Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο λυπημένος στοχασμός πάνω στην Ιστορία

Του Δημήτρη Σεβαστάκη

Η Ιστορία, που διδασκόταν για πολλά χρόνια πάνω στην εμπλοκή της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεκινούσε από το «ιστορικό Όχι του Ιωάννου Μεταξά» και τέλειωνε λίγους μήνες μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων και τη συνθηκολόγηση.

Αργότερα προστέθηκε στην αφήγηση κι ο Γοργοπόταμος με υπερπρωταγωνιστές τον Ζέρβα και τους Άγγλους. Επειδή το μεγαλύτερο τμήμα του παλαιού πολιτικού συστήματος δεν μετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αφαιρέθηκε η τελευταία από τα δρώμενα του πολέμου. Μέχρι την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από την κυβέρνηση του Ανδ. Παπανδρέου, τα μόνα γεγονότα ήταν, κυρίως, η Μέση Ανατολή και οι Άγγλοι σαμποτέρ του Τζέιμς Πάρις.

Στο Πολεμικό Μουσείο η προβεβλημένη προτομή του Ζέρβα είναι δίπλα στην προτομή του Ψαρρού, του Σαράφη, δύσκολα όμως βρίσκεις προτομή του Άρη. Η αφαίρεση και η διασκευή της Ιστορίας υπήρξε βασικό πολιτικό εργαλείο χειραγώγησης. Σε πολλές επετειακές εκδηλώσεις και ομιλίες η ίδια αφαίρεση συνεχίστηκε ακόμα και σήμερα. Ρούπελ, Κορυτσά, Βέμπο «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του...». Τέρμα.

Τίποτα δεν είναι ευκαταφρόνητο και όλα τα υλικά μπορούν να αποκαλύψουν πτυχές όχι μόνο του ιστορικού συμβάντος, αλλά κυρίως της πρόσληψης, της αισθητικής, της ιδεολογικής πρόθεσης. Αλλά, αν κανείς συγγράφει ή δραματοποιεί με βάση τις αντικομμουνιστικές του εμμονές, πολύ εύκολα εκπίπτει: «Βρήκα στην Αμφιλοχία τον Σταμούλη τον λοχία...», που θα ’λεγε κι ο Γ. Κατσαρός.

Αντίθετα στις «Μνήμες» του Νίκου Καβουκίδη βλέπεις όλη την ιστορική περιπλοκή. Σε μια εμπρόθετα αποστασιοποιημένη και ψύχραιμη αφήγηση, στήνεται αξιόπιστα η σύνθετη ερμηνευτική πάνω στο πολιτικό, ιστορικό δράμα της χώρας και τις ανεπίλυτες, ενεργές αντιφάσεις της. Η περίοδος από τη δικτατορία του Μεταξά μέχρι της παρυφές της διωκτικής και ανισοβαρούς «ειρήνης» της δεκαετίας του 1950 είναι περίοδος πυκνότητας και έντασης, γι’ αυτό εύκολα μπορεί να περιπέσει κανείς στην εμφατική εικονογράφηση.

Η ιδιοτυπία του ντοκιμαντέρ του Καβουκίδη, με την πολύ δομημένη χρήση του υλικού του, δεν είναι η έμφαση, αλλά η προσεκτική και εμπεριστατωμένη διάνοιξη. Ερμηνευτική πρόταση πάνω στα ιστορικά ερωτήματα, «γίνεται» η ίδια η αρχιτεκτονική της αφήγησης και η εξαιρετική οικονομία. Στο «Τελευταίο σημείωμα», μια από τις ώριμες και πλούσιες στιγμές του Παντελή Βούλγαρη -με τη συμβολή της σεναριογράφου Ιωάννας Καρυστιάνη-, η μυθοπλαστική ευχέρεια «συμπιέζεται» έλλογα και εύστοχα.

Στην ταινία λειτουργούν αφηρημένα, λιγότερο δηλωτικά στοιχεία, οι χώροι, τα εξαιρετικά γκρο πλαν - πλήρη πορτρέτα, οι καταπληκτικοί φωτισμοί και ένα βαθύ ηχητικό σώμα από καλοχτισμένους διαλόγους - νύξεις, από σιωπές, από τη γεμάτη μουσική. Οι χαρακτήρες αναπτύσσονται, δεν δηλώνονται. Τους αναμορφώνει η σκηνοθετική διδασκαλία, που ξέρει να παίρνει από τους ηθοποιούς, αυτό που έχουν (καμιά φορά κι αυτό που απωθούν ή καταπιέζουν), χωρίς να κολακεύει τις ευκολίες τους.

Μια ταινία για τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη και τους 200 της Καισαριανής, που δεν ηθικολογεί ούτε καθηλώνεται στο ιστορικό ύψος των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Δεν μεταχειρίζεται την προφανή ισχύ των γεγονότων αναφοράς ούτε την αναμφισβήτητη πλαστική δύναμη του σκηνοθέτη. Η ταινία συντελείται.

Θέλω να πω ότι τα υψηλού επιπέδου εκφραστικά μέσα (όπως των ταινιών στις οποίες αναφέρομαι) μερικές φορές από μόνα τους οδηγούν στην ιστορική αξιοπιστία, στην ακρίβεια, στην αφηγηματική δικαιοσύνη. Ή, ακριβέστερα, μέρος της ιστορικής παραμόρφωσης που κυριαρχούσε για πολλά χρόνια στην πατρίδα μας -και αναβιώνει συχνά με μια βαμπιρική νεοδεξιά εμπάθεια- επένδυσε στο χαμηλό ταλέντο, την κοινοτοπία και την κινηματογραφική μεγαληγορία. (Ή για να το πω αλλιώς: δείτε τις ταινίες).

Δείτε όλα τα σχόλια