Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο δρόμος

Jacob Lawrence, Panel 3, 1940-41

Καθημερινά έχω μαρτυρίες για τις απάνθρωπες συνθήκες υποδοχής των προσφύγων στην Ιταλία

Στο κέντρο υποδοχής προσφύγων όπου εργάζομαι εθελοντικά εδώ και έναν χρόνο, σε ένα φτωχό προάστιο του Παρισιού, βλέπω κάθε εβδομάδα δεκάδες μετανάστες που έρχονται στην Ευρώπη με την ελπίδα να σώσουν τη ζωή τους. Πολιτικοί πρόσφυγες από δικτατορίες αφρικανικές που στηρίζουν οι πρώην αποικιακές αυτοκρατορίες, πληθυσμοί που υφίστανται πραγματική γενοκτονία, που έχουν βασανιστεί απάνθρωπα, που τους έχουν σκοτώσει την οικογένειά τους μπροστά στα μάτια τους, που έχουν δει το σπίτι τους να καίγεται, τις γυναίκες τους και τους αδερφές τους να βιάζονται, που έχουν ζήσει τη φρίκη των ιδιωτικών φυλακών της Λιβύης και τον θανάσιμο κίνδυνο της Μεσογείου.

Πολύ γρήγορα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Σε αυτούς που δεν μπορούν να ζητήσουν άσυλο στη Γαλλία λόγω του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙΙ, ο οποίος τους υποχρεώνει να γυρίσουν πίσω στην Ιταλία, πρώτη ευρωπαϊκή χώρα όπου εξαναγκάστηκαν να αφήσουν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα, και σε εκείνους που μπορούν να κάνουν αίτηση στη Γαλλία.

Βέβαια, κάποιοι από αυτούς χαίρουν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Η Ευρώπη με τον πλέον παράνομο τρόπο τους στέλνει πίσω στη χώρα τους σε βέβαιο θάνατο. Όπως αυτό συνέβη στον θείο ενός ασθενούς. «Φοράω ακόμα το παντελόνι του» μου είπε πριν προσθέσει ότι από τότε που τον έστειλαν με άλλους 40 Σουδανούς στο Χαρτούμ, αγνοείται η τύχη του. Είναι αυτονόητο: το επίσημο κράτος της χώρας του σκοτώνει τον γηγενή μη αραβικό πληθυσμό του Νταρφούρ.

Καθημερινά έχω μαρτυρίες για τις απάνθρωπες συνθήκες υποδοχής των προσφύγων στην Ιταλία: Βασανιστήρια, στέρηση τροφής και νερού, άρνηση παροχής ιατρικών υπηρεσιών προκειμένου να τους πάρουν τα δακτυλικά αποτυπώματα. Και βέβαια στη Λιβύη -με την οποία συνεργάζεται η Ευρώπη- οι συνθήκες είναι ακόμα χειρότερες.

Οι ασθενείς μου προτιμούν να πνιγούν στη Μεσόγειο από το να τους διασώσουν οι αρχές της Λιβύης. Όπως ο εικοσιπεντάχρονος Μοχάμεντ Ίσα, που έχασε δύο φορές όλη του την οικογένεια: Την πρώτη φορά, όταν παρακρατικές ομάδες ήρθαν στο χωριό του στο Νταρφούρ, έκαψαν όλα τα σπίτια και σκότωσαν όσους δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν. Εκείνος, νεαρός έφηβος τότε, έτρεξε και δεν τον πρόλαβαν. Τον συνέλαβαν όμως αργότερα. Φυλακίστηκε και βασανίστηκε απάνθρωπα με την υποψία ότι στήριζε την αντίσταση στη δικτατορία. Κατάφερε να ξεφύγει από τη φυλακή του. Με τεράστιους κινδύνους έφτασε στη Λιβύη, όπου έζησε οχτώ χρόνια. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να πηγαίνουν λίγο καλύτερα. Παντρεύτηκε μια κοπέλα από τον τόπο του, αλλά στο μεταξύ το χάος επικράτησε στη χώρα. Όταν γεννήθηκε το μωρό τους, πήραν την απόφαση να φύγουν από τη Λιβύη, χώρα όπου «έναν μαύρο οποιοσδήποτε μπορεί να τον πουλήσει για σκλάβο ή να τον σκοτώσει». Οι Λίβυοι τους έπιασαν στη θάλασσα, τους γύρισαν πίσω και τον χώρισαν από τη γυναίκα του και το παιδί του. Τον πήγαν φυλακή όπου ξαναβασανίστηκε. Βγαίνοντας, έψαξε παντού τη γυναίκα του και το παιδί του. Δεν βρήκε κανένα ίχνος τους. Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν κατάφερνε να κοιτάξει τον συνομιλητή του και κρατούσε το τραπέζι λες και θα σωριαζόταν κάτω αν το άφηνε. Τώρα είναι κάπως καλύτερα. Μου ζήτησε να μιλήσω για την ιστορία του με την ελπίδα κάτι να μάθει για την οικογένειά του. Ο γιος του Αδάμ, αν είναι ζωντανός, θα είναι ενάμισι χρόνων.

Κάθε πρωί λοιπόν στο λεωφορείο που περνάει από τη λεωφόρο Καρλ Μαρξ, την οδό Λένιν και τη λεωφόρο Σαλβαδόρ Αλιέντε, στο κόκκινο προάστιο του Μπομπινί, προετοιμάζομαι για το τι θα αντιμετωπίσω και στο μυαλό μου οι ασθενείς μου χωρίζονται σε αυτές τις δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που έχουν την ελπίδα να καταθέσουν τη μαρτυρία τους εδώ και σε εκείνους που θα πρέπει να φύγουν σε μια χώρα με ελάχιστες υποδομές, όπου το πλέον πιθανό είναι να ξαναβρεθούν στον δρόμο λόγω του κανονισμού του Δουβλίνου.

Δουβλίνο ΙΙΙ, κανονισμός 604/2013. Ένας αιώνας πέρασε από την εξέγερση του Πάσχα του 1916 και τη βίαιη καταστολή της μετά από έξι μέρες άγριων οδομαχιών που θύμιζαν παρισινή Κομούνα στην πόλη της Δεύτερης και της Τρίτης από τις Τέσσερις Ματωμένες Κυριακές των αγγλοϊρλανδικών σχέσεων (13.11.1887, 31.8.1913, 21.11.1920, 30.1.1972). Στις 26 Αυγούστου 1913 ξεκίνησε η μεγαλύτερη απεργία στην Ιστορία της Ιρλανδίας και στις 31 οι διαδηλωτές χτυπήθηκαν βάναυσα από την αστυνομία.

Κοντά 60 χρόνια μετά, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο Χιλιανός Σαλβαδόρ Αλιέντε έλεγε στον τελευταίο του λόγο, καθώς οι δυνάμεις του δικτάτορα Αουγούστο Πινοσέτ, με τη στήριξη των Αμερικάνων, πολιορκούσαν το προεδρικό μέγαρο: «Άλλοι άνθρωποι θα ξεπεράσουν αυτή τη σκοτεινή και πικρή στιγμή προδοσίας που προσπαθεί να επικρατήσει. Να πηγαίνετε προς τα εμπρός γνωρίζοντας ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θα ανοίξουν και πάλι και οι ελεύθεροι άνθρωποι θα περπατούν μέσα από αυτές για να χτίσουν μια καλύτερη κοινωνία».

Ο δρόμος από το Δουβλίνο στο Μπομπινί περνάει από το Μάντσεστερ και το Λονδίνο, θυμίζοντας μέσα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις ότι όταν καίγεται το σπίτι του γείτονα, κάποια στιγμή θα καεί και το δικό σου. Και ότι κάθε ανθρώπινη ζωή έχει την ίδια ανεκτίμητη αξία, είτε πρόκειται για πρόσφυγες είτε για θύματα τρομοκρατίας.

* Η Χριστίνα Αλεξοπούλου είναι ψυχολόγος και διδάκτωρ Ιστορίας. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της ΙΝΑLCO (Παρίσι)

Δείτε όλα τα σχόλια