Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σοσιαλδημοκρατία: Η κρίση και το κληροδότημα

Η Σοσιαλδημοκρατία έχει περιοριστεί στην προσπάθεια να πείσει ότι είναι ο καλύτερος διαχειριστής του συστήματος

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΥΡΙΝΤΖΗ*

Η Σοσιαλδημοκρατία έχει κατακτήσει μια κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, ως μια διακριτή κομματική και ιδεολογική δύναμη, που διαφοροποιείται τόσο από τα συντηρητικά και φιλελεύθερα κόμματα όσο και από τα παραδοσιακά κομμουνιστικά. Η μεταπολεμική Σοσιαλδημοκρατία, αν και στη Σκανδιναβία είχε ήδη αναδειχθεί από τον Mεσοπόλεμο, αναδεικνύεται ως μια σημαντική και κεντρικής σημασίας πολιτική δύναμη, η οποία διεκδικεί και συχνά κυριαρχεί στον χώρο της Αριστεράς. Οι πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες σηματοδοτούν την παρουσία σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είτε στην εξουσία είτε στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Τρεις άξονες στήριξαν την άνοδο και διαμόρφωσαν την πολιτική ταυτότητά της. Οι στενές σχέσεις με τα οργανωμένα συμφέροντα (συνδικαλιστικές οργανώσεις), το ισχυρό μαζικό και πολυσυλλεκτικό κόμμα και, το πιο σημαντικό, η θεμελίωση και ανάπτυξη του κοινωνικού κράτος. Το τελευταίο υπήρξε και εξακολουθεί να είναι το πιο χαρακτηριστικό και πολλαπλώς αποδοτικό επίτευγμα της Σοσιαλδημοκρατίας. Ταυτόχρονα, υπήρξε και το πλέον επίμαχο και αντικείμενο πολλών επιθέσεων. Τα παραπάνω στοιχεία εντάσσονται σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την έμφαση στην άμβλυνση των ανισοτήτων, την αναδιανομή του πλούτου, τον ενεργό ρόλο του κράτους στην οικονομία, την επίτευξη συναινέσεων και την πίστη στην αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πρόκειται για ένα μείγμα σοσιαλιστικού ρεφορμισμού, στο οποίο κράτος, κεφάλαιο και εργασία βρίσκονται σε στενές σχέσεις αλληλεξάρτησης και συνεργασίας και το οποίο έχει θεωρητικά αναλυθεί ως «νεοκορπορατισμός». Αποτέλεσμα των ως άνω επιλογών ήταν εκλογικές επιτυχίες και κυρίως η οικονομική ανάπτυξη σε κλίμα κοινωνικής συναίνεσης και βέβαια η εγκαθίδρυση δομών κοινωνικής πρόνοιας.

Τα πρώτα σημάδια εξάντλησης του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου εμφανίζονται στα τέλη της δεκαετίας του 1960 για να γίνουν σαφή με την πετρελαϊκή κρίση του 1973-1974. Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού με την αμφισβήτηση της ικανότητας του κράτους να διαχειρίζεται την οικονομία υπονομεύει τις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις και σταδιακά ωθεί τη Σοσιαλδημοκρατία στην υιοθέτηση φιλελεύθερων και συχνά νεοφιλελεύθερων πολιτικών που πριμοδοτούν την ελευθερία των αγορών και τον περιορισμό του κράτους απέναντι στην προστασία της εργασίας. Η προοπτική της ισότητας εγκαταλείπεται μπροστά στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία. Επιπλέον, η εμφάνιση των νέων κοινωνικών κινημάτων (οικολογικό, φεμινιστικό) ασκεί σημαντική πίεση στο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, το οποίο έχει πλέον να αντιμετωπίσει ανερχόμενα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τα τελευταία διεκδικούν, συχνά με επιτυχία, την περιθωριοποίησή της και την κυριαρχία στον αριστερό χώρο.

Η Σοσιαλδημοκρατία μοιάζει με ελκυστική, αλλά γερασμένη κυρία, που γνώρισε επιτυχίες και θαυμασμό και, παρά τις δεκαετίες που τη βαραίνουν, προσπαθεί να διατηρήσει κάτι από την παλιά της γοητεία. Στη μακρά διαδρομή της συσσώρευσε εμπειρίες και ανέδειξε μια σειρά από θέματα και πολιτικές, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να είναι κεντρικές στη συζήτηση για την ταυτότητα και την πορεία της Αριστεράς. Το σοσιαλδημοκρατικό κληροδότημα περιλαμβάνει το ζήτημα του κράτους πρόνοιας και γενικότερα τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, τις σχέσεις κράτους-κόμματος και, κυρίως, τη διαμόρφωση ενός οράματος για το μέλλον.

Η Σοσιαλδημοκρατία προσπάθησε να διαχειριστεί τη σχέση πολιτικής-αγοράς στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Οι απαντήσεις που έδωσε, όχι παντού επιτυχείς, λειτούργησαν σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Υιοθέτησε μια τεχνοκρατική διαχείριση των προβλημάτων, με παράλληλη υποβάθμιση του πολιτικού ανταγωνισμού και περιθωριοποίηση των κοινωνικών συγκρούσεων. Η επικράτηση της διαχειριστικής λογικής σήμαινε ότι το πολιτικό, με την έννοια της «αμφισβήτησης της λογικής της αρχής», είχε ουσιαστικά υποχωρήσει. Το όραμα θόλωσε και η Σοσιαλδημοκρατία έχει περιοριστεί στην προσπάθεια να πείσει ότι είναι ο καλύτερος διαχειριστής του συστήματος. Σήμερα η φθορά είναι εμφανής, αλλά η εμπειρία της αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση για τη σύγχρονη Αριστερά. Στον βαθμό που το καπιταλιστικό περιβάλλον είναι δεδομένο, η συζήτηση για την ισορροπία μεταξύ κρατισμού και αγοράς, για τον ρόλο της πολιτικής και για το όραμα που προβάλλεται είναι πάντα επίκαιρη.

 

* Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ

 

Δείτε όλα τα σχόλια