Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πυρηνικός εκβιασμός στη Βόρεια Κορέα

ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

Του Bruce Cumings*

 

Το 1991 η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους-πατέρα ανησυχούσε για τις δραστηριότητες του βορειοκορεατικού πυρηνικού συγκροτήματος του Γιονμπιόν, το οποίο στεγάζει έναν αντιδραστήρα γραφίτη. Ωστόσο, η Συνθήκη για τη μη Εξάπλωση των Πυρηνικών προβλέπει ότι χώρες που δεν έχουν στην κατοχή τους πυρηνικά όπλα και βρίσκονται αντιμέτωπες με απειλή αυτού του τύπου διαθέτουν το δικαίωμα της αυτοάμυνας.

Δεδομένου δε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν παρόμοια όπλα στη Νότια Κορέα, ο Μπους - πατέρας άρχισε τις πρώτες διαπραγματεύσεις με την Πιονγκ Γιανγκ και το αμερικανικό πυρηνικό οπλοστάσιο αποσύρθηκε από τη Νότια Κορέα λίγο πριν ο Πρόεδρος εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο. Όταν τον Ιανουάριο του 1992 ήρθε στην εξουσία ο πρόεδρος Κλίντον εγκατέλειψε αυτή τη διπλωματία: το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η οικονομία και στην αρχή δεν έδωσε καμία σημασία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας.

Έξι εβδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η Βόρεια Κορέα δήλωσε ότι οι επιθεωρητές της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας ήταν όργανα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και ανήγγειλε την αποχώρησή της από τη Συνθήκη για τη μη Εξάπλωση των Πυρηνικών. Κινητοποιώντας τον τεράστιο προπαγανδιστικό μηχανισμό της, χαρακτήρισε τις ενδεχόμενες κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ως «πολεμικές πράξεις».

Η κρίση που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο από τον μακαρίτη Κιμ Ιλ Σουνγκ έμελλε να διαρκέσει δεκαοκτώ μήνες και έφτασε στο αποκορύφωμά της τον Μάιο του 1994, όταν η Βόρεια Κορέα απέσυρε από τον αντιδραστήρα του Γιονμπιόν 8.000 ράβδους ακτινοβολημένου πυρηνικού καυσίμου, το οποίο περιείχε αρκετό πλουτώνιο για την κατασκευή πέντε ή έξι ατομικών βομβών. Στα τέλη Ιουνίου του 1994 ο πρόεδρος Κλίντον ήταν έτοιμος να κηρύξει τον πόλεμο στη Βόρεια Κορέα. Ο πρώην πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ ταξίδεψε εσπευσμένα στην Πιονγκ Γιανγκ, συναντήθηκε με τον Κιμ Ιλ Σουνγκ και πέτυχε τη δέσμευση για πλήρες πάγωμα των δραστηριοτήτων του συγκροτήματος του Γιονμπιόν.

Μεταξύ 1998 και 2000, ο Ουίλιαμ Πέρι, περιοδεύων πρεσβευτής του προέδρου Κλίντον, έθεσε τις βάσεις για την αμοιβαία αναγνώριση των δύο κρατών και για την αγορά όλων των βορειοκορεατικών πυραύλων. Και όλα αυτά, τη στιγμή που οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αποδείξεις ότι η Βόρεια Κορέα είχε αρχίσει το 1998 την εισαγωγή τεχνολογίας για ένα νέο πυρηνικό πρόγραμμα εμπλουτισμού του ουρανίου. Εκείνη την εποχή οι Ρεπουμπλικανοί κατηγορούσαν την κυβέρνηση ότι επιδεικνύει ανοχή απέναντι σε ένα «κράτος-παρία».

Η κρίση του 2003 ξέσπασε επίσημα μετά την επίσκεψη στην Πιονγκ Γιανγκ του Τζέιμς Κέλι, του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών, ο οποίος κατείχε αποδείξεις για την επαναδραστηριοποίηση του βορειοκορεατικού πυρηνικού προγράμματος. Αν και αρχικά το αρνήθηκαν, οι Βορειοκορεάτες παραδέχτηκαν τελικά τα γεγονότα.

Η διαδικασία είναι ιδιαίτερα αργή, ωστόσο, εάν οι Βορειοκορεάτες επιταχύνουν την προσπάθειά τους -με τη βοήθεια των χιλίων φυγοκεντρητών που λέγεται ότι διαθέτουν-, θα μπορούσαν να κατασκευάζουν κάθε χρόνο μία ή δύο πολύ μεγάλες και δύσχρηστες ατομικές βόμβες, όπως εκείνες που διαθέτουν οι Πακιστανοί. Λίγο καιρό μετά την επιστροφή του Κέλι στην Ουάσιγκτον, ένας Αμερικανός υπεύθυνος δήλωνε στους δημοσιογράφους ότι η συμφωνία-πλαίσιο του 1994 για το πάγωμα του αντιδραστήρα του Γιονμπιόν ήταν άκυρη και μηδέποτε γενόμενη.

Επρόκειτο για αυτοεκπληρούμενη προφητεία, δεδομένου ότι οι σύμβουλοι του προέδρου Μπους είχαν δηλώσει, λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία, ότι θεωρούσαν τη συμφωνία νεκρό γράμμα. Επιπλέον, ένα χρόνο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον επινόησε τον «άξονα του Κακού» και στράφηκε στον προληπτικό πόλεμο, εγκαταλείποντας την ιστορική πολιτική της ανάσχεσης (containment) που εφάρμοζε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Στις 27 Δεκεμβρίου του 2002, η ΔΛΔΚ απέλασε και πάλι τους επιθεωρητές της ΔΕΑΕ -καταγγέλλοντας τον οργανισμό ως όργανο της Ουάσιγκτον- και άρχισε να τροφοδοτεί με νέες ράβδους καυσίμου τον αντιδραστήρα του Γιονμπιόν. Στις 10 Ιανουαρίου του 2003 ανήγγειλε ότι αποσύρεται από τη Συνθήκη για τη μη Εξάπλωση των Πυρηνικών και ότι θα θεωρούσε οποιαδήποτε κύρωση θα αποφάσιζε να της επιβάλει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ως «κήρυξη πολέμου».

Στην αρχή, η Ουάσιγκτον δήλωσε ότι αρνείται να διαπραγματευτεί με τους Βορειοκορεάτες, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα σήμαινε ότι υποκύπτει στον «πυρηνικό εκβιασμό».

Η απόφαση να ανατεθεί το πρόβλημα των όπλων μαζικής καταστροφής του Ιράκ στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και στη ΔΕΑΕ έδωσε στην Πιονγκ Γιανγκ, τον Σεπτέμβριο του 2002, την ευκαιρία να πυροδοτήσει τη νέα κρίση. Ο Μπους είχε προβλέψει ότι θα αναλάμβανε δράση ενάντια στον «άξονα του Κακού» με την εξής σειρά: πρώτα ο Σαντάμ Χουσέιν, στη συνέχεια η Βόρεια Κορέα και μετά το Ιράν. Με τη βιασύνη του, ο Κιμ Γιουνγκ Ιλ ανέτρεψε τη σειρά των επιχειρήσεων.

Μετά από μια διετία αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής η οποία αναμειγνύει τον σκληρότερο ρεαλισμό και τον μεσσιανικό ιδεαλισμό, ήταν αναπόφευκτο ότι κάποια από τις χώρες του «άξονα» που απειλούνταν με προληπτικό πόλεμο θα έπαιρνε την πρωτοβουλία και θα έφερνε σε δύσκολη θέση τον Αμερικανό Πρόεδρο. Ο Κιμ Γιουνγκ Ιλ δεν έκανε τίποτε διαφορετικό. Οι προκλήσεις τού επέτρεψαν να ενισχύσει τη θέση του, τη στιγμή που ο πρόεδρος Μπους είχε στρέψει την προσοχή του στο Ιράκ. Η Βόρεια Κορέα υποθέτει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν τα μέσα να επιχειρήσουν ταυτόχρονα δύο σημαντικούς πολέμους. Επιπλέον, πώς θα μπορούσε ο Μπους να δικαιολογήσει έναν νέο καταστροφικό πόλεμο;

Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι, όταν τα στελέχη της κυβέρνησης Κλίντον παρέδωσαν την εξουσία στην κυβέρνηση Μπους, την ενημέρωσαν για τις πληροφορίες που υπήρχαν σχετικά με την εισαγωγή πακιστανικής τεχνολογίας στη Βόρεια Κορέα για τον εμπλουτισμό του ουρανίου. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μπους αδράνησε μέχρι τον Ιούλιο του 2002, οπότε και είχε στη διάθεσή της πληροφορίες ότι πιθανόν η Βόρεια Κορέα να είχε αρχίσει την κατασκευή εγκατάστασης για τον εμπλουτισμό του ουρανίου. Με την αλλαγή της πολιτικής της, η κυβέρνηση Μπους μετέτρεψε ένα πρόβλημα που μπορούσε να λυθεί σε σοβαρή κρίση, η οποία αφήνει μικρά περιθώρια ελιγμών στις δύο πλευρές.

 

* Ο Bruce Cumings είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, συγγραφέας του «North Corea, Another Country», The New Press, Νέα Υόρκη, 2004.

 

Δείτε όλα τα σχόλια