Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Λυπημένη χαρά

Του Δημήτρη Σεβαστάκη

Μπορεί να πικραίνεται κανείς, ειδικά με ηλίθιους και φανατικούς, να εκπλήσσεται με αντισυντρόφους, να τσαντίζεται με τις γραφειοκρατικές υπεκφυγές του πολιτικού σπιτιού, να έχει τάσεις φυγής, να τον πιάνει η ανάγκη ολικής απόρριψης, αλλά πέρα από τη μιαρή πολιτική υπάρχει και το καλοκαίρι. Ένα μικρό καλοκαίρι, ένα ένοχο θέρος. Όχι σαν το κολασμένο του 2015, ούτε ελώδες σαν του 2016. Ένα καλοκαίρι πιο εύστοχο, αφού έπεται. Προσδοκάται. Ποια είναι η χρονική σειρά; Ποιο μέρος; Τι σημασία έχει; Θα κουβαλάει κανείς αυτή την πικρή γεύση τού τι αμείβεται, τι πριμοδοτείται τελικά. Η βίαιη πίεση ή γλυκιά πίεση, η διαρροή, ο εκβιαστικός υπαινιγμός.

Το ’χω ξαναγράψει: Το 1983 έφυγα και με έφυγαν κομματικά, αλλά επέζησα στην ιδεολογική και συναισθηματική έρημο. Τώρα ανακεφαλαιώνω. Τις διπροσωπίες, την ευτέλεια, τις σαπισμένες σχέσεις, τους ρηχούς συνδέσμους. Μπορώ και ανακεφαλαιώνω γιατί θυμάμαι. Σκέφτομαι, διασταυρώνω, συνδέω, μα πιο πολύ αισθάνομαι. Όταν νιώθω αποστροφή, μπορώ και να το διασκεδάσω. Να είμαι πιο πεινασμένος για ελάχιστη ηρεμία, για αγάπη, για ζωγραφική, για τους δικούς μου, τους πιο στενούς δικούς μου δικούς μου.

Το καλοκαίρι είναι εποχή τύψης. Πάντα υπολείπομαι, πάντα δεν προλαβαίνω το καίριο, πάντα χάνω το μείζον. Χάνω ένα έργο, χάνω μια βραδιά, χάνω έναν φίλο. Χάνω, δηλαδή τρέχει πιο γρήγορα από τις δυνατότητές μου το θέρος. Γίνεται πάντα κάτι πιο πολύ απ’ αυτό που μπορώ, απ’ αυτό που αντέχω, απ’ αυτό που χρειάζομαι.

Θέλω να φύγω, λοιπόν, εμένα δεν αντέχω, εμένα δεν υπολήπτομαι. Αυτό που δεν φτάνω δεν είναι το καλοκαίρι που τρέχει όσο τον εαυτό μου που λιγοστεύει.

Ο Λειβαδίτης, παρ’ όλη τη νύχτα του, είχε μια ιδιόρρυθμη χαρά, μια μελαγχολική ευεξία. Στη μετεφηβεία μου, διάβαζα προσπαθώντας να διαχειριστώ μια τεράστια στεναχώρια. Ανακάλυπτα αυτό το παιχνίδι αντιθέτων. Να μεταχειρίζεσαι την ποίηση για να σωθείς. Να χρησιμοποιείς τη μελαγχολία για να χαρείς. Μια θρησκευτική λειτουργία αντιστροφών, για τα πιο προσωπικά, τα πιο μύχια, τα ένδικα και δικά σου. Κάπως διαμόρφωσα ένα τέχνασμα βοήθειας και σωτηρίας. Η ποίηση επινοούνταν ως εγχειρίδιο ανάγκης, όχι ως απλό ανάγνωσμα ή πόζα. Η ποίηση μπορούσε σε παλιόχαρτα, σε φτηνές εκδόσεις να γίνει σπουδαία εμπειρία που διατρυπούσε την εφηβική ηδονοθηρία, που τρυπούσε τον αυτοέρωτα, τον αυτοθαυμασμό και την ανασφαλή περιφρόνηση του κόσμου. Όχι μόνο του ενεστώτος, αλλά και του ιστορικού κόσμου, του βαθέως κόσμου, του πυκνού πολύκοσμου εμένα του εφήβου.

Πολλοί παλιοί εξόριστοι έγραφαν ποίηση. Ηρωική, επική. Πήγαιναν σε τυπογραφία στα Εξάρχεια, έκαναν αυτοεκδόσεις, φτηνές. Τα μοίραζαν στις ταβέρνες Σάββατο βράδυ που ήταν μπουκωμένες από φοιτηταριό και διαφόρων τύπων ήρωες. Τάχα μου ή κανονικούς. Όλες οι ποιητικές συνθέσεις ήταν επηρεασμένες από Ρίτσο, Βάρναλη ή Μαγιακόφσκι και μιλούσαν για το μέλλον που ολόλαμπρο και νικηφόρο θα έρθει. Η «χαμηλή φωνή» αυτών των αυτοσχέδιων και ελασσόνων έπαιρνε νόημα από τα συμφραζόμενα. Καλοκαίρια σε ταβέρνες με φίλους, κορίτσια και ίσως αντιπάλους. Τον Λειβαδίτη τον χρειαζόμουν για να σταθώ, του αυτοχρησμένους ποιητές τους χρησιμοποιούσα. Ήταν το ταπεινό όχημα να μιλήσεις φωναχτά με τον αριστεριστή, να τραγουδίσεις στα δυστυχισμένα αυτιά της φίλης σου μετά την τρίτη ρετσίνα. Μια φωναχτή παρέα με το φτηνό βιβλίο στο ταβερνιάρικο τραπέζι.

Κοντά και μακριά από τα λυγμικά «Βιολί για μονόχειρα» και τον «Διάβολο με το κηροπήγιο». Ο Λειβαδίτης, όπως κάθε σημαντικός, μπορούσε (και συνεχίζει) να ακουμπήσει γλυκά στο τραπέζι, αγγίζοντας με επιείκεια τη ράχη του ελάσσονος συναδέλφου του.

Δείτε όλα τα σχόλια