακρίβειά τους την ποιότητα αυτών των αναγκαιοτήτων, χρειάζεται να εξέλθει των συνηθισμένων πλαισίων εκτίμησης της ιδιαίτερης αυτής δεκαετίας που βαίνει προς το τέλος της. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ο κεφαλαιοκρατικός κόσμος εισέρχεται σε διπλάσιο αριθμό ετών μιας πρωτόγνωρης κρίσης, ταυτόχρονα οικονομικής, πολιτικής, πολεμικής και ιδεολογικής. Στο βάθος διακρίνεται η ιστορική τεκτονική μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τη Δύση προς την Ανατολή. Μετατόπιση που αντανακλάται σε κάθε πτυχή των διεθνών εξελίξεων.

Η υπαγωγή της Ελλάδας στη μνημονιακή επιτροπεία δεν είναι καθόλου άσχετη με αυτήν τη διαδικασία. Επιπρόσθετα, ολοκληρώνει έναν προδιαγεγραμμένο κύκλο συνυφασμένο με όλες τις ιστορικές καθυστερήσεις και ματαιώσεις που συνοδεύουν τον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό από την αρχή της συγκρότησής του. Επίσης, και πάλι όχι άσχετα με τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις, στη χώρα μας η κοινωνική και πολιτική κρίση δεν εξελίχθηκε μόνο σε κρίση αντιπροσώπευσης, μα και σε καθολική κρίση ταυτότητας.

Εκτός και εάν μεσολαβήσουν έκτακτες εξελίξεις -καθόλου αδιανόητες με βάση το παρών διεθνές πλαίσιο- η κυβέρνηση τον ερχόμενο Αύγουστο θα σφραγίσει την τυπική έξοδο της χώρας από τη μνημονιακή επιτροπεία. Οπωσδήποτε, η έξοδος αυτή δεν αφορά μια στιγμιαία καταγραφή ή μια απόφαση, αλλά μπορεί να νοηθεί μονάχα σαν συνόψιση μιας πορείας προς την ομαλή επαναφορά της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας με όρους αξιοπρέπειας και ισοτιμίας. Επιστροφή που, δεδομένων των συνθηκών, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί πέραν του πλαισίου, όπως αυτό τίθεται από μια σειρά αντικειμενικές παγκόσμιες παραμέτρους.

Το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ, η πρόταξη και η εμπειρία της αριστερής πρότασης διακυβέρνησης της χώρας στις πιο δύσκολες στιγμές της μεταπολιτευτικής της περιόδου, αποτελεί πρωτίστως μια κοινωνική κατάκτηση. Από την άποψη της καταγωγής, μα και της πρακτικής. Μία κατάκτηση συνολικά του δημοκρατικού κόσμου, καθόλου αυτονόητη συγκριτικά με τους ευρύτερους ιδεολογικούς συσχετισμούς και το επίπεδο ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος. Αναμφίβολα, αποτελεί το μόνο προωθημένο και πολύπλευρο απόσταγμα των αγώνων της κοινωνίας να αντιστρέψει τους όρους της οικονομικής και πνευματικής χρεοκοπίας, στέλνοντας τον λογαριασμό εκεί που πρέπει: στους πολιτικούς διαχειριστές του χρεοκοπημένου μεταπολιτευτικού μοντέλου και έπειτα στην αυτοαποκαλούμενη εθνική τάξη, ιδιαίτερα στο πλέον κρατικοδίαιτο, παρασιτικό κομμάτι της και τις ευρύτερες κοινωνικές του συμμαχίες. Με λίγα λόγια στους βασικούς υπαίτιους της ιστορικής περιπέτειας που έχει εμπλακεί η χώρα.

Καμία λύση για το ελληνικό δράμα, από οποιαδήποτε ιδεολογικοπολιτική σκοπιά και αν το εξετάσει κανείς, δεν θα μπορούσε να είναι εφικτή δίχως τεράστιες μετατοπίσεις στο παραγωγικό, οικονομικό, καταναλωτικό και κοινωνικό μοντέλο της χώρας, ιδιαίτερα όπως αυτό συγκροτήθηκε την τελευταία 20ετία. Δίχως ριζική σύγκρουση με πολύμορφες ιστορικές παθογένειες και καθυστερήσεις -και βασικά δίχως ουσιαστική σύγκρουση με το πλέγμα της παράκεντρης εξουσίας του παρασιτισμού σοβαρών μερίδων της αστικής και μεσοαστικής τάξης.

Η εμπειρία της αριστερής διακυβέρνησης το αποδεικνύει στο έπακρο. Από αυτές ακριβώς τις συγκρούσεις έγινε κατορθωτό το δημοσιονομικό πλεόνασμα που επιτρέπει την ελάχιστη -ακόμα- αναδιανομή, όπως και την ανόρθωση της οικονομίας και του κρατικού μηχανισμού. Αυτές οι συγκρούσεις αναδεικνύουν, αντιθετικά, την καταδικασμένη απόπειρα των προηγούμενων μνημονιακών, κυβερνήσεων, να διαχειριστούν την χρεοκοπία της Ελλάδας δίχως να θίξουν στο ελάχιστο τα συμφέροντα της κοινωνικής συμμαχίας του 30% που εκφράζουν, κόντρα στα συμφέροντα της κοινωνικής πλειονότητας, θέτοντας σε άμεσο διαλυτικό κίνδυνο την ίδια την υπόστασή της.

Η θέληση εκ μέρους της κυβέρνησης να φέρει σε πέρας αυτές τις συγκρούσεις, τέλος, είναι που αντιστρέφει την -ήδη από τη μετεμφυλιακή περίοδο- εικόνα μιας χώρας-λάφυρο στα χέρια των πλέον παρασιτικών δυνάμεων εντός της, ένα βαρέλι δίχως πάτο, όπως απαξιωτικά διαπίστωναν ανά περιόδους ακόμα και οι ίδιοι οι διεθνείς «προστάτες» της.

Από αυτή την άποψη η κυβέρνηση κλήθηκε και καλείται, εκ των πραγμάτων, να διαχειριστεί καταστάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το κλασικό πλαίσιο που κινήθηκε ο αριστερός λόγος κατά την μεταπολιτευτική περίοδο. Καλείται, δηλαδή, να πάρει στα χέρια της ευθύνες και ζωντανές εκφάνσεις της ταξικής πάλης, όχι από την θέση του κατήγορου, αλλά από τη μεριά της διαχείρισης σε εθνοκρατικό φόντο. Όχι από το παράθυρο μιας παρελθοντικής ιδεολογικής κατασκευής, όχι από τη σκοπιά του εμπειρικού παρατηρητή των εξελίξεων, μα από εκείνην του επιταχυντή τους. Κάτι τελείως διαφορετικό που απαιτεί μια ολοκληρωτικά διαφορετική αντίληψη των κοινωνικών ανταγωνισμών.

Από τις συγκρούσεις αυτές παράγονται νέα ιδεολογικοπολιτικά δεδομένα σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Από την πρώτη στιγμή, τον Γενάρη του 2015, η εκλογική νίκη της Αριστεράς έγινε αντιληπτή, ιδιαίτερα από τη μεριά του κυρίαρχου εξουσιαστικού μπλοκ, σαν μια αδιανόητη ανωμαλία-διάρρηξη του μεταπολεμικού στάτους που αφηγούνταν πως η θέση της Αριστεράς περιορίζεται στη διαχείριση ενός κομματιού της αντιπολίτευσης και μιας ελεγχόμενης κοινωνικής αγανάκτησης.

Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει απολέσει ένα τεράστιο κομμάτι της εθνικής οικονομίας και των παραγωγικών της δυνάμεων, ούτε η ανάκτησή τους μέσα σε γρήγορα χρονικά διαστήματα είναι καθολικά επιτεύξιμη, ούτε και η ανακούφιση της κοινωνίας είναι μια εύκολη υπόθεση. Για την ακρίβεια, η μέχρι τώρα κυβερνητική πολιτική προσδιορίζεται από αυτές τις αναγκαιότητες.

 

Το στοίχημα για την κοινωνία των εργαζομένων εφεξής αφορά την υπέρβαση αυτών των αναγκαιοτήτων και την χάραξη νέων ιδεολογικοπολιτικών οριοθετήσεων. Την υπεράσπιση του δημόσιου χώρου, την οικειοποίηση, εκ μέρους της κοινωνικής πλειονότητας, του κράτους και των δομών πρόνοιας ∙ την αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού των Ελλήνων, την τονωτική και απρόβλεπτων θετικών επιπτώσεων μετάγγιση, ιδιαίτερα εκείνου του δυναμικού που βρίσκεται εκτός της χώρας. Η υπεράσπιση της εργασίας σαν αξία και σαν μέγεθος αποτελεί το πλέον κρίσιμο διακύβευμα -επιπλέον το κομμάτι που αφορά την οργανική συγκρότηση του ίδιου του κόσμου της εργασίας σαν ηγεμονική κοινωνική τάξη της χώρας- εγγυήτρια δύναμη του αγώνα της για την ιστορική της ολοκλήρωση.

Και υπό αυτή την έννοια, η νέα περίοδος για τη χώρα δεν συνιστά απλώς το πέρασμα σε μια νέα μεταπολίτευση. Συνιστά μια κατάκτηση, ένα καθολικά νέο πολιτικό σκηνικό, με νέες ταξικές-κοινωνικές σχέσεις εκπροσώπησης και με μετατόπιση του άξονα Δεξιάς-Αριστεράς, μετατόπιση ακόμα και των, εντός των ιδεολογικών στρατοπέδων, σταθερών ως σήμερα, αξιακών, ταξικών και ιδεολογικών καταβολών. Η έκβαση αυτού του ανταγωνισμού προς τα Αριστερά συνδέεται με την επιβεβαίωση και εδραίωση της κοινωνικής πλατφόρμας, όπως αυτή εξελίχθηκε και σε πρόταση διακυβέρνησης.

Αξίζει να λάβουμε αυτήν την κατάκτηση υπόψιν, σαν ένα ιδιαίτερο στάδιο κοινωνικού μετασχηματισμού ενός έθνους με κομβική ιστορική θέση στην παγκόσμια Ιστορία, ιδιαίτερα επειδή διατυπώνεται στους πλέον αποϊδεολογικοποιημένους καιρούς της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας σε διεθνές επίπεδο.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια