Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι βασικές μεταβλητές του «νέου» Κέντρου

Τα κόμματα δεν είναι παιδιά και η κοινωνία δεν είναι το χαμένο τους παιχνίδι. Τα κόμματα είτε είναι πλειοψηφικά κοινωνικά χρήσιμα είτε δεν είναι

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΓΓΑ*

Σχεδόν δύο μήνες προεκλογικής καμπάνιας μετά την κατάθεση των απαραίτητων υπογραφών στην επιτροπή Αλιβιζάτου και σήμερα οι πολίτες που έχουν αναφορά στο Κέντρο ψηφίζουν για τον επικεφαλής του «νέου ενιαίου προοδευτικού φορέα» μεταξύ εννέα υποψηφίων. Αν οι εκλογές δεν εκλέξουν από τον πρώτο γύρο ηγεσία (χρειάζεται το 50%), τότε θα επαναληφθούν την επόμενη Κυριακή.

Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Φ. Γεννηματά φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις και τα ποσοστά των εταιρειών στοιχημάτων πως θα τερματίσει πρώτη σε αυτό τον γύρο και μάλλον με αρκετή διαφορά από τον όποιο δεύτερο. Εκπροσωπώντας μεγάλη μερίδα του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή τη μεγαλύτερη συνιστώσα του χώρου, η Φ. Γεννηματά προωθεί μια ατζέντα ήπιας Σοσιαλδημοκρατίας, σε αντίστιξη με Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Οι τρεις πιθανότεροι για τη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης είναι οι Γ. Καμίνης, Στ. Θεοδωράκης και Ν. Ανδρουλάκης. Ο Σταύρος Θεοδωράκης είναι ο πιο επικοινωνιακός και προσπαθεί να συγκροτήσει τον φιλελεύθερο πόλο του Κέντρου. Ποντάρει δε στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία, γιατί πιστεύει πως κάτι τέτοιο τον ευνοεί. Το κόμμα του, το Ποτάμι, είναι μια πρώιμη και όχι τόσο επιτυχημένη εκδοχή των Ciudadanos ή και του Μακρόν και τα τελευταία χρόνια φαίνεται να φυλλορροεί δημοσκοπικά και κοινοβουλευτικά. Ο Γιώργος Καμίνης, ως εκλεγμένος δήμαρχος Αθηναίων, είναι δημοφιλής και πολιτικά διεκδικεί περίπου τον ίδιο χώρο με τον Θεοδωράκη. Επικοινωνιακά δείχνει να εστιάζει στη μειλίχια στάση του και τη στήριξη που απολαμβάνει από μερίδα πανεπιστημιακών και πολιτών που προέρχονται από την Αριστερά. Ο ίδιος μιλάει για την Αριστερά χωρίς τη φοβικότητα που έχει γι’ αυτήν ο επικεφαλής του Ποταμιού. Ο Νίκος Ανδρουλάκης, με μεγάλη προεκλογική καμπάνια, καριέρα επιτυχημένου ευρωβουλευτή και φιλοβενιζελική στάση τα προηγούμενα χρόνια, είναι ο νεότερος από τους συνυποψηφίους του και τονίζει πολύ αυτή του την ιδιότητα.

Κάποια πολιτική σημασία φαίνεται να έχει και η υποψηφιότητα του Γιάννη Ραγκούση, που φαίνεται να έχει τη στήριξη του ΚΙΔΗΣΟ και του Γιώργου Παπανδρέου και καλλιεργεί το προφίλ του πιο αριστερού διεκδικητή. Είναι ο μόνος που με τόση σαφήνεια έχει δηλώσει την εναντίωσή του σε ενδεχόμενη συνεργασία με τη Ν.Δ. Η υποψηφιότητα Μανιάτη φέρνει την απαραίτητη εσάνς από παλιό (και μάλλον… ορθόδοξο) ΠΑΣΟΚ, δεν αποτελεί όμως απειλή. Οι έτεροι υποψήφιοι, οι Κ. Γάτσιος, Απ. Πόντας και Δ. Τζιώτης δεν φαίνεται να έχουν κάποια τύχη εκλογικά, ενώ είναι απολύτως ασαφές τι εκπροσωπούν πολιτικά.

 

Απουσία πολιτικής ουσίας και συντηρητισμός

Μια φράση ενός εκ των υποψηφίων επικεφαλής για τη νέα παράταξη του Κέντρου είναι ικανή να συμπυκνώσει την πολιτική συζήτηση στο δεύτερο ντιμπέιτ, αλλά και γενικότερα: «Η ενότητα είναι μια πάρα πολύ ωραία λέξη, όπως περίπου και η παγκόσμια ειρήνη» είπε ο Σταύρος Θεοδωράκης, υπονοώντας κάτι πολύ σαφές. Το «νέο» Κέντρο δεν θα είναι ενωμένο, αλλά πολυκερματισμένο. Οι φράξιες διεκδίκησης της εσωκομματικής εξουσίας θα συνεχίζουν να υφίστανται και στην επόμενη φάση. Μέχρι σήμερα δεν έχουν συμφωνηθεί συγκεκριμένο πρόγραμμα, οργανωτική συγκρότηση και ρεπερτόριο κοινοβουλευτικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Τούτων δοθέντων, η τοποθέτηση των υποψήφιων επικεφαλής στον άξονα Δεξιά/Αριστερά καθίσταται σχετικά δύσκολη, μια και ένα τέτοιο εγχείρημα θα έπρεπε να βασιστεί αφενός στις κοινωνικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν, αφετέρου στη σαφήνεια του στίγματος του παραγόμενου πολιτικού λόγου. Και αυτά τα δύο δεν υπάρχουν σε αφθονία. Τουναντίον, ένας ορμητικός ποταμός κοινοτοπιών, παράδοξων ή/και ασύνδετων σχημάτων σκέψης και υποτιθέμενου επαγγελματικού επικοινωνιακού στησίματος παρέσυρε την πολιτική και ανέδειξε στη θέση της μεταπολιτική, δηλαδή τον νέο συντηρητισμό.

 

Η αυτοκριτική

Οι χαμηλές δημοκοπικές καταγραφές καθώς και η ελάχιστη τηλεθέαση των ντιμπέιτ των υποψηφίων αποδεικνύουν το μειωμένο κοινωνικό ενδιαφέρον για έναν χώρο που δείχνει να οδεύει κατευθείαν στον πολιτικό τοίχο, μεταχειριζόμενος τα ίδια πολιτικά εργαλεία που τον οδήγησαν προς τα εκεί. Όμως γιατί;

Ο ελλιπής αναστοχασμός για τα αίτια που οδήγησαν στον εκλογικό και πολιτικό καταποντισμό είναι η μία εξήγηση που μπορεί να ξεκλειδώσει γιατί επιμένουν σε έναν θυμικό τρόπο παραγωγής πολιτικής. Το «όλον ΠΑΣΟΚ» λειτουργεί σαν να του χρωστάει η Ιστορία μια δεύτερη ευκαιρία, λες και κάποιος (ο ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω) του έκλεψε την πολιτική του αίγλη και δικαιούται, ή μάλλον απαιτεί, από την κοινωνία να την πάρει πίσω. Μόνο που τα κόμματα δεν είναι παιδιά και η κοινωνία δεν είναι το χαμένο τους παιχνίδι. Τα κόμματα είτε είναι πλειοψηφικά κοινωνικά χρήσιμα, είτε δεν είναι.

 

Τακτική και στρατηγική

Το δεύτερο σημείο που θα εξηγούσε την πολιτική του στάση αποτελεί συνέχεια αυτής σκέψης. Ο αναστοχασμός, λοιπόν, αφορά, πέρα από την ειλικρινή αυτοκριτική και την ανάγκη πολιτικής προοπτικής. Και αυτή το Κέντρο τη βλέπει τακτικά και στρατηγικά λάθος. Πρώτον, με έναν μικρομέγαλο οπορτουνιστικό τρόπο σε ό,τι αφορά τις συμμαχίες. Η σχεδόν βέβαιη συμμαχία με όποιον εκλεγεί στην πρώτη θέση αποσιωπάται για χάρη της πολιτικής συσπείρωσης. Μέχρι τις εκλογές, ο χώρος θα είναι ενάντια στον εγκαθιδρυμένο μικρό δικομματισμό. Η τακτική του διμέτωπου αγώνα θα ήταν λογική για ένα ηγεμονικό κόμμα, όμως όχι για έναν πολιτικό παίκτη που έχει κοινωνικά επιλεχθεί να είναι στο πολιτικό περιθώριο για συγκεκριμένους λόγους. Δεύτερον –και πιο σημαντικό–, το όλο ΠΑΣΟΚ έχει αποφασίσει να συνεχίσει οικονομικά στον Τρίτο Δρόμο που το έφερε ώς εδώ ή και να συντηρητικοποιηθεί στα ζητήματα που άπτονται του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Έπειτα από τα χρυσά της χρόνια στην αυγή του 21ου αιώνα, η Σοσιαλδημοκρατία, όπου καταφέρνει να ανατάξει την παγκόσμια κρίση της, είναι επειδή επιστρέφει στα συγκροτητικά χαρακτηριστικά που την καθιέρωσαν (πάνω σ’ αυτό, βλ. το σημείωμα του Χρ. Λυριντζή στο παρόν αφιέρωμα) και όχι το αντίθετο.

Η (μικρή πια) ελληνική Σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί τώρα να ακολουθήσει ούτε το υπόδειγμα Μακρόν, ούτε εκείνο του Κόρμπιν και του Κόστα. Η τάση της είναι να παραταξιοποιηθεί περαιτέρω. Άλλωστε, το οργανωμένο μέρος που έχει απομείνει να τη στηρίζει είναι στην πραγματικότητα ένα σμάρι παραγόντων διαφόρων ποιοτικών και ποσοτικών μεγεθών που έχουν σχέση γειτνίασης και εξάρτησης σε διαφορά επίπεδα με το κράτος (π.χ. συνδικαλισμός, ΟΤΑ) και ανταγωνίζονται για την όσο το δυνατόν καλύτερη θέση στην επόμενη ημέρα. Κόμμα του κράτους, όμως, χωρίς την κυβέρνηση δεν τα πάει καλά.

 

* Υποψήφιος διδάκτορας Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια