Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μπάρκο

Πολλή ενέργεια και φαιά ουσία καταναλώσαμε -και καταναλώνουμε- ψάχνοντας το έξω μας. Στο μέσα μας· εκεί πρέπει να ταξιδέψουμε. Στην απώτερη ενδοχώρα, όπου βρίσκονται όλες οι προκλήσεις των άγνωστων, αχαρτογράφητων περιοχών

Του Κώστα Κουτρουμπάκη*

«Να περνάτε καλά!» Αυτή η εν είδει αποφώνησης ευχή υψώνεται στο κλείσιμο των συναντήσεών μας (πραγματικών και εικονικών) τα τελευταία χρόνια. Είμαστε δεν είμαστε καλά -αλήθεια, ποιος νοιάζεται γι’ αυτό;-, πρέπει να δείχνουμε ότι περνάμε καλά. Να παριστάνουμε με το στανιό τους χαρίεντες, βγάζοντας selfies για να τις «ποστάρουμε» στο Facebook δηλώνοντας παράλληλα -μείναν άνεργοι και οι χαφιέδες με το Wi-Fi!- το γεωγραφικό μας στίγμα. Να προσκυνούμε τον συρμό της τηλεόρασης με τις ταξιδιωτικές εκπομπές και τις εκπομπές μαγειρικής. Έγινε η καλοπέραση η κατηγορική προσταγή των καιρών μας, η επιτομή του life style. Οι κοινωνίες μας έχουν άκρα δυσανεξία στη θλίψη, τη μόνωση, στα αδιέξοδα που τις στοιχειώνουν.

Δεν είναι βέβαια η σύγχρονη κοινωνία η πρώτη που παράγει τέτοια φαινόμενα. Είναι όμως θαρρώ από τις λίγες, αν όχι η μόνη, που τα κουκουλώνει με τόσο επιτυχημένο τρόπο· όχι μόνο δεν νιώθει το «χρέος» να τα αντιμετωπίσει, αλλά μεταθέτει το πρόβλημα στους ίδιους τους φορείς, τους δαιμονοποιεί. Δεν είναι η θλίψη κακή, κακοί είναι οι θλιμμένοι. Προκειμένου λοιπόν να στιγματιστούν, ας προσποιούνται τους χαρούμενους. Ζούμε σε μια καταναγκαστική συλλογικότητα καλοπερασάκηδων, όπου όχι μόνο η αριστοτελική ευδαιμονία (που αν την κατακτήσεις, κρατάει για πάντα) αλλά ακόμη και η ευτυχία (που μπορεί να κρατάει λίγο) είναι «εκτός ύλης». Έχουν εξοβελιστεί αυτές από μια πρόσκαιρη, στιγμιαία ηδονή, σαρκική κατά βάση. Δεν είμαι κατά της σαρκικής ηδονής -τουναντίον-, αλλά τι νόημα έχει αυτή, αν δεν συνεπαίρνει, αν δεν συμπαρασύρει το πνεύμα; Τι νόημα έχουν όλες αυτές οι εφήμερες «αρπαχτές» που εδράζονται στην κατανάλωση -γι’ αυτό άλλωστε αναλώνονται γρήγορα- και έχουν μετατρέψει τη ζωή μας σε ένα νεκροταφείο μικρών απολαύσεων, σε ένα πρωτεϊκό παζλ με λειψά κομμάτια, σε μια αποθέωση του «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε»;

Η ηδονή κάθε είδους γίνεται αισθητή και αξιοβίωτη μόνο όταν εναλλάσσεται με την «μη ηδονή». Αυτή είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων την οποία προσπαθούμε να ανατρέψουμε χωρίς να έχουμε συνειδητοποιήσει το τίμημα. Ίσως να ευθύνεται κι αυτό που η κατάθλιψη, με όλη τη «χαριτωμενιά» του συγκαιρινού modus vivendi, «χτυπάει κόκκινα». Δεν τη βαστάμε τόση ελαφρότητα. Μπουκώσαμε.

Πόση καλοπέραση, πόση «παραμύθα» χωράει στους μνημονιακούς καιρούς μας; Πόσες σμιγμένες, μα ασυνάντητες δόσεις βαρβαρότητας και «δηθενιάς» σηκώνει το ταπεινό μας σαρκίο; Πόση ψύχωση, ατομική και κοινωνική, παράγει αυτό το κοντράστ; Σε ποια κρίση ταυτότητας μας οδηγεί;

Χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο εκεί που θα έπρεπε να αντικρίσουμε τη θλίψη μας κατάματα και να την αποδεχτούμε. Και το κυριότερο: να δεχτούμε την πρόκληση, να την πάμε, ένα βήμα πιο πέρα κάνοντάς τη δημιουργία, τραγούδι, έκφραση, εργαλείο ομφαλοσκόπησης, μήτρα φιλοσοφικών ερωτημάτων, πνευματική μεταρσίωση. Ούτε πεισιθάνατοι ούτε «πεισίλυποι» ούτε μίζεροι ήμασταν όταν τα κάναμε αυτά στο παρελθόν, το πρόσφατο αλλά και το πιο μακρινό. Ήταν αυτή η παρρησία που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους στα δύσκολα, μας «σήκωσε λίγο ψηλότερα», μας χαρακτήρισε.

Περισσεύουν στην εποχή μας οι Αράχωβες με τους σκλάβους του τριημέρου, τα ανεξόφλητα τζιπ και τα σαχλοκούδουνα που χορεύουν πάνω στα τραπέζια. Πολλή ενέργεια και φαιά ουσία καταναλώσαμε -και καταναλώνουμε- ψάχνοντας το έξω μας. Στο μέσα μας· εκεί πρέπει να ταξιδέψουμε. Στην απώτερη ενδοχώρα, όπου βρίσκονται όλες οι προκλήσεις των άγνωστων, αχαρτογράφητων περιοχών. Δεν πρόκειται για ανάλαφρο ταξιδάκι αναψυχής. Πρόκειται για επίπονο, κοπιώδες ταξίδι αυτογνωσίας. Μα μόνο αυτή η βύθιση εντός μας μπορεί να μας οδηγήσει έξω στο φως της γνώσης και της ελευθερίας· μόνο αυτό το μπάρκο στους μέσα μας ωκεανούς μπορεί να σβήσει το barcode των εγκλείστων του life style, να σπάσει τα στεγανά, να μας καταστήσει απελεύθερους, σαν τους δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου.

Κώστας Κουτρουμπάκης είναι φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

Δείτε όλα τα σχόλια