Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΠΑΣΟΚ: Ο μακρύς δρόμος της οργανωτικής και ιδεολογικής υποχώρησης

Η διαδικασία επικεντρώνεται στην εκλογή του ηγέτη ενός κομματικού σχηματισμού που δεν υπάρχει και που δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα υπάρξει. Η εμμονή στην ανοιχτή διαδικασία χωρίς διάκριση μελών/φίλων, χωρίς συγκεκριμένη οργανωτική δομή φαίνεται να προσιδιάζει στα κόμματα προυχόντων/ελίτ που κυριαρχούσαν στην προδικτατορική περίοδο

ΤΟΥ ΧΡYΣΑΝΘΟΥ ΔΗΜ. ΤAΣΣΗ*

Η διεξαγωγή των εκλογών για την ανάδειξη του νέου ηγέτη στον χώρο της Κεντροαριστεράς πραγματοποιείται σε μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται από σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον όχι μόνο του πολιτικού φορέα που θα προκύψει, αλλά και της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας ευρύτερα. Καταγράφεται μια τάση, η οποία έχει περιγραφεί ως pasokification (πασοκοποίηση) και υποδηλώνει, με αφορμή την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, μια συνολική κρίση εκλογικής αποτελεσματικότητας για τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, η πορεία του κόμματος των Ελλήνων σοσιαλιστών προς την «πασοκοποίηση» δεν θα πρέπει να αναλύεται με αποκλειστικά εκλογικούς όρους. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας μετασχηματισμών σε οργανωτικό και ιδεολογικό επίπεδο που ξεκινά με την ίδρυσή του ως σοσιαλιστικό κόμμα μαζών το 1974.

Το ΠΑΣΟΚ δεν αυτοπροσδιορίζεται ως κεντρώο κόμμα. Τουναντίον, παίρνει σαφείς αποστάσεις τόσο από την προδικτατορική Ένωση Κέντρου όσο και από το φιλελεύθερο κόμμα. Με τη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη προσδιορίζεται ως σοσιαλιστικό κίνημα και θέτει ως στόχο τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό μέσα από ένα πρόγραμμα εκτεταμένων κοινωνικοποιήσεων. Στόχος του είναι να εκφράσει πολιτικά τρεις διαφορετικές γενιές: της Εθνικής Αντίστασης, του 1-1-4 και του αντιδικτατορικού αγώνα. Με αυτές τις επιλογές, το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται ως ο βασικός αντιδεξιός πόλος στο ελληνικό κομματικό σύστημα και ενσωματώνει μέσω της οργανωτικής του δομής τον ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο.

Με την υιοθέτηση της Εθνικής Λαϊκής Ενότητας το 1977, υιοθετείται η πολυσυλλεκτική στρατηγική, οικοδομείται η πλατιά κοινωνική συμμαχία των «μη προνομιούχων» και επιχειρείται το άνοιγμα των οργανώσεων. Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, ο συνδυασμός οργανωμένου κόμματος και ριζοσπαστικής ρητορικής αποτελούν απαραίτητα χαρακτηριστικά για τη γρήγορη πολιτική και εκλογική ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ. Η πρώτη κυβερνητική περίοδος (1981-1989) χαρακτηρίζεται από σημαντικές παρεμβάσεις: διπλασιασμός κατώτερου μισθού, εισαγωγή της ΑΤΑ, νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ, οικοδόμηση Εθνικού Συστήματος Υγείας, αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου, νόμος για τον συνδικαλισμό, εκσυγχρονισμός δημόσιας διοίκησης κ.ά., που είχαν ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό τερματισμό των ακροτήτων του Εμφυλίου και τη διαμόρφωση όρων κοινωνικής συναίνεσης. Παρά το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη περίοδο γίνεται εμφανής η τάση του κόμματος να ενταχθεί στις κυβερνητικές αναγκαιότητες, το πολιτικό κόμμα ως παράγοντας πολιτικής κινητοποίησης και παραγωγής πολιτικού προσωπικού δεν έπαψε να υφίσταται.

Ωστόσο, στη δεκαετία του 1990 διαμορφώνεται ένα διαφορετικό πλαίσιο για την άσκηση της πολιτικής. Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η ανάδειξη του νεοφιλελευθερισμού σε «μοναδική» ουσιαστικά πολιτική και κυβερνητική επιλογή αποτελεί εξέλιξη που επηρέασε και το κόμμα των Ελλήνων σοσιαλιστών. Με την ανάδειξη του εκσυγχρονιστικού Τρίτου Δρόμου, επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική συμμαχία με τα «δυναμικά» κοινωνικά στρώματα του ιδιωτικού τομέα και υποτιμήθηκε η παραδοσιακή κοινωνική συμμαχία με την εργατική τάξη. Σε οργανωτικό επίπεδο, η «χρησιμότητα» του οργανωμένου μέλους φθίνει τόσο ως παράγοντας πολιτικής κινητοποίησης όσο και παραγωγής της κομματικής ελίτ, μια διαδικασία που πλέον εκχωρείται στα ιδιωτικά ΜΜΕ. Οι οραματικές διακηρύξεις μειώνονται και αντικαθίστανται από την προτεραιότητα της κυβερνητικής διαχείρισης και των αναγκαιοτήτων του κοινοβουλευτισμού. Το βασικό κριτήριο για τη συμμετοχή των στελεχών σε κρατικές θέσεις δεν είναι η κομματική τους δράση, αλλά η τεχνοκρατία. Η ανάδειξη του Κώστα Σημίτη ως πρωθυπουργού, αλλά και ως προέδρου του ΠΑΣΟΚ στο Δ΄ Συνέδριο του κόμματος το 1996, επισφραγίζει αυτή την τάση και βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση με την επικράτηση του Γκ. Σρέντερ στο SPD και του T. Μπλερ στο Εργατικό Κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Όταν, όμως, η δυναμική του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος φάνηκε να φθίνει, επιλέχθηκε η λύση της αλλαγής της ηγεσίας μέσω δαχτυλιδιού, σε ένα έκτακτο συνέδριο που άλλαξε το καταστατικό και εισηγήθηκε την ανοιχτή άμεση διαδικασία. Δικαίωμα ομιλίας είχαν ο απερχόμενος πρόεδρος (Κ. Σημίτης), ο μελλοντικός πρόεδρος (Γ. Παπανδρέου) και ο γραμματέας του κόμματος (Μ. Χρυσοχοΐδης). Κανείς άλλος δεν είχε δικαίωμα ομιλίας, κανείς άλλος δεν είχε το δικαίωμα υποψηφιότητας, ενδεικτικό της τάσης ότι η κομματική οργάνωση δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο (παρά μόνο νομιμοποιητικό) στον σχεδιασμό της πολιτικής, στην παραγωγή της κομματικής ελίτ και στην πολιτική κινητοποίηση. Ενώ στην αρχή η ανοιχτή διαδικασία εκλογής/νομιμοποίησης προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό και προσδοκία για την αντιμετώπιση της αρνητικής σχέσης του κόμματος με την κοινωνία, η μη διάκριση μελών και φίλων, η αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη με τα μέλη/φίλους και η απουσία αποφασιστικού ρόλου για τα μεσαία και ανώτερα όργανα του κόμματος οδήγησαν τελικά σε μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που η διαδικασία αυτή διακήρυττε ότι θα θεραπεύσει.

Έτσι, όταν το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην κυβέρνηση το 2009 και βρέθηκε αντιμέτωπο με την κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η επιλογή της υπογραφής του Μνημονίου δεν αποτέλεσε έκπληξη, καθώς ήταν αποτέλεσμα της οργανωτικής και πολιτικής μετεξέλιξής του από κόμμα της κοινωνίας σε κόμμα του κράτους. Το Μνημόνιο αποτελεί «στρατηγική» ήττα για το ΠΑΣΟΚ, καθώς όχι μόνο αναγκάζεται να επιβάλει περιοριστικές-νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αλλά τις υιοθετεί πολιτικά, κάτι που είναι αντίθετο με την παράδοσή του. Επίσης, η κυβερνητική συνεργασία με τη Ν.Δ. και τον ΛΑΟΣ το 2011 στερεί από το ΠΑΣΟΚ την αντιδεξιά ρητορική που ήταν κυρίαρχη καθ’ όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο. Έτσι, η οργανωτική κατάρρευση, με την απαξίωση της κομματικής οργάνωσης, σε συνδυασμό με την πολιτική μετατόπιση και την απουσία της αντιδεξιάς ρητορικής οδήγησαν στην εκλογική κατάρρευση του κόμματος το 2012.

Από τη συγκεκριμένη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ αυτοτοποθετείται στο Κέντρο του πολιτικού φάσματος, ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη στρατηγική δοκιμάστηκε και απέτυχε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, με αποτέλεσμα ο χώρος της Κεντροαριστεράς να φθίνει σε οριακό για την εκλογική του επιβίωση σημείο, εντούτοις το βασικό θέμα της συζήτησης μεταξύ των υποψηφίων ηγετών δεν είναι άλλο από την ουσιαστική αναβίωση του Κέντρου στο ελληνικό κομματικό σύστημα, μια προοπτική που δεν φαίνεται να έχει πολλές πιθανότητες να υλοποιηθεί, καθώς αποδέχονται το φιλελεύθερο πλαίσιο οργάνωσης των πολιτικών κομμάτων. Η όλη διαδικασία επικεντρώνεται στην εκλογή του ηγέτη ενός κομματικού σχηματισμού που δεν υπάρχει και που δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα υπάρξει. Η πολιτική ατζέντα των βασικών υποψηφίων δεν διαφοροποιείται από το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο ρεύμα (ιδιωτικοποιήσεις, έμφαση στην αγορά, επιλεκτικότητα στις παροχές, νέο δημόσιο μάνατζμεντ) και απέχει από την παραδοσιακή ατζέντα της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας (κοινωνικό κράτος με καθολικά κοινωνικά δικαιώματα, δημόσια αγαθά). Η εμμονή στην ανοιχτή διαδικασία χωρίς διάκριση μελών/φίλων χωρίς συγκεκριμένη οργανωτική δομή φαίνεται να προσιδιάζει στα κόμματα προυχόντων/ελίτ που κυριαρχούσαν στην προδικτατορική περίοδο. Το νέο κόμμα λοιπόν μοιάζει να έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με την παράδοση της Ένωσης Κέντρου ή του Φιλελεύθερου Κόμματος, παρά με την οργανωτική και ιδεολογική παράδοση του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, και το φιλελεύθερο κόμμα, όταν επέλεξε μετά τις εκλογές του 1946 να διενεργήσει ουσιαστικά τον Εμφύλιο, αλλά και η μεταδικτατορική Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, όταν αποφάσισε να παραμείνει οργανωτικά και πολιτικά στον «μεσαίο χώρο», οδηγήθηκαν σε πολιτική και εκλογική κατάρρευση. Τα συμπεράσματα λοιπόν από την πολιτική Ιστορία της χώρας, αλλά και από τις εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο (με τη δυναμική του Τζ. Κόρμπιν στο Εργατικό Κόμμα και του Μπ. Σάντερς στο Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ) δεν φαίνεται να ευνοούν το εγχείρημα της ανασύστασης της Κεντροαριστεράς.

 

* Λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια