Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι μειώσεις φόρων δεν φέρνουν ανάπτυξη

Καθημερινή / N.Y. Times

[...] Τη δεκαετία του 1970 [...] ο φορολογικός συντελεστής για τα υψηλότερα εισοδήματα έφθανε το 70%. Επί τρεις δεκαετίες, κάτι περισσότερο από το 10% του εθνικού εισοδήματος κατέληγε στο 1% των πλουσιοτέρων της χώρας. Πολλοί οικονομολόγοι συμφωνούσαν με το επιχείρημα του κ. Λάφερ ότι οι υψηλοί φόροι θα αποθαρρύνουν κάποια στιγμή τις επενδύσεις, με αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. [...] «Το 1986 μειώσαμε τον ανώτατο φορολογικό συντελεστή από το 50% στο 28% και τον συντελεστή φορολόγησης των επενδύσεων από το 46% στο 34%», σχολιάζει ο Μπρους Μπάρτλετ, οικονομικός σύμβουλος του Ρόναλντ Ρέιγκαν. «Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μεγαλύτερη δημιουργία κινήτρων, αλλά δεν ενθυμούμαι να δόθηκε ισχυρή ώθηση στην ανάπτυξη». [...]

Σήμερα, το 1% του πληθυσμού απορροφά πάνω από το 20% του εθνικού εισοδήματος, διπλάσιο ποσοστό από το 1974. Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής βρίσκεται στο 39,6%, λίγο παραπάνω από το ήμισυ που ίσχυε τότε. Ποτέ άλλοτε δεν αλληλοεπηρεάζονταν περισσότερο η φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων με την παραγωγικότητα της χώρας. Αρχίζει να γίνεται ευρέως ξεκάθαρο ότι η μείωση των φόρων για τους πλούσιους όχι μόνον δεν θα ενισχύσει την ανάπτυξη αλλά μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη. Αυτό επισήμανε ο Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί μαζί με συναδέλφους του στα Πανεπιστήμια Μπέρκλεϊ και Χάρβαρντ. Ανέλυσαν τις οικονομίες του βιομηχανοποιημένου κόσμου από τη δεκαετία του 1970 μέχρι τα χρόνια πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και δεν διαπίστωσαν καμία σχέση ανάμεσα στη μείωση της φορολογίας και στην ανάπτυξη.

Χώρες όπου μειώθηκαν οι φόροι, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, δεν παρουσίασαν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης απ' ό,τι χώρες με αυστηρό φορολογικό καθεστώς, όπως η Δανία. Οι οικονομολόγοι διαπίστωσαν, εντούτοις, αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μείωση των φόρων και στη διεύρυνση της εισοδηματικής ανισότητας. Τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% των κατοίκων αυξήθηκαν πολύ περισσότερο στις χώρες όπου μειώθηκαν οι ανώτατοι φορολογικοί συντελεστές, όπως είναι οι ΗΠΑ, απ’ ό,τι στη Γαλλία ή τη Γερμανία, όπου δεν υπήρξε καμία μείωση. Δηλαδή, οι χαμηλότεροι φόροι ενίσχυσαν περισσότερο τα εισοδήματα των υψηλόβαθμων στελεχών και των πλουσίων αλλά όχι με ευεργετικό τρόπο για όλη την οικονομία, δηλαδή με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και επενδύσεων. Αντ’ αυτού δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για τη χειραγώγηση του συστήματος, ώστε κάθε απόφαση που λαμβανόταν να καταλήγει σε αύξηση των προγραμμάτων αποζημίωσης. Μάλιστα, ο κ. Πικετί καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ανώτατος συντελεστής στις ΗΠΑ θα μπορούσε να ξεπεράσει το 80%, χωρίς καμία επίπτωση στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Απόσπασμα άρθρου του Eduardo Porter στους N.Y. Times

Δείτε όλα τα σχόλια