Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο αγριόγατος, ο φουρόγατος, ο ανταρτόγατος

Τον κρητικό αγριόγατο, τον ανταρτόγατο, θα τον γυρίσουν στο βουνό. Θα παραφυλάει, θα μάχεται, θα κινδυνεύει. Ό,τι δεν επιτρέπει η συλλογική μας νωθρότητα. Το ανένταχτο γατο-παλικάρι, ελκύει μια ακατάστατη και μη κτητική ζωοφιλία. Κυρίως όμως αποπειράται μια μεγάλη πολιτική αποκατάσταση. Έναντι του σκύλου φυσικά...

Είναι αληταράς, άγριος, πνίγει λαγούς, μικρά ερίφια. Τον τσάκωσε ο βοσκός στο κλουβί, τον μετέφεραν οι ειδικοί στο κέντρο. Σπαρταρούσε, στριφογύριζε, ένα μάτσο μυς και νύχια. Τον νάρκωσαν, κατέρρεε σιγά-σιγά. Ο φουρόγατος, ο αγριόγατος, ναρκωμένος μοιάζει με κανονικό σπιτίσιο γάτο. Μαλακός, γκρίζος, απλωμένος στο κτηνιατρικό τραπέζι, γλυκός φονιάς. Ούτως ή άλλως οι γάτοι, από χουζούρηδες και τρυφεροί, μπορούν να εξελιχθούν στη στιγμή σε φονικές μηχανές. Αρπάζουν τον ποντικό ή το φίδι, το πετούν θριαμβευτές στον αέρα, στο φέρνουν στην πόρτα. Σαν τη γάτα με το ποντίκι. Το αφήνουν μόλις πάει να τρέξει και το ξαναβουτάνε. «Τα παλιόγατα τ’ ατίθασα». Καμιά δουλοπρέπεια, καμιά δέσμευση, έξυπνη και χαριτωμένη ιδιοτέλεια. Σε αγαπούν όσο τα ταΐζεις. Στη Σάμο γνωρίζουν το αυτοκίνητο. Τρέχουν τα καθάρματα με σηκωμένες ουρές, περιμένοντας την κονσέρβα. Ο αρσενικός βαράει σφαλιάρες, νυχιές, διεκδικεί όλο τον χώρο, στρωμένο με κοτομπουκιές βεβαίως.

Με συγκίνησε ο αιχμάλωτος φουρόγατος. Μου θύμισε τους άπειρους γάτους των παιδικών μου χρόνων. Τις 17 σηκωμένες ουρές που μπλέκονταν στα πόδια τις μάνας μου, τα έντονα μάτια να κοιτούν με βουλιμία το ταψί με τα λαδωμένα ψωμιά. Βρομογατιά αγαπημένα, πολλά τα πατούσαν αυτοκίνητα -ενώ είχαν περάσει τον δρόμο, τρόμαζαν και επέστρεφαν στον θανατηφόρο τροχό. Ανεξάρτητα, σκληρά ζώα, με χαρακτήρα, μνήμη, θράσος. Αν μια φορά πηδήξουν στο πόμολο, μαθαίνουν να ανοίγουν την πόρτα -πρέπει να κλειδώνεις μετά. Μπορούν να ανοίξουν την κατσαρόλα, να κλέψουν το ψάρι που βράζει. Θυμάμαι το πατέρα μου να κυνηγάει μάταια τον κλέφτη με τον σαργό στο στόμα. Συνήθως πάνε μόνα στη γωνιά του χωραφιού να πεθάνουν, αν τύχει και προλάβουν να γεράσουν. Όταν σπουδάζαμε όλα τα αδέλφια και μας είχε κατσικωθεί στην Αθήνα η μάνα -τάχα μου για μαγείρεμα- ο πατέρας έμεινε μόνος στο νησί. Έγραφε. Ο Αλέξης μάζευε τις ελιές καλαμών και ο κόκκινος γάτος, ένας ρούσος, ήταν χωμένος στα φύλλα, με ξαφνικές επιθέσεις στα δάκτυλα. Πανούργος, αλλά ήπιος, ένα βράδυ, απρόοπτα γύρισε και πέθανε στο χαλί της εξώπορτας, συντρίβοντας τον γέρο.

Ο γάτος τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί ένα μεγάλο πολιτικό πλήγμα. Από τον σκύλο. Αρέσει στους μικροαστούς να κυκλοφορούν με το επιβλητικό λυκόσκυλο, να προβάλλονται, να κομπορρημονούν, να προεκτείνονται διά του μεγάσκυλου. «Καταπληκτικός. Πώς τον λένε;» ρωτούν οι έκθαμβοι. Η εγωπάθεια και ο ηττημένος μικροαστικός ναρκισσισμός δεν καλύπτεται από τον ατίθασο γάτο, αλλά από τον ντιζαϊνάτο σκύλο. Έτσι ο γάτος μεταφέρεται σε κάτι οικτρά πάνινα κλουβιά, αόρατος και φοβισμένος, ενώ ο κόπρος κυκλοφοράει με το κόκκινο περιλαίμιο με καρφιά, τάχα άγριος και πανκ. Ο αφεντικός υιοθετεί και αναθέτει όποιο ρόλο του χρειάζεται. Κρύβεται ούτως ή άλλως πίσω από το κατοικίδιο, μορφοποιεί την τρυφερότητα, τη ρώμη, διακηρύττει, επαίρεται. Το καημένο το ζωντανό δεν καταλαβαίνει τη σκηνοθεσία. Δεν καταλαβαίνει τον ρόλο που του αναθέτουν, ούτε τα κενά που πληρώνει. Αθώος ο σκύλος, ανυποψίαστος ο γάτος, πορεύονται, συντροφεύοντας τους μελαγχολικούς, τους ανασφαλείς, τους αφανισμένους.

Τον κρητικό αγριόγατο, τον ανταρτόγατο, θα τον γυρίσουν στο βουνό. Θα παραφυλάει, θα μάχεται, θα κινδυνεύει. Ό,τι δεν επιτρέπει η συλλογική μας νωθρότητα. Το ανένταχτο γατο-παλικάρι, ελκύει μια ακατάστατη και μη κτητική ζωοφιλία. Κυρίως όμως αποπειράται μια μεγάλη πολιτική αποκατάσταση. Έναντι του σκύλου φυσικά...

Δείτε όλα τα σχόλια