Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η φωνή

Καλοκαίρι του 1979 μετακόμισα οριστικά στην Αθήνα. Μην φανταστείτε, ελάχιστες αποσκευές, μυαλά πάνω απ’ το κεφάλι και καραβιές όνειρα γεμάτος.

Το πρώτο βράδυ, στον πέμπτο όροφο μιας γκαρσονιέρας στην Ερεσσού, στα Εξάρχεια, κοιτούσα τους άδειους τοίχους κι ένιωθα την ακαταμάχητη έλξη της νύχτας να με ωθεί στους δρόμους. Δεν είχα ακόμα φίλους, στέκια και προσανατολισμό κι όλη αυτή η συνθήκη με γέμιζε μ’ ένα αίσθημα ανακούφισης. Ώσπου, αίφνης, ακούστηκε μια φωνή να αντηχεί στο άδειο διαμέρισμα. Να ήταν της φαντασίας μου; Κράτησα την ανάσα μου, μην την τρομάξω και την διώξω. Ήταν μια φωνή τόσο οικεία, σαν τραγούδι! Δεν έπεσα έξω. Τραγούδι ήταν. Το πιο όμορφο τραγούδι που άκουσα ποτέ…

Η φωνή είχε πάθος και έκφραση - σαν πρώτη φορά να άκουγα μιαν αλήθεια που με γέμιζε. Κοίταξα γύρω μου αμήχανα λες κι έψαχνα κάποιον γνώριμο από παλιά. Ήμουν νέος, όμως, για παλιές γνωριμίες και μαγνητισμένος, με όλες μου τις αισθήσεις σε εγρήγορση, σαν να καταγινόμουν με ένα αγαπημένο άθλημα, προσπαθούσα να εντοπίσω τη φωνή, για την ακρίβεια τη μελωδία που απόπνεε. Ένιωθα σαν να βρισκόμουν μπροστά σε μιαν ευκαιρία που από μένα πια εξαρτιόταν αν θα την άρπαζα ή αν θα χάνονταν. Σαν υπνωτισμένος γλίστρησα στη μικρή κουζίνα, άνοιξα το παραθυράκι του φωταγωγού κι έλαμψε ο κόσμος μου. Η φωνή απήγγελλε στίχους του Σολωμού. Μαγεμένα λόγια ανέβαιναν μ’ έναν σοφό ρυθμό από τον βρόμικο φωταγωγό. Η απαγγελία συνεχίστηκε. Στην πραγματικότητα δεν σταμάτησε ποτέ, ούτε καν την αποφράδα ημέρα που χάθηκε από τις ζωές μας ο Δημήτρης Αρμάος. Η φωνή του ηχεί συνέχεια μέσα μου σαν ένα φτερούγισμα διακριτικό - σαν εκείνα που κάποιες στιγμές μάς κάνουν πουλιά και πετάμε.

Έτσι γνωρίστηκα με τον Δημήτρη. Ένα βράδυ, σ’ ένα άδειο διαμέρισμα, εγώ ευτυχής ακροατής στον πάνω όροφο, συντροφιά με την απαγγελία του, κι εκείνος στον κάτω, συντροφιά με τους αιώνιους στίχους του -απαγγέλλοντας. Έκτοτε, η ζωή μας γέμισε με ξενύχτια, τσιγάρα, ποτά, γέλια ασταμάτητα - όσο αντέξαμε, όσο γινόταν να αντέξουμε τη φιλία και τις ατέλειωτες κουβέντες που ξεθώριαζαν κάθε φορά με το πρώτο φως του ήλιου, καθώς ξενυχτούσαμε να χορτάσουμε τη ζωή και τα μυστήριά της.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ

Δείτε όλα τα σχόλια