Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ταξίδι Κυψέλη - Σάμος με υπερωκεάνιο

Τα καλοκαίρια κατέβαινε λαός για τα ιαματικά λουτρά, οι γριές μετεωρίζονταν ανάμεσα στη σκάλα και τη βάρκα, οι ναύτες τις κράταγαν σφικτά (από τις τελευταίες αντρικές αγκαλιές που θα ’νιωθαν)

Του Δημήτρη Σεβαστάκη

Το ταξίδι Πειραιάς - Σάμος με το ατμόπλοιο “Μυρτιδιώτισσα” διαρκούσε σχεδόν δύο μέρες. Αν ζαλιζόσουν, την είχες βάψει. Έπιανε άπειρα λιμάνια, έπλεε αργά και βαριά. Μαύρο με άσπρα καταστρώματα, είχε κάθετη πλώρη και οι λαμαρίνες δένονταν μεταξύ τους με «πριτσίνια». Οι καμπίνες πρώτης θέσης ήταν σαν δωμάτια σπιτιού. Ξυλόγλυπτα συμπλήρωναν τα κρεβάτια, μεγάλα φινιστρίνια με υπέροχες κουρτίνες, σφαιρικοί αεραγωγοί. Πριν ακουστεί η σφυρίχτρα, έβγαζε μαύρο καπνό απ΄ το φουγάρο. Έριχνε τις σκάλες στο πλάι, να κατέβει ο κόσμος. Ειδικά στην Ικαρία, που σε πολλά λιμάνια χρησιμοποιούσαν «ακάτους» -μεγάλες βάρκες- αφού το καράβι δεν μπορούσε να πλευρίσει στους ανύπαρκτους προβλήτες των χωριών. Να σημειώσουμε ότι πολλά Ικαριώτικα χωριά ήταν απρόσιτα από την ξηρά.

Τα καλοκαίρια κατέβαινε λαός για τα ιαματικά λουτρά, οι γριές μετεωρίζονταν ανάμεσα στη σκάλα και τη βάρκα, οι ναύτες τις κράταγαν σφικτά (από τις τελευταίες αντρικές αγκαλιές που θα ’νιωθαν). Κόσμος, καλάθια, αχθοφόροι με τις καρό βαλίτσες στους ώμους. Στα καταστρώματα, φτωχολογιά. Μαύροι, αδύνατοι, ρυτιδιασμένοι, κάπνιζαν. Έβγαζαν μια πετσέτα, ξετύλιγαν λίγο φαΐ, ψωμί, ελιές, ντομάτα. Είχαν ανέβει στην Αθήνα για υποθέσεις. Άλυτα ζητήματα, είχαν πάει σ’ ένα γνωστό δικηγόρο, φίλο γνωστού τους, που ήξερε τα κόλπα. Νύχτα, πλησίαζε η Σάμος. Είχε σχεδόν πάντα φουρτούνα, το καράβι σκαμπανέβαζε, είχε ρυθμό, προέβλεπε κανείς την κλίση, μετρούσε τα ρυθμικά τριξίματα και χτυπήματα.

Τα πρώτα φώτα από τους Δρακαίους, ημιορεινό βορειοδυτικό χωριό, φάτσα στον καιρό. Ο πατέρας ήταν εξόριστος στο Παρθένι της Λέρου, είχα κάνει την τρίτη Δημοτικού στην Κυψέλη. Γυρίζαμε τα τρία παιδιά με τη μάνα μας. Πήραμε ταξί απ’ το λιμάνι. Το σπίτι μας σκοτεινό, μόνο, βρεγμένο. Μπροστά, η φουρτουνιασμένη θάλασσα είχε διαβρώσει αρκετά την παραλία τον χειμώνα. Μπήκαμε από την πίσω πόρτα. Η μάνα μας άνοιξε τον γενικό, οι λάμπες φώτισαν ισχνά με το ρεύμα «των 120» που παρείχε τότε η Δημοτική Ηλεκτρική. Το σπίτι ήταν παγωμένο, υγρό, γεμάτο ποντίκια που έτρεχαν να κρυφτούν. Το θέρος που πλησίαζε, ήταν χειμωνιάτικο, κοπιαστικό, ειδικά για τη μάνα μας.

Τα χρόνια του ‘60 ήταν δύσκολα στα νησιά. Κόβονταν το νερό, οι άνθρωποι ζούσαν από τα αγροτικά, το ψάρεμα και τα εμβάσματα των ναυτικών ή των μεταναστών. Οι οικογένειες των αριστερών που έλειπαν στην εξορία ζούσαν ακόμα πιο δύσκολα. Απομονωμένες, φτωχές, τα παιδιά αποκλεισμένα από τις κρατικές δομές.

Φυσικά σήμερα κανείς δεν συνδέει το καλοκαίρι με κάτι έξω από τις διακοπές, ιδίως στα νησιά. Όλοι δεσμεύονται από ένα θέρος, ανίκητο, δημαγωγικό, σκηνοθετημένο. Αυτό, ενώ φαίνεται αυτονόητο, στην πραγματικότητα ενέχει μια τεράστια παραγωγική και πολιτιστική μετάπλαση. Αυτά που περιγράφω στο πρώτο μέρος του κειμένου ακουμπάνε στην προ-τουριστική μορφή οικονομίας. Σήμερα αυτό που μπορεί κανείς να περιγράψει είναι το ανάποδο. Το τότε διήμερο ταξίδι με το “Μυρτιδιώτισσα” σήμερα είναι 8ωρο, τα πλοία είναι τεράστια, σαν τα παλιά υπερωκεάνια, τα σαλόνια είναι λαμπρά - παίζουν οι σχεδιαστές με τους καθρέφτες και τους φωτισμούς. Υπάρχει όμως ένας σιωπηλός, που θα μείνει και φέτος στην Κυψέλη, θα βγει το απόγευμα στη Φωκίωνος, θα πιει μια μπύρα στο παγκάκι. Θα θεωρεί τα νησιά τόπους προνομίων, απρόσιτους και δυσεύρετους. Δεν θα είναι ηλιοκαμένος και ρυτιδιασμένος από τον ήλιο των χωραφιών, θα είναι περίλυπος όμως χαζεύοντας την οθόνη στο πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Κατάγεται ίσως ο Κυψελιώτης απ’ τον γέρο τού “Μυρτιδιώτισσα”. Σε κάποιο ταξίδι ίσως έμεινε, έζησε, και σαν να συναντάει τη δυσκολία, μια παραλλαγμένη δυσκολία του προγόνου του. Το πρόβλημα δεν είναι η επάνοδος μιας φτώχειας όσο ο περίλυπος θαμώνας της.

Δείτε όλα τα σχόλια