Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα μαρούλια, οι μεζονέτες και η κοινωνικοποίηση του κράτους

Ρενέ Μαγκρίτ, "H καλλιέργεια των ιδεών", 1927

Ούτως ή άλλως, στις μέρες μας η ελευθερία οριοθετείται ως ελευθερία δικαίου. Για να ρυθμιστεί κάτι, πρέπει να υπάρχει ανάγκη

΄Του Γεράσιμου Θεοδόση*

Ακολουθώντας την περίφημη «κατηγορική προσταγή» του Ιμάνουελ Καντ «Πράξε έτσι ώστε ό,τι κάθε φορά θελήσεις να μπορεί να ισχύσει και ως καθολικός νόμος», αποφεύγουμε το δικαϊκό ολίσθημα της κρατικοποίησης της κοινωνίας έχοντας ήδη διαβεί την «πύλη του νόμου». Ευκταία, δε είναι η εκούσια υποταγή μας στους κανόνες δικαίου, καθώς κατά τον Ζαν Ζακ Ρουσό μέσω αυτής μετατρέπεται «η δύναμη σε δίκαιο και η υποταγή σε καθήκον».

Στο μέτρο που διατηρούμε (και εντός δικαίου) την ικανότητα και δυνατότητα βούλησης και επιλογής, καθώς η κρατική μηχανή μας εξασφαλίζει ένα (αξιοσέβαστο) ποσοστό ελευθερίας από το δίκαιο που θέτει, αφενός εδραιώνεται το καθήκον υπακοής που έχουμε ως υποκείμενα δικαίου χωρίς να ελλοχεύει ο κίνδυνος μετάλλαξής μας σε αντικείμενα δικαίου, αφετέρου προτάσσεται της κρατικοποίησης της κοινωνίας η κοινωνικοποίηση του κράτους.

Κατά τον Αριστόβουλο Μάνεση, η εκούσια υποταγή μας στους κανόνες δικαίου αποτελεί τη λογική και συναισθηματική κατάληξη ποικίλων αιτίων και κινήτρων μας· μάλλον ανεξάντλητοι είναι οι λόγοι για τους οποίους υποτασσόμαστε στην κρατική εξουσία, επομένως μάλλον συγκυριακές και (διαρκώς) χρονικά προσδιοριζόμενες είναι και οι ελεύθερες (δικαίου) δράσεις μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το πρόσφατο παρελθόν μας, αποτελούν τα μαρούλια, συγκεκριμένα το εμπόριο μαρουλιών που ως γεωργικά προϊόντα, αποκτώμενα πρωτοτύπως (διά της παραγωγής και όχι διά της αγοράς), παρ' ότι κινητά («προϊόντα γης»), δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του εμπορικού δικαίου, ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής, αλλά μιας ακραιφνώς αστικής πώλησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Με άλλα λόγια, ο αγρότης που πουλά, ο ίδιος, στον τόπο του, ως συνήθως, τα μαρούλια που παράγει (χωρίς τη μεσολάβηση εργατών, βοηθών, μεταφορέων κ.λπ.) δεν διενεργεί εμπόριο, επομένως αφήνεται από τον νομοθέτη στην αυτορρύθμιση και την αυτοδυναμία του ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, στη μοίρα του. Ο νόμος δεν τον αναγνωρίζει ως έμπορο, όπως επίσης δεν αναγνωρίζει ως έμπορο και τον κατασκευαστή/πωλητή μεζονέτων, καθέναν εξ αυτών, βέβαια, για διαφορετικούς λόγους, με πρωτεύοντα εσαεί λόγο, την προστασία του εκάστοτε εμπόρου από κινδύνους στους οποίους εκτίθεται εμπορευόμενος.

Ό,τι είναι ακίνητο ή κινητό και δεν μπορεί να μεταφερθεί, ό,τι παράγεται ιδίαις δυνάμεις και δεν έχει κόστος αγοράς ή μεταποίησης δεν συνδέεται με κίνδυνο απώλειας (αγαθού ή εισοδήματος), άρα δεν είναι άξιο (ειδικής και εμπεριστατωμένης) έννομης προστασίας. Τα μαρούλια και οι μεζονέτες μας το αποδεικνύουν. Παλιότερα, ιδίως τα διατροφικά προϊόντα δύσκολα μπορούσαν να καταναλωθούν πέραν του τόπου παραγωγής τους, ενώ μόλις τον περασμένο αιώνα δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής διαμερισμάτων/μεζονέτων στα μεγάλα αστικά κέντρα -που φυσικά δεν αποσκοπούσαν στην ιδιοκατοίκηση, αλλά στη μεταπώληση και στο κέρδος-, ωθώντας βαθμηδόν τα δικαστήρια να αναγνωρίσουν τον εμπορικό χαρακτήρα αυτών των γεωργικών και κατασκευαστικών δραστηριοτήτων. Να τις ρυθμίσουν. Να μετακυλήσουν την εξουσία προς τα κάτω, καθιστώντας εν προκειμένω την ατομική βούληση ισότιμη της γενικής βούλησης.

Μπορεί το δίκαιο να είναι σε θέση, όπως είδαμε, να επιταχύνει ή να επιβραδύνει τις κοινωνικές εξελίξεις, δεν μπορεί όμως να τις δημιουργεί ή να τις εμποδίζει. Έτσι, για να παραμείνει εντός σκοπού, ρυθμίζοντας μια κοινωνική ύλη, οφείλει να την ομογενοποιεί και να την ενσωματώνει στο σύστημά του δια της νομοθετικής πρόβλεψης, εφόσον και όταν το υλικό της έχει προδήλως ωριμάσει. Η ratio κάθε νόμου πρέπει να προσδιορίζεται πλήρως από την ανάγκη ετερόνομης ρύθμισης, αποκλειόμενης μιας αυτοδύναμης εξυπηρέτησής της. Με την ίδια ωριμότητα και βραδύτητα πρέπει, βέβαια, να ενεργεί και ο δικαστής εφόσον και όταν του επιτρέπεται να υποκαθιστά τον νομοθέτη.

Άρα, τα μαρούλια και οι μεζονέτες δεν εκλαμβάνονται ως εκφάνσεις (νομοθετικής) ανεπάρκειας και ολιγωρίας, αλλά ως (ιστορικά) παραδείγματα μιας υγιούς κοινωνικοποίησης του κράτους. Διαφορετικά, είναι ορατός ο κίνδυνος παρεκτροπής που, λαμβάνοντας τη μορφή της κηδεμονίας, αφανίζει τη (θεμελιώδη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια) ελευθερία βούλησης και επιλογής. Ούτως ή άλλως, στις μέρες μας η ελευθερία οριοθετείται ως ελευθερία δικαίου. Για να ρυθμιστεί κάτι, πρέπει να υπάρχει ανάγκη. Μόνο κατά αυτό τον τρόπο, ανατρέχοντας στην περί ελευθερίας διδασκαλία του Μοντεσκιέ, είναι εφικτό μέσα σε ένα κράτος να μπορούμε «να κάνουμε αυτό που οφείλουμε να θέλουμε και να μην αναγκαζόμαστε να κάνουμε αυτό που δεν οφείλουμε να θέλουμε». Η επιθυμία μας για επιθυμία παραμένει αναλλοίωτη ανά τους αιώνες. Ούτε να θέλει ούτε να μπορεί το δίκαιο να την αναχαιτίσει πρέπει.

* Ο Γεράσιμος Θεοδόσης είναι συνταγματολόγος - συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια