Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ευρώπη 2017: Πού βαδίζουμε;

Χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα από έναν συντονισμό σε επίπεδο ρυθμίσεων ή μια αποκλειστικά χρηματοοικονομική διακυβέρνηση. Χρειαζόμαστε πολιτική ενότητα και θεσμική εκπροσώπηση του γενικού συμφέροντος, το οποίο δεν σημαίνει ομοφωνία χωρίς αντιπαράθεση ή ποικιλομορφία.

Του Ετιέν Μπαλιμπάρ2

(Κύριο μέρος της ομιλίας κατά την παραλαβή του Βραβείου Πολιτικής Σκέψης Χάνα Άρεντ στη Βρέμη την 1η Δεκεμβρίου 2017)

 

Χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα από έναν συντονισμό σε επίπεδο ρυθμίσεων ή μια αποκλειστικά χρηματοοικονομική διακυβέρνηση. Χρειαζόμαστε πολιτική ενότητα και θεσμική εκπροσώπηση του γενικού συμφέροντος, το οποίο δεν σημαίνει ομοφωνία χωρίς αντιπαράθεση ή ποικιλομορφία.

Στόχος πρέπει να είναι η επινόηση μιας νέου τύπου ομοσπονδίας που δεν θα καταργεί την εθνικότητα, και δεν θα συνιστά υποκατάστατο αυτής, αλλά θα μετασχηματίζει τη σημασία και τη λειτουργία της στο πλαίσιο μιας μοιρασμένης κυριαρχίας.

Περισσότερο και από έναν Ζαν Μονέ, έναν Σαρλ Ντε Γκολ ή ακόμα και έναν Βίλι Μπραντ, χρειαζόμαστε κατά τη γνώμη μου έναν Αλτιέρο Σπινέλι ή μία Ούρσουλα Χίρσμαν, αλλά επί δέκα ή εκατό, ικανούς να συντάξουν μαζί κάτι σαν ένα νέο Μανιφέστο του Βεντοτένε.

 

Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου που με τιμάτε σήμερα με το Βραβείο Χάνα Άρεντ. Ποτέ, φυσικά, δεν περίμενα ότι θα κρινόμουν άξιος αυτού. Και ωστόσο, δεν μπορώ να συγκρατήσω ένα αίσθημα υπερηφάνειας βλέποντας το έργο μου να συνδέεται έτσι με το όνομα μιας γυναίκας, μιας φιλοσόφου, μιας διανοούμενης για την οποία νιώθω απέραντο θαυμασμό.

Εν προκειμένω, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ και πάλι σήμερα για ποιους λόγους, όταν ήμουν νέος, το δεύτερο μέρος του έργου της Χάνα Άρεντ “Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού” αφιερωμένο στον «Ιμπεριαλισμό», όπου περιλαμβάνεται η ανάλυση για την «Παρακμή του έθνους - κράτους και το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου» αφαιρέθηκε από τη γαλλική μετάφραση. Εντυπωσιάζομαι, παρ’ όλα αυτά, από την ισχύ που επιδεικνύει σήμερα αυτή η προβληματική, διαπερνώντας όλες τις παρεμβάσεις που αφορούν το ζήτημα των «χωρίς κράτος» και των «μη προσώπων»3, προσφύγων και μεταναστών, αντλώντας από αυτή επιχειρήματα για μια επέκταση της ιδιότητας του πολίτη πέρα από το έθνος-κράτος, σε μια προοπτική κοσμοπολιτική ή καλύτερα δια-εθνική.

Αρχικά, θα περιγράψω αυτό που προτείνω να ονομαστεί ως o ευρωπαϊκός διπλός δεσμός (double bind): το γεγονός ότι το πολιτικό οικοδόμημα της Ευρώπης είναι σήμερα συγχρόνως απαραίτητο προς όφελος των πληθυσμών της αλλά και του κόσμου και μη βιώσιμο με τις μορφές που έχει αποκτήσει. Στη συνέχεια, θα εξετάσω την πιθανότητα μιας επανίδρυσης της Ευρώπης, αίτημα το οποίο ακούγεται από πολλές πλευρές, αν και με αντιφατικό τρόπο και, κυρίως, στα δικά μου μάτια, με ανεπαρκή ριζοσπαστικότητα.

Μια πολιτική κοινότητα, σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν συγκροτείται, δεν μπορεί να αντέξει ούτε κατά κύριο λόγο να αναπτυχθεί εάν τα θεμέλια της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητάς της δεν επανενεργοποιούνται διαρκώς. Η άποψη αυτή, που είχε διατυπωθεί άλλοτε με αφορμή τις πόλεις-κράτη ή τα έθνη - κράτη ισχύει επίσης και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διερεύνηση, ωστόσο, της παρούσας κατάστασης οδηγεί σε μια καταφανή αντίφαση, για την οποία το μεγάλο ερώτημα αφορά το για πόσο καιρό θα εξακολουθήσει να παραμένει βιώσιμη. Από τη μία πλευρά, είναι σαφές ότι «εμείς», οι Ευρωπαίοι πολίτες (το οποίο σημαίνει όσοι κατέχουν την εθνικότητα όλων των κρατών - μελών της Ε.Ε., όπου θα προσέθετα το σύνολο των κατοίκων στην ευρωπαϊκή «επικράτεια»), χρειαζόμαστε μακροπρόθεσμα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, είτε με τη σημερινή είτε με τροποποιημένη μορφή.

Από εκεί πηγάζει και μια πρώτη σειρά λόγων για τους οποίους το μέλλον μας τίθεται σε πλαίσιο αναπόφευκτα ευρωπαϊκό: λόγοι γεωπολιτικοί, αλλά επίσης σχετικοί με την κοσμοοικονομία και την παγκόσμια οικολογία. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την αρχή της νεωτερικής εποχής μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, η Ευρώπη επέβαλε σε ολόκληρο τον κόσμο μια κυριαρχία από την οποία άντλησε τα πλούτη της και τις δυνατότητες πολιτισμού της. Αλλά σήμερα έχει «επαρχιοποιηθεί» ή, ακριβέστερα, εγγράφεται σε μια ημι-περιφέρεια της παγκόσμιας ιστορίας και οικονομίας. Έχοντας βρεθεί στο περιθώριο «του μεγάλου παιχνιδιού» της ηγεμονίας που παίζεται πλέον ανάμεσα στην Αμερική και την Ασία, παραμένει εκτός των ζωνών υπερεκμετάλλευσης και θανάτου στον Νότο και στα Ανατολικά της Μεσογείου, όπου εντούτοις εμπλέκεται με τις επενδύσεις της, τις ένοπλες επεμβάσεις της, τις συνοριακές επιχειρήσεις της και τις ανταλλαγές πληθυσμών. Αν δεν θέλουμε οι νέες ηγεμονικές συγκρούσεις να χρησιμοποιούν την εργασία και τις ζωές μας σαν απλή εφεδρεία, αν θέλουμε η Ευρώπη να έχει βαρύνουσα σημασία στον ορισμό των κανόνων του διεθνούς δικαίου και στη θέσπιση συστημάτων προστασίας ελλείψει των οποίων το περιβάλλον θα καταστραφεί και η ζωή στη Γη σταδιακά θα σβήσει, αν τελικά επιθυμούμε να επιβάλουμε τις εμπορικές και τραπεζικές ρυθμίσεις που θα επιτρέψουν τη διασφάλιση και την προσαρμογή του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα από έναν συντονισμό σε επίπεδο ρυθμίσεων ή μια αποκλειστικά χρηματοοικονομική διακυβέρνηση όπως υφίστανται σήμερα. Χρειαζόμαστε πολιτική ενότητα και θεσμική εκπροσώπηση του γενικού συμφέροντος, το οποίο δεν σημαίνει ομοφωνία χωρίς αντιπαράθεση ή ποικιλομορφία.

Αυτό έγκειται κατ’ αρχάς στο γεγονός ότι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης των ετών 2007 έως 2010 προκάλεσαν δραματική αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των εδαφικών επικρατειών και των κοινωνικών τάξεων, από τη μια άκρη της ηπείρου ώς την άλλη, τόσο σε εισοδηματικούς όρους όσο και σε ασφάλεια εργασίας, καθώς και σε υπερχρέωση ατόμων και συλλογικοτήτων, όπως το επισημαίνει σωστά ο Βόλφγκανγκ Στρέεκ (ο οποίος, δυστυχώς, αποκομίζει μη ρεαλιστικές και συντηρητικές πολιτικές συνέπειες).

Η οικονομική κρίση μετασχηματίστηκε στη συνέχεια σε κρίση πολιτική, ακόμη και σε κρίση του πολιτικού θεσμού στην Ευρώπη. Αυτό διαφαίνεται από την τάση για θέσπιση ολοένα και πιο τεχνοκρατικών και αυταρχικών διαδικασιών διακυβέρνησης, στις οποίες η εκπροσώπηση των πολιτών δεν μετράει πλέον πραγματικά, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, και των οποίων η συνέχεια κατά συνέπεια αναστέλλεται στην εξαιρετικά εύθραυστη βάση της νομιμότητας των αποτελεσμάτων (output legitimacy). Το αντιπροσωπευτικό σύστημα πνέει τα λοίσθια και τα κράτη γίνονται μη κυβερνήσιμα, όπως βλέπουμε στην Αγγλία ή, με δραματικό τρόπο αυτές τις ημέρες, στην Ισπανία. Το ότι αυτή η μη κυβερνησιμότητα αγγίζει επίσης τη Γερμανία, τη χώρα που μέχρι πρόσφατα ακόμα εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως μοντέλο αποτελεσματικότητας και νομιμότητας, προς μίμηση παντού, αποτελεί ένα συμβολικό γεγονός ιδιαίτερα εντυπωσιακό και την ίδια στιγμή μια άμεση απειλή για τη σταθερότητα της Ε.Ε.

Η μη κυβερνησιμότητα είναι η αντίθετη πλευρά του αυταρχικού απο-εκδημοκρατισμού (dé-démocratisation), αλλά παράγει ίδια σε αυτήν αποτελέσματα. Καταλήγει, λοιπόν, όχι μόνο σε αυτό που αποκαλείται συγκεχυμένα «λαϊκισμός», αλλά στην ξενοφοβική βία και σε μια αυθεντική αναγέννηση του φασισμού, ή μάλλον (γιατί πρέπει να αποφεύγουμε μηχανιστικές μεταφορές από τη μία κατάσταση στην άλλη) στη συγκρότηση ενός νεοφασισμού στην Ευρώπη, με αποσπάσματα περισσότερο ή λιγότερο ισχυρά και επιθετικά σε κάθε χώρα.

Επιμένω σ’ αυτό τον όρο αφενός επειδή διακρίνω έναν μεγάλο κίνδυνο για τις κοινωνίες μας της σχετικής ανεκτικότητας και ελευθερία, και αφετέρου διότι και μόνο η ιδέα του εθνικισμού γεννά την ψευδαίσθηση ενός πισωγυρίσματος προς μια πολλαπλότητα συλλογικών παθών και συμφερόντων που προηγείται της ενότητας. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει κανένα πισωγύρισμα: υπάρχει μια φυγή μπροστά, προς μια παθολογία της ευρωπαϊκής ενότητας στην οποία κυρίως επιζητείται η υπέρβαση των εχθρικών ταυτοτικών αισθημάτων των μεν προς τους δε μέσω της κατασκευής ενός «δημόσιου εχθρού», που θα ήταν κοινός για το σύνολο των ευρωπαϊκών λαών, συντήκοντας όλες τις εθνοτικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές που απορρέουν από το τέλος της αποικιοκρατίας και τη μετανάστευση (στις οποίες προστίθεται σήμερα το «πρόβλημα των προσφύγων», παρά τα αξιοθαύμαστα παραδείγματα αλληλεγγύης που δίνουν ή έδωσαν κάποιες χώρες, κάποιες πόλεις, κάποιες ακτιβιστικές οργανώσεις).

Γι’ αυτό λέω ότι η Ευρώπη είναι παγιδευμένη σε έναν διπλό δεσμό (double bind). Η οιονεί ομοσπονδιακή δομή μέσω της οποίας εκφράζεται η κοινότητα συμφερόντων και νομικών κανόνων των πληθυσμών της είναι πρακτικά αμετάκλητη: το έχουμε δει ήδη στην αδυναμία να εκτοπιστεί η Ελλάδα από την Ευρωζώνη, όπως το βλέπουμε και σήμερα στην αδυναμία του Ηνωμένου Βασιλείου να βγει από την Ένωση χωρίς απώλειες. Όμως η σύζευξη των αυξανόμενων ανισοτήτων που κάνουν τις κοινωνίες να εκρήγνυνται, της μη κυβερνησιμότητας, που δεν καταφέρνει πλέον να κρυφτεί πίσω από την «εναλλαγή» ή τον «μεγάλο συνασπισμό» των κεντρώων κομμάτων, του τεχνοκρατικού αυταρχισμού, που γεννά ένα όλο και πιο ανυπέρβλητο χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων, και των εθνικισμών που συναντιούνται στη δυνητική βία εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, όλα αυτά εκβάλλουν στην υπαρξιακή κρίση της πολιτικής μορφής στην Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποπροσανατολισμένη, περιμένει την επόμενη χρηματοοικονομική κρίση για να μάθει αν θα επαληθευτούν όσοι προβλέπουν πως θα έχει την ίδια τύχη με τη Σοβιετική Ένωση - το άλλο μεγάλο σχέδιο υπέρβασης των ορίων του έθνους - κράτους στην Ιστορία της ηπείρου.

Γι’ αυτό λοιπόν, το δίχως άλλο, γίνεται τόσος λόγος σήμερα, εντός της πολιτικής τάξης και των ειδικών, για την ανάγκη μιας «επανίδρυσης».

Το πιο συνεκτικό σχέδιο το καταθέτει σήμερα ο Γάλλος Πρόεδρος, αφού είχε πρώτα κατατεθεί από τους Γερμανούς συντηρητικούς (με το μνημόνιο μεταξύ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Καρλ Λάμερς το 1994): συνίσταται στην «ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυρήνα» (Kerneuropa) γύρω από τις χώρες της Ευρωζώνης που θα δέχονταν να θέσουν ένα μεγαλύτερο τμήμα των πόρων τους στο κοινό ταμείο ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, δηλαδή ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, υποκείμενου σε μια ενισχυμένη πειθαρχία σχετικά με το δημόσιο χρέος, αλλά προς χρήση «αντικυκλικών» πολιτικών μακράς πνοής, επεξεργασμένων, αν όχι και σχεδιασμένων, από κοινού. Συνοδεύεται λοιπόν από την επισημοποίηση μιας «μεταβλητής γεωμετρίας» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και καθώς ένα τέτοιο σχέδιο, είναι φανερό, επανέρχεται για να καθιερώσει την οιονεί κυριαρχία των χρηματοοικονομικών θεσμών, πρέπει -τουλάχιστον στις φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές παραλλαγές του- να του παράσχουμε τις δημοκρατικές διορθώσεις που θα μπορούσαν να του προσδώσουν ένα πλεόνασμα νομιμότητας. Αυτό που οι υποστηρικτές της εν λόγω πρότασης σε γενικές γραμμές φαντάζονται με τη μορφή μιας ειδικής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, που θα ερχόταν να προστεθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή θα ήταν η έκφραση των εθνικών κοινοβουλίων.

Αντιλαμβάνομαι προφανώς το επιχείρημα περί ορθολογικότητας που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε υπέρ ενός τέτοιου σχεδίου: κατάγεται από την ιδέα ότι η οικονομική διακυβέρνηση, σύμφωνα με μια τάση παρούσα από το μεταπολεμικό οικοδόμημα ήδη, είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η «διακυβέρνηση» της Ευρώπης, από την οποία απορρέουν οι κοινωνικές και θεσμικές συνέπειες της ένταξης. Κατά συνέπεια, είναι επίσης και ένας τρόπος να αναγνωρίσουμε ότι, στην εποχή της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, η οικονομία και η πολιτική δεν συνιστούν πλέον δύο διαχωρισμένες «σφαίρες», έτσι ώστε μια πρόοδος προς την ομοσπονδιακότητα που δεν θα θεμελιωνόταν πάνω στην ενοποίηση των οικονομικών πολιτικών (και της νομισματικής τους βάσης), δεν θα είχε καμία πιθανότητα υλοποίησης. Ισχύει, αλλά δεν είναι κατά κανέναν τρόπο επαρκές για να εξασφαλιστεί η αμοιβαία λειτουργία, δηλαδή ο πολιτικός έλεγχος της οικονομικής διακυβέρνησης σε μορφές αρκούντως δημοκρατικές, ώστε να εγκαθιδρύσουν τη νομιμότητα του «κυρίαρχου». Στην πραγματικότητα, αυτό το σχέδιο εμπεριέχει δύο μείζονα μειονεκτήματα: το πρώτο είναι ότι διατηρεί την εκπροσώπηση των πολιτών σε μια συμβουλευτική λειτουργία, όπου η λογική των «επιβεβλημένων» από τη συγκυρία και «επικυρωμένων» από το εκτελεστικό διευθυντήριο αποφάσεων δεν μπορεί στ’ αλήθεια να συζητηθεί ή να αμφισβητηθεί· το δεύτερο είναι ότι εγκαθίσταται ένα νέο χάσμα μεταξύ βαθμίδων ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά συνέπεια σπέρνει στο σύνολο της Ένωσης τα ζιζάνια της μνησικακίας και της ενίσχυσης των εθνικισμών. Δεν πρόκειται για επανίδρυση, αλλά για μια αύξηση των ήδη υπαρχουσών τάσεων προς τη συγκέντρωση των εξουσιών και την ηγεμονία κάποιων κρατών πάνω στα άλλα.

Εντέλει, αν η ιδέα της επανίδρυσης βρίσκεται πράγματι στην ημερήσια διάταξη, πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με πιο ριζοσπαστικό τρόπο. Πρέπει να αναρωτηθούμε ποιες θα ήταν οι πολιτικές προϋποθέσεις μιας ιστορικής επανίδρυσης. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε τουλάχιστον πέντε, ποιοτικά διαφορετικές.

Η πρώτη αφορά το υλικό συμφέρον των ευρωπαϊκών λαών, ή της μεγάλης πλειονότητάς τους, να συστήσουν στον σημερινό κόσμο ένα ενεργητικό σύνολο απέναντι στις τάσεις και τις συγκρούσεις για την εξουσία της παγκοσμιοποίησης, έτσι ώστε να μετασχηματίσουν τους συσχετισμούς δύναμης προς όφελος των πολιτών. Ανέφερα και παραπάνω ότι μου φαίνεται πως αυτό το συμφέρον συμπίπτει με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ενίσχυση μιας Ευρώπης της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», ιδίως στο πεδίο των χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων και της περιβαλλοντικής προστασίας. Σ’ αυτά, μια τραγική επικαιρότητα επιβάλλει να προσθέσουμε επειγόντως μια ανανεωμένη δυνατότητα διαμεσολάβησης στους πολυάριθμους κοντινούς και μακρινούς, κηρυγμένους και ακήρυχτους πολέμους, αναζωογονώντας το Διεθνές Δίκαιο.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ένας θεσμικός στόχος που θα αποτελούσε ως τέτοιος μια ιστορική καινοτομία. Σκέφτομαι πως αυτός ο στόχος θα χρησίμευε για να βγούμε επιτέλους από την κατάσταση της ψευδο-ομοσπονδίας που υπάρχει σήμερα με τη μορφή μιας στενής αλληλεξάρτησης μεταξύ των οικονομιών, των εδαφικών επικρατειών και των πολιτισμών, αλλά την αρνείται συστηματικά ο επίσημος λόγος. Στόχος πρέπει να είναι η επινόηση μιας νέου τύπου ομοσπονδίας που δεν θα καταργεί την εθνικότητα και δεν θα συνιστά υποκατάστατο αυτής, αλλά θα μετασχηματίζει τη σημασία και τη λειτουργία της στο πλαίσιο μιας μοιρασμένης κυριαρχίας.

Η τρίτη προϋπόθεση είναι ένα πολιτικό ιδανικό, προς το οποίο ο στόχος της ομοσπονδίας μπορεί να προσανατολιστεί και με το οποίο η επιτυχία της πραγματοποίησής της μπορεί να μετρηθεί. Το ιδανικό αυτό δεν θα μπορούσε να αρκεστεί στην τυπική διατήρηση της δημοκρατίας επιχειρώντας να αντισταθεί κατά το δυνατόν σε «μεταδημοκρατικές» μορφές, που φαίνεται να επιφέρουν αναπόφευκτα τη συγκέντρωση των οικονομικών, πληροφοριακών, στρατιωτικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Πρέπει να αποσκοπεί στη διεύρυνση της δημοκρατίας ξεκινώντας από το επίπεδο που είχαν αγγίξει τα έθνη - κράτη στις στιγμές της μεγιστοποίησης της ενεργής ιδιότητας του πολίτη. Με άλλα λόγια, δεν θα υπάρξει ευρωπαϊκή ομοσπονδία αν η ανάδυση εκτελεστικών, διοικητικών, δικαστικών, αντιπροσωπευτικών εξουσιών, πέρα από την εθνική κυριαρχία, δεν συνοδεύεται από μια αναγέννηση τοπικών, καθημερινών, μορφών άμεσης συμμετοχής (που μερικοί σήμερα αποκαλούν μορφές συνέλευσης).

Η τέταρτη, λοιπόν, είναι μια ενεργός ζήτηση (demande effective) επανίδρυσης, από την οποία μπορεί να φαίνεται πως είμαστε πολύ μακριά αυτή την περίοδο εθνικιστικής αντίδρασης και αποσύνθεσης, αλλά δεν έχουμε και λόγους να την κηρύξουμε a priori αδύνατη. Λέω ενεργός γιατί δεν μπορεί να αφορά μόνο φιλοευρωπαϊκά συναισθήματα ή την εκχώρηση εξουσίας στις κυβερνήσεις που δεσμεύονται υπέρ μιας επανίδρυσης της Ευρώπης, αλλά χρειάζονται συλλογικά κινήματα, που θα εμπλέκουν πραγματικούς πολίτες με τις ετερογενείς κληρονομιές τους και τις ανθρωπολογικές τους διαφορές, διαθέσιμους να συναντηθούν πέρα από σύνορα: είτε για να διαδηλώσουν μαζί (για παράδειγμα, ενάντια στην αδικία ή τη φοροδιαφυγή), είτε για να ξεκινήσουν επαναστάσεις οικολογικές, κοινωνικές, πολιτιστικές που έχουν γίνει αναπόφευκτες (για παράδειγμα ένας μετασχηματισμός των αυτοκαταστροφικών τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης).

Τέλος, η πέμπτη προϋπόθεση, που συνέχει όλες τις προηγούμενες, είναι ο προσδιορισμός των πολιτικών προβλημάτων προς επίλυση, ώστε να γίνει η ευρωπαϊκή επανίδρυση όχι μόνο επιθυμητή, αλλά εφικτή, υπερβαίνοντας τις συνέπειες της σημερινής της κρίσης. Αντίθετα με αυτό που πίστευε ο Μαρξ, η ανθρωπότητα δεν θέτει στον εαυτό της μόνο τα προβλήματα που μπορεί να λύσει· θα λύσει μόνο τα προβλήματα που θα έχει πραγματικά θέσει... Το ζήτημα λοιπόν είναι να ορίσουμε τις «μάχες» που θα δώσουν οι πολίτες ή ακόμα, με λιγότερο πολεμική διατύπωση, τις «καμπάνιες» στις οποίες πρέπει να στρατευτούν, ώστε τα εμπόδια στα οποία προσκρούει σήμερα το ευρωπαϊκό εγχείρημα να γίνουν ισάριθμα πεδία κινητοποίησης, επικοινωνίας και πρωτοβουλίας.

Μιλάμε πρώτα για την εξάλειψη όλων των ανισοτήτων (επαγγέλματος, γενιάς, εδαφικής επικράτειας, εκπαίδευσης, υγείας, ασφάλειας, φύλου, φυλής...), που οξύνονται από τον θρίαμβο της αρχής του «ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού» επί των αξιών της αλληλεγγύης, καταστρέφοντας ακόμα και την πιθανότητα μιας πολιτικής κοινότητας σε οποιοδήποτε επίπεδο. Μιλάμε επίσης για αυτό που θα αποκαλούσα, κατά τον Καντ και τον Ντεριντά, η πρόκληση της φιλοξενίας: δηλαδή μια διαχείριση των τωρινών και μελλοντικών πληθυσμιακών μετακινήσεων, όπου θα έχουν τη θέση που τους αναλογεί η ανθρώπινη αδελφοσύνη και η συνεργασία με τα κράτη του «Νότου» (αντί για τις ανέντιμες συναλλαγές και τον στρατιωτικό επεμβατισμό...).

Καλπάζουσες ανισότητες, δυστυχισμένες ταυτότητες, ξεριζωμένοι πληθυσμοί: ζητήματα με τα οποία πρέπει να αναμετρηθούμε για να προχωρήσουμε συλλογικά στον 21ο αιώνα και να κάνουμε έτσι την Ευρώπη έναν ιστορικό δρώντα, που θα συνενώνει πολλαπλές δυνατότητες δράσης των πολιτών.

Σε ένα διάσημο απόσπασμα από τις Διατριβές επί της πρώτης δεκάδας του Τίτου Λίβιου (ΙΙΙ, 1), ο Μακιαβέλι εξηγεί ότι η διάρκεια μιας «Δημοκρατίας» εξαρτάται από την ικανότητά της να επανορθώνει τα αποτελέσματα της φθοράς στην οποία εκτέθηκε από την αδυναμία των επικεφαλής της ή των πολιτών της, επιστρέφοντας στις καταβολές, δηλαδή επανακάμπτοντας στις αρχές με τις οποίες είχε ιδρυθεί. Η εφαρμογή στην επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να μοιάζει αυτονόητη. Στην πραγματικότητα, η δυσκολία είναι διπλή. Από τη μία, οι αρχές πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η σημερινή Ένωση δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο μιας μονοσήμαντης ερμηνείας, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι δεν έπαψαν ποτέ να είναι διακύβευμα μιας «πάλης μεταξύ διαφορετικών δρόμων», που άλλαξε περιεχόμενο στη διάρκεια του χρόνου. Πράγμα που σημαίνει ότι με έναν τρόπο έχουν ήδη συντελεστεί πολλές επανιδρύσεις, ακόμη και αν η σημασία τους αποσιωπήθηκε, όπως συνέβη μετά την «Πτώση του Τείχους», όταν υιοθετήθηκε το κοινό νόμισμα και εγκαταλείφθηκαν τα σχέδια για την κοινωνική Ευρώπη, όταν υποκαταστάθηκε το ακυρωμένο σύνταγμα (στην Ευρώπη τα λαϊκά δημοψηφίσματα σπανίως έχουν τις προβλεπόμενες συνέπειες...) από κρατικά επικυρωμένες Συνθήκες (του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Νίκαιας, της Λισσαβώνας) ή ακόμη όταν επιβλήθηκαν οι πολιτικές λιτότητας σε υπερχρεωμένες χώρες των οποίων η επικείμενη πτώχευση απειλούσε το τραπεζικό σύστημα. Με την οπτική που υπερασπίστηκα εδώ, αυτές οι σιωπηρές επανιδρύσεις ήταν περισσότερο μορφές φθοράς αν κρίνουμε από τις μακροπρόθεσμες συνέπειές τους.

Εξ ου και η άλλη δυσκολία: πώς να δικαιολογήσουμε μια επανίδρυση που εκτρέπει κάποιες κατευθύνσεις που έχουν επικυρωθεί στα κείμενα των συνθηκών; Πώς να ανατρέψουμε την κυριαρχία μιας ιδεολογίας και μιας κυβερνητικής πρακτικής που αντιστοιχεί στην επικράτηση ορισμένων συμφερόντων επί άλλων, ενώ επικαλούμαστε τη συνέχεια ενός παλαιού ιστορικού εγχειρήματος, ακόμα ανολοκλήρωτου; Με μια εργασία ερμηνείας προφανώς, άρα μια δημιουργική επανεξέταση των αφηγήσεων της ίδρυσης της Ευρώπης, που θα έπρεπε να περικλείει ειδικά μια προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική προϊστορία της ευρωπαϊκής ιδέας (τις λίγο-πολύ μυθικές μνήμες της χριστιανοσύνης, τα «σχέδια της αιώνιας ειρήνης», τις κοσμοπολιτικές ουτοπίες), σε ό,τι αφορά τις πολιτικές καταβολές του σύγχρονου φεντεραλιστικού κινήματος (στην αντιφασιστική αντίσταση) και σε ό,τι αφορά τις απαρχές της μεταφοράς κυριαρχίας (στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου).

Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να διαλέξουμε αυτό που θα προσανατολίσει τη δική μας προσπάθεια επανίδρυσης. Περισσότερο και από έναν Ζαν Μονέ, έναν Σαρλ Ντε Γκολ ή ακόμα και έναν Βίλι Μπραντ, χρειαζόμαστε κατά τη γνώμη μου έναν Αλτιέρο Σπινέλι ή μία Ούρσουλα Χίρσμαν4, αλλά επί δέκα ή εκατό, ικανούς να συντάξουν μαζί κάτι σαν ένα νέο Μανιφέστο του Βεντοτένε5. Κι έχουμε την ανάγκη να αντιπαραβάλουμε την εν λόγω έμπνευση με αυτό που ο κόσμος σήμερα περιμένει από την Ευρώπη.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

1 Τίτλος στα γαλλικά «Europe 2017: Où allons-nous?» και στα γερμανικά «Wozu Noch Europa?».

2 Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο της Ναντέρ (Παρίσι), καθηγητής (Anniversary Chair) στο Πανεπιστήμιο Kingston (Λονδίνο), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια (Νέα Υόρκη).

3 ΣτΜ: «Non-personnes» στα γαλλικά, που δεν αναγνωρίζονται δηλαδή ως φυσικά πρόσωπα, φορείς δικαιωμάτων ενώπιον του νόμου και καταδικάζονται έτσι σε μια μορφή «ανυπαρξίας».

4 ΣτΜ: Γερμανίδα αντιφασίστρια, μέλος της ιταλικής αντίστασης, αδερφή του νομπελίστα οικονομολόγου Άλμπερτ Χίρσμαν. Ο Αλτιέρο Σπινέλι και η Ούρσουλα Χίρσμαν ήταν σύζυγοι.

5 ΣτΜ: Το μανιφέστο «Για μια ελεύθερη και ενωμένη Ευρώπη» που συνέγραψαν το 1941 ο Αλτιέρο Σπινέλι με τον Ερνέστο Ρόσι, όταν ήταν έγκλειστοι από το μουσολινικό καθεστώς στη Νήσο Βεντοτένε. Το μανιφέστο κυκλοφόρησε στους κόλπους της ιταλικής αντιφασιστικής αντίστασης από την Ούρσουλα Χίρσμαν.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια