Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς αξιολόγηση;

Η προοπτική εξόδου από τα Μνημόνια φέρνει το πολιτικό σύστημα ενώπιον προγραμματικού κενού. Τα κόμματα κάτι θα πρέπει να «αφηγηθούν» στην κοινωνία και στα επιμέρους στρώματα που θέλουν να κερδίσουν. Και η «ανάπτυξη» δεν συνιστά αφήγηση επαρκή για να ανακτηθούν οι χαμένες ιδεολογικές ταυτότητες, για να ξαναχαραχθούν οι διαχωριστικές γραμμές και να αποκατασταθούν οι ειδοποιοί διαφορές

Από τον Μάιο του 2010 μέχρι σήμερα, η πολιτική ατζέντα στη χώρα είναι μονοδιάστατη. Ακολουθεί τον κύκλο των Μνημονίων, των αστοχιών, των διαψεύσεων και των αποτυχιών τους. Έμεινε προσκολλημένη στην τελετουργία των αξιολογήσεων. Όλες, με διαβαθμίσεις, εξελίχθηκαν ως θρίλερ: πόσα θα είναι τα προαπαιτούμενα, ποιος θα είναι ο λογαριασμός τους, πότε θα έρθει η δόση, πόση θα είναι, θα προλάβουμε τις λήξεις των ομολόγων;

Η τελετουργία της επιτήρησης και η μονοδιάστατη ατζέντα που επέβαλε στον πολιτικό διάλογο είχε ένα καταλυτικό αποτέλεσμα στο πολιτικό σύστημα: σχεδόν εξαφάνισε τα προγράμματα των κομμάτων που υποχρεώθηκαν να διαχειριστούν ως κυβερνήσεις την εφαρμογή των Μνημονίων. Και μαζί εξαφάνισε και τις βασικές διαχωριστικές τους γραμμές. Ο πολιτικός τους ανταγωνισμός περιορίστηκε στο πεδίο της «ικανότητας στη διαπραγμάτευση» και της «αποτελεσματικότητας στην εφαρμογή». Καμιά κυβέρνηση, ούτε η τωρινή, δεν κατάφερε να διαρρήξει την αμείλικτη συνοχή της συνταγής των μνημονίων, πυρήνας της οποίας ήταν και παραμένει η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση» -κι αυτή απατηλά και μονομερώς εφαρμοσμένη-, ένας τεχνοκρατικός ευφημισμός για την εξουθενωτική λιτότητα εις βάρος των φτωχότερων και μεσαίων στρωμάτων και, κυρίως, για την ισοπεδωτική διατίμηση της εργασίας.

Είναι αλήθεια ότι καμιά κυβέρνηση δεν πίστεψε στον «ορθολογισμό» της μνημονιακής συνταγής. Ούτε του ΠΑΣΟΚ, ούτε της Ν.Δ., ούτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ. Όχι μόνο λόγω διαφωνίας με τις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «μεταρρυθμίσεις», αλλά και για λόγους πολιτικής αυτοσυντήρησης. Όλες οι κυβερνήσεις, με την εξαίρεση ορισμένων «πρωτάρηδων» του 1ου Μνημονίου που είχαν διακηρύξει το περίφημο «ακόμη κι αν δεν υπήρχαν τα Μνημόνια θα έπρεπε να τα εφεύρουμε», διαβεβαίωναν ότι «δεν πιστεύουν στα Μνημόνια». Αυτό κωδικοποιήθηκε από τους δανειστές στην κριτική περί «έλλειψης ιδιοκτησίας» των προγραμμάτων που τα οδηγούσε σε αποτυχία, σε αντίθεση με τα άλλα μνημονιακά success stories.

Η αναγκαστική διγλωσσία των κυβερνήσεων -«εφαρμόζουμε ένα πρόγραμμα που δεν το πιστεύουμε»- δεν είναι υποκριτική. Είναι ειλικρινής. Ακόμη κι αν το τρίτο Μνημόνιο το διαχειριζόταν μια κυβέρνηση Ν.Δ. υπό τον νεοφιλελεύθερο Κυρ. Μητσοτάκη, θα ήταν αυτοχειρία να ενστερνιστεί τις φορολογικές επιβαρύνσεις και τις μειώσεις στις συντάξεις. Θα αναζητούσε κι αυτή κάποιο μείγμα «αντίμετρων», προφανώς στην κατεύθυνση της μείωσης της φορολόγησης των επιχειρήσεων ή της προσφιλούς της «μείωσης του σπάταλου κράτους». Έτσι, καθώς όλες οι κυβερνήσεις των Μνημονίων αναγκάστηκαν να βάλουν στο ράφι τα προγράμματά τους, επικεντρώθηκαν στη μόνη προσδοκία που απέμενε: την ολοκλήρωση των Μνημονίων και την έξοδο από τη σκληρή επιτροπεία των δανειστών.

Σ’ αυτό που απέτυχαν οι κυβερνήσεις των δύο πρώτων Μνημονίων, υπό την πίεση μιας κοινωνίας εν βρασμώ, υπάρχει πιθανότητα να πετύχει αυτή η κυβέρνηση. Η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης σηματοδοτεί τη -νομοθετική- εφαρμογή του 90% του Μνημονίου. Με την εκταμίευση της δόσης των 8,5 δισ. απομένει ένα απροσδιόριστο ακόμη ποσό από το αρχικό δάνειο των 86 δισ. -προφανώς δεν θα χρησιμοποιηθεί όλο- που θα συνοδεύσει τις επόμενες «ήπιες» αξιολογήσεις.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι όλα εξελίσσονται «κανονικά», χωρίς θρίλερ και απρόοπτα, μέχρι το φθινόπωρο του 2018, οπότε κηρύσσεται η λήξις της οκταετούς εκτάκτου ανάγκης. Ωραία. Και μετά, τι; Τώρα, τι θα γένουμε χωρίς αξιολογήσεις, δόσεις και κουαρτέτο; Με ποια ακριβώς προγράμματα θα πορευτούν τα κόμματα που διεκδικούν τη διακυβέρνηση; Πώς θα απογαλακτισθούν από τα Μνημόνια, πώς θα βγουν από την κολυμβήθρα της «μεταρρυθμιστικής» ομογενοποίησης; Πώς θα διαφοροποιηθούν και θα επαναχαράξουν τις διαχωριστικές τους γραμμές;

Ανεξάρτητα από το αν πιστεύει κανείς ότι υπήρχε ή όχι εναλλακτική λύση στον μονόδρομο των μνημονίων, η προοπτική εξόδου από το βασανιστικό τους πρωτόκολλο φέρνει το πολιτικό σύστημα ενώπιον υπαρξιακού κενού. Για την ακρίβεια, προγραμματικού κενού. Τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με μια κοινωνία που έχει μετασχηματιστεί ριζικά και βίαια μέσα σε οκτώ χρόνια, από κορυφής έως ονύχων. Από την επιχειρηματική της ολιγαρχία, μέχρι το νεανικό πρεκαριάτο, που πλειοψηφεί στην απασχόληση. Παρ’ ότι η έξοδος από την επιτροπεία είναι μόνο τυπική, αφού η μακροχρόνια δέσμευση σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αφήνει ελάχιστα περιθώρια απόκλισης από την «ορθοδοξία» του Μάαστριχτ και του Δημοσιονομικού Συμφώνου, τα κόμματα κάτι πρέπει να «αφηγηθούν» στην κοινωνία και στα επιμέρους στρώματα που θέλουν να κερδίσουν. Και η «ανάπτυξη» δεν συνιστά αφήγηση επαρκή για να ανακτηθούν οι χαμένες ιδεολογικές ταυτότητες, για να ξαναχαραχθούν οι διαχωριστικές γραμμές και να αποκατασταθούν οι ειδοποιοί διαφορές. Αυτό το προγραμματικό κενό που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό σύστημα αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι τα Μνημόνια ίσως περισσότερο από προγράμματα οικονομικής προσαρμογής ήταν προγράμματα πολιτικής πειθάρχησης. Και εξαιρετικά επιτυχή, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

 

Δείτε όλα τα σχόλια