Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αριστερά και ανεξαρτησία στην Καταλωνία: Ο ρόλος των προοδευτικών κινημάτων

Η όψιμη στροφή της Δεξιάς προς την ανεξαρτησία συμπίπτει με τις λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στην πολιτική λιτότητας και τις περικοπές κοινωνικών δαπανών που η ίδια είχε εφαρμόσει

Του Γιώργη - Βύρωνα Δάβου*

 

Απέναντι σε έννοιες όπως δικαιώματα, ανεξαρτησία, πάλη για αυτοδιάθεση των λαών, η Αριστερά έχει να επιδείξει πάντοτε προοδευτικά ανακλαστικά. Μολαταύτα δεν είναι λίγες οι φορές στην Ιστορία που τούτη η σπουδή της να διατρανώσει τις θέσεις της στήριξε αγώνες και συνθήματα, που αργότερα είτε στάθηκαν επιζήμιοι για όλους (βλέπε Ιράν) είτε οδήγησαν στη διάψευση των δικών της προσδοκιών.

Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, οδήγησαν και την ίδια σε μία αυτοαναφορικότητα, καθώς και στη συρρίκνωση της δύναμής της, ενώ καταρράκωσαν την αξιοπιστία της. Στην περίπτωση της Καταλωνίας υπάρχει ένας τέτοιος κίνδυνος, ιδίως για την τοπική Αριστερά, εάν αυτή δεν προλάβει να ορθοτομήσει προσεκτικά την κατάσταση που ξανοίγεται μπροστά της και να προλάβει στρατηγικά λάθη που ίσαμε τώρα την έχουν αποξενώσει από πιθανές «συμμαχίες» με ομοειδή κινήματα σε άλλες αυτόνομες περιοχές, που θα μπορούσαν με συντονισμένη κοινωνική και πολιτική πίεση στη Μαδρίτη να δώσουν «σάρκα και οστά» στο όραμα της ανεξαρτησίας.

Μια από τις μεγάλες παγίδες για την Αριστερά είναι να εκλάβει απομονωμένα, δηλαδή αφηρημένα, το θέμα της ανεξαρτησίας και, ως εκ τούτου, να παραγνωρίσει μία βασική διακρίνουσα, η οποία πρέπει να διέπει τη θεωρητική πλαισίωση του αγώνα, που (δανειζόμενοι την ορολογία του Λούτσο Κολέτι) ας μας επιτραπεί να την ορίσουμε ως «καθορισμένο αφηρημένο».

Η έννοια της ανεξαρτησίας ή της αυτοδιάθεσης θα πρέπει να επιδιώκεται όχι σαν μία αδιαμόρφωτη μελλοντική πραγματικότητα, όπως προτάσσει συνήθως η δεξιά λαϊκιστική και «ρομαντική» (à la Carl Schmitt: θεοκρατική) πρακτική, αλλά ως ένα πλήρως εξειδικευμένο πρόγραμμα δράσης, σύνθεσης δυνάμεων, θεμελίωσης κοινωνικών και κρατικών προγραμματικών δομών.

Το σύνθημα που προέταξε η δεξιά - κεντροαριστερή κυβερνητική συμμαχία, «Πρώτα ανεξαρτησία και μετά βλέπουμε», υπάρχει κίνδυνος να συμπαρασύρει και να ακυρώσει την όποια κινηματική δράση από τα κάτω πασχίζει να φέρει στο προσκήνιο η αντικαπιταλιστική CUP.

Ιδίως στην Καταλωνία η μεταφυσική της ανεξαρτησίας, που διαπερνά εγκάρσια ως προαιώνιος πόθος όλα τα κοινωνικά στρώματα, ενδέχεται να οδηγήσει στη μετατόπιση των κοινωνικών και πολιτικών επιτευγμάτων προς τα δεξιά. Και τούτο επειδή δίνεται η εντύπωση πως, έως τώρα, η «διαδικασία της ανεξαρτησίας» (όπως αποκαλείται από το αποσχιστικό κίνημα) έχει δρομολογηθεί υπό την καθοδήγηση μιας δεξιάς πλειοψηφίας. Μιας δεξιάς πλειοψηφίας που στο πρόσωπο του εξόριστου προέδρου Κάρλες Πουτζντεμόν έχει δημιουργήσει πλέον τους δικούς της «εθνικούς» ήρωες, μολονότι είχε προσέλθει όψιμα στον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Υπ’ αυτούς τους όρους, με δεδομένο ότι η θέση της στην Ε.Ε. δεν είναι εξασφαλισμένη και με τις μεγάλες επιχειρήσεις να φεύγουν, στην Καταλωνία η απόσχιση ενδέχεται να λειτουργήσει μετά την ανεξαρτησία υπέρ της πλήρους οικονομικής υποτέλειας, όπου η υπάρχουσα καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, αντί να ανατραπεί, θα διατηρηθεί υπό το βάρος των οικονομικών συνθηκών.

Ο βιαστικός και άκαμπτος τρόπος με τον οποίο επιτελέστηκε η όλη διαδικασία (και στον οποίο εγκλωβίστηκε και η αντικαπιταλιστική Αριστερά) τείνει να επιβάλει μία οριζόντια, χωρική ανεξαρτησία, όπου όμως όλοι δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα.

Είναι αναντίρρητο πως στην Ιστορία πολλά κράτη δεν δημιουργήθηκαν μόνον όταν υπήρχε σαφώς διαμορφωμένη και ζωηρή εθνική συνείδηση και ταυτότητα, αλλά όταν στην κατεύθυνση του λαϊκού αισθήματος συνέκλιναν και τα οικονομικά συμφέροντα ή οι τοπικές ελίτ. Φυσικά γνώμονας αυτών ήταν πάντοτε είτε να αυξήσουν είτε να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και το υπάρχον status quo.

Άλλωστε και στην Καταλωνία, όπως και σε πολλά άλλα μέρη (όπως η Φλάνδρα), οι ταυτοτικές διαφορές οξύνθηκαν ιδιαίτερα όταν η οικονομική κρίση έπληξε με σφοδρότητα τους έως τότε «βολεμένους» πληθυσμούς και ίσως κάποια από τα συμφέροντα (δεν είναι τυχαίο που το λαϊκίστικο σύνθημα της καταλανικής Δεξιάς είναι «η Μαδρίτη μας κλέβει, γιατί να τους πληρώνουμε»).

Ιδίως στην Καταλωνία η όψιμη μεταστροφή της Δεξιάς προς την ανεξαρτησία συμπίπτει με τις αντιδράσεις και τις λαϊκές κινητοποιήσεις, που κορυφώθηκαν το 2011, ενάντια στην πολιτική λιτότητας και τις περικοπές κοινωνικών δαπανών, που σε αγαστή σύμπλευση με την ισπανική κυβέρνηση και τις επιταγές της Ε.Ε. είχε η ίδια δεχτεί πρόθυμα να εφαρμόσει.

Παράλληλα τα οικονομικά σκάνδαλα μίας τέτοιας ελίτ, σε συνδυασμό με το στρεβλό οικονομικό μοντέλο (που σαν κατασκευαστικο-τουριστική βιομηχανία βασιζόταν στις κρατικές - αυτοδιοικητικές επιχορηγήσεις και τα ευρωπαϊκά προγράμματα), είχαν οδηγήσει τη Δεξιά, που μέχρι τότε όχι μόνον δεν μιλούσε για ανεξαρτησία, αλλά στήριζε και τις μειοψηφούσες κυβερνήσεις του Αθνάρ στο ισπανικό Κοινοβούλιο, να αλλάξει γραμμή πλεύσης και να απαλλοτριώσει το εθνικ(ιστικ)ό συναίσθημα του καταλανικού λαού.

Το πιο ανησυχητικό όμως σύμπτωμα, που ενδέχεται να οδηγήσει σε μία μετατόπιση προς το πιο συντηρητικό στρατόπεδο των διεκδικήσεων, είναι η σχεδόν εχθρική στάση που τηρούν μεταξύ τους οι παρατάξεις της Αριστεράς. Η εχθρότητα εκπέμπεται ιδίως από την πλευρά της αντικαπιταλιστικής CUP, που στηρίζει τη συγκυβερνώσα παράταξη στην πορεία προς την ανεξαρτησία.

Η προσεκτική στάση που τηρούν οι Podemos και η Barcelona en Comú της δημάρχου της Βαρκελώνης Άντα Κολάου υπέρ μίας διαδικασίας εντός συνταγματικού πλαισίου, που θα οδηγήσει αρχικά σε μεγαλύτερη αυτονομία (δηλαδή σε μία νομιμότητα) και κατόπιν στη νομιμοποίηση των επιδιώξεων, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως προδοτική στάση.

Ο διχασμός της Αριστεράς βρίσκεται προ των πυλών και, εξαιτίας του μίσους που ενσταλάζεται εντός του κινήματος, κινδυνεύει να χαθεί η διείσδυσή της στην κοινωνία, όπως αυτή επιτεύχθηκε στο κίνημα των πλατειών και τους αγώνες κατά των εξώσεων και υπέρ του δημοσίου χώρου και της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει μια θεμελιώδης πρόταση που θα τοποθετείται ταυτόχρονα υπέρ της προάσπισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των πόθων ενός λαού, αλλά και υπέρ της οικοδόμησης μίας εναλλακτικής απέναντι στην πολιτική της Δεξιάς. Στην ουσία ο καταλανικός λαός (όπως και οποιοσδήποτε άλλος σε μία παρόμοια κατάσταση) δεν έχει άλλη επιλογή παρά εκείνη που υποδείκνυε στις μακρινές ημέρες του τέλους της Βαϊμάρης (της οικονομικής κρίσης και της ανόδου του ναζισμού) ο πολύς Καρλ Κράους: «Ανάμεσα στα δύο κακά εγώ δεν επιλέγω κανένα (πολεμάω και τα δύο)».

Για τούτο είναι απόλυτη ανάγκη μία σαφής διατύπωση των αιτημάτων και των διεκδικήσεων. Είναι αναγκαίο: α) Από αφηρημένα εννοιολογικά σχήματα (ενός λαϊκιστικού διχασμού ανάμεσα σε ένα «εμείς» και «αυτοί» ή χειρότερα σε μία σμιτιανή διάκριση «εχθρού» και «φίλου») να μεταφραστούν σε συγκεκριμένες πρακτικές, όχι μόνον έκφρασης, αλλά και υλοποίησης της volonté générale του συγκεκριμένου λαού. β) Να ληφθούν υπ’ όψιν οι ιδιαιτερότητες αυτής της γενικής βούλησης (των κινητοποιήσεων κατά των τραπεζών και της δεξιάς κυβέρνησης).

Όλα τούτα πρέπει ν’ αναδειχθούν στο έπακρο, να τονιστεί κοντολογίς η ταξική πολιτική διάσταση ενός αγώνα για κάτι περισσότερο από μία ανεξαρτησία «στα χαρτιά», βασισμένη στα επαχθή δάνεια (για να σταθεί η χώρα) που θα διαιωνίσουν και την καθηγεμόνευσή της από τις τοπικές ελίτ.

Το πλεονέκτημα που προσφέρει η κρίση είναι πως το αίτημα για οργάνωση από τα κάτω, για μία πραγματική λαϊκή κυριαρχία, μπορεί να υπερτονιστεί και να προταθεί από τις οργανωμένες κινητοποιήσεις και δράσεις, με σαφή προγράμματα κι όχι απλώς με συνθήματα. Αυτές οι κινητοποιήσεις διαθέτουν τη δυναμική και για τη διαμόρφωση μίας δημοκρατικότερης αντιπροσώπευσης και δημιουργίας ανάλογων δομών. Και ακριβώς τούτη η δυναμική θα πρέπει να υπογραμμιστεί και να προωθηθεί.

Βασικά η Αριστερά θα πρέπει να ετοιμαστεί για να περάσει από την επαναστατική στην οργανωτική και καταστατική φάση του αγώνα.

 

* Δρ Φιλοσοφίας / Γλωσσολογίας

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια