Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Tα τελευταία λόγια της Ολονυχτίας

Μακριά από μένα φεύγεις, ώρα

και το φτεροκόπημά σου με πληγώνει ακόμα […]

Γωνιά δεν έχω η ζωή μου ν’ ακουμπήσει.

Το καθετί που του δίνομαι, πλουταίνει

και θα με σπαταλήσει.

 

R. M. Rilke, Ο ποιητής

μτφρ.: Άρης Δικταίος

 

Δυσκολεύτηκα να ξεκινήσω αυτό το κείμενο. Κατόπιν αναμέτρησης με διαφόρων ειδών λεκτικά τεχνάσματα, αποφάσισα να υποκύψω και ενδεχομένως να ηττηθώ: δεν πίστευα ότι θα βρισκόμουν κάποτε στη θέση που προορίζεται για όλους μας –και για τον καθένα ξεχωριστά– σ’ αυτό το παράλογο εκτροφείο φυσικής νομοτέλειας που αποκαλείται «ζωή» και που όλους μέλλεται να μας συντρίψει. Εξηγούμαι: δεν πίστευα ότι θα βρισκόμουν στη θέση που προηγείται της συντριβής και μας επιφυλάσσει τον ρόλο του κριτή ή του μάρτυρα, που διασώζει τα ξέφτια της μνήμης και του χρόνου τού πάλαι ποτέ μοιρασμένου μ’ έναν προσφιλή αποθανόντα. Στην εποχή της συναισθηματικής ευτέλειας και των διαδικτυακών ηθών, που αφειδώς την αναπαράγουν, είναι πολύ εύκολο να εκτραπεί κανείς σε «αφιερωματικά» κείμενα αμφίβολης ποιότητας και σκοπιμότητας ή απλώς κενά περιεχομένου, να αναλωθεί σε επιδείξεις φραστικής δεξιοτεχνίας ή φτηνούς μελοδραματισμούς˙ κοινώς περιμένουμε να πεθάνει κάποιος για να βγούμε μετά στο facebook και να δηλώσουμε «συγκινημένοι», «συντετριμμένοι», «συγκλονισμένοι» – και γενικώς να σκιαγραφήσουμε, μέσα στην εκκωφαντική μετριότητα, έναν κίβδηλο υπερθετικό στη μέθεξη του οποίου διατεινόμαστε ότι υπήρξαμε συμμέτοχοι˙ να διεκδικήσουμε το μερίδιό μας στη ζωή του τεθνεώτος, στα επιτεύγματα και –σπανιότερα έως ποτέ, ως είθισται– στα λάθη ή στις μικρότητές του. Τούτη η αυθαίρετη διεκδίκηση και η ανερυθρίαστη από μέρους μας άλωση ενός χώρου που εκ των πραγμάτων δεν μας ανήκει αποτελεί το αδιάσειστο τεκμήριο ότι επιζήσαμε – και τη συνομολογημένη συνθήκη με όσους επιζήσουν ημών ότι τους εκχωρούμε το απαράγραπτο δικαίωμα να πράξουν το ίδιο˙ και, κυρίως, ότι τους συγχωρούμε γι’ αυτό.

Δεν επιθυμώ, λοιπόν, εδώ να συντάξω ένα «αφιερωματικό» κείμενο για τον Δημήτρη Αρμάο ούτε να διακηρύξω πως ο Δημήτρης Αρμάος ήταν φίλος μου – παρ’ όλο που ήταν, και νά γιατί έχει σημασία η διαφύλαξη και όχι η διακήρυξη: ακριβώς επειδή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα καχυποψίας, δυσπιστίας και χυδαιότητας –τώρα πια μπορώ ανενδοίαστα να το πω και να το αποδείξω κιόλας αν ποτέ χρειαστεί– εντός της οποίας εκτυλίσσεται η σαπουνόπερα που αφορά στην εγχώρια λογοτεχνική κοινότητα, όπου όλοι ταλανίζονται από αβυσσαλέα πάθη (καθώς ως γνήσιοι «καταραμένοι» καταναλώνουν και το αντίστοιχο απόθεμα) ή κατατρώγονται από εξίσου αβυσσαλέες φιλοδοξίες (διαγκωνιζόμενοι μεταξύ τους από βράβευση σε βράβευση, ως επίγονοι του Proust ή του Flaubert, τουλάχιστον – αν υποθέσουμε ότι τους γνωρίζουν), ο Αρμάος, εν όψει του εκδοτικού μου εγχειρήματος που βρισκόταν τότε στην εκκίνησή του, άπλωσε φτερούγα προστατευτική – και κάτι παραπάνω: έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία τού εγχειρήματος – όπως έκανε με τόσα και τόσα άλλα εγχειρήματα, που όμως σχετίζονταν, φυσικά, πάντα, με την αδιαφιλονίκητη μεγαλειότητα των βιβλίων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο –και μερικούς ακόμη– η όποια σχέση ανέπτυξα μαζί του είναι περιουσιακό στοιχείο που δεν δημοπρατείται˙ αν υπάρχει ωστόσο κάτι για το οποίο θα ήθελα να καταθέσω την ελάχιστη ευγνωμοσύνη, δεν είναι παρά οι μεταμεσονύχτιες, τις περισσότερες φορές, συνομιλίες και εξομολογήσεις (κυρίως δικές μου) σε ζητήματα καρδιάς, που δεν θα μπορούσαν να γίνουν με κανέναν άλλον εκτός απ’ αυτόν τον ακαταπόνητο βιβλιογράφο κυνηγό, με τον οποίο μοιραζόμαστε την πεποίθηση ότι οφείλουμε όλες τις συγκινήσεις μας σε μια ευεργετική παραπλάνηση που αφορά στην ίδια μας την ταυτότητα: δεν είμαστε αναγνώστες, δεν είμαστε συγγραφείς, επιμελητές, εκδότες, μα πρωτίστως αλιείς μαργαριταριών σ’ έναν ανέφικτο βυθό, λαθροθήρες που κινούνται διαρκώς στα όρια μιας τροπικής σαβάνας, ανιχνεύοντας είδη υπό εξαφάνιση. Την ίδια στιγμή, όταν ανακαλώ τον φίλο μου, τον ανακαλώ μονίμως σε συνθήκη παιχνιδιού, δηλαδή σ’ αυτή τη συνθήκη χαράς και καλώς εννοούμενης ελαφρότητας στην οποία εκκολάπτονται –και, αν σταθούμε τυχεροί, εδραιώνονται κιόλας– όλα τα σοβαρά πράγματα.

Διάβασα κατά καιρούς διάφορες κριτικές, παρουσιάσεις και αποτιμήσεις της ποιητικής δουλειάς που παρήγαγε ο Αρμάος. Κινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ επηρμένη, ανεπαρκής ή απλώς αναρμόδια, θα αποτιμήσω με τη σειρά μου αυτές τις προσεγγίσεις είτε ως εντίμως αμήχανες ή μετρίως ειλικρινείς απόπειρες ερμηνευτικής που συνεθλίβησαν εν τέλει κάτω απ’ το βάρος του άκρατου συναισθηματισμού τους –στις καλύτερες των περιπτώσεων– είτε ως ασκήσεις στυλιζαρισμένου ύφους ή επιδεικτικής πολυμάθειας του εκάστοτε γράφοντος – στις χειρότερες. Αυτές οι τελευταίες –οι χειρότερες περιπτώσεις, δηλαδή, της πρόκρισης του ύφους και της πολυμάθειας έναντι του περιεχομένου– έχουν το ενδιαφέρον τους, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι ο κρινόμενος –ο Αρμάος εν προκειμένω– δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τα δύο: το ύφος του ήταν εντελώς προσωπικό, όσο και το γλωσσικό του μετάλλευμα, προϊόν βαθιάς μελέτης και αποτέλεσμα επιστημονικής σχεδόν διασταύρωσης των ειδών – επιγράμματα, ελεγείες και σάτιρες και στο υπόστρωμα ή στο φόντο ο κραδασμός των μεγάλων αφηγήσεων που τόσο του άρεσαν. Λόγος λαϊκός, συχνά τολμηρός, αυθάδης, που αντί να φοβάται την αργκό, την ενσωματώνει και, την ίδια στιγμή, ανάδυση μιας λογιοσύνης ως αντίρροπης, ιδιοσυστασιακής δύναμης, που ωστόσο δεν αποκλείει την πρόσβαση στο κείμενο. Τραχύτητα και τρυφερότητα, υπαινικτικότητα και ευθείες αντιπαραθέσεις, «εγκεφαλικός» αισθησιασμός και περιπλεγμένη σωματικότητα – όλα μέσω της συχνά φετιχιστικής προσήλωσης στις λέξεις, τις οποίες ανέσυρε, θαρρείς, μετά από προσεκτική, επίπονη ανασκαφή σε δύσκολο υπέδαφος και τώρα αποθέτονται στα πόδια μας ως σπάνια μυκηναϊκά κτερίσματα ή κουδουνίζουν σαν ύπουλα παιδικά παιχνίδια:

 

Ετούτη μια μικρή αλεπού

έχει μια γλώσσα στο λαιμό και μια στα μέλια της

κι αυτές γλεντάνε αναχαράζοντας

το θάμβος το μυριστικό που πορφυρίζει.

 

Και φυσικά η περίφημη πολυμάθειά του, χωρίς κανένα στοιχείο επιδειξιμανίας, αλλά ως χρηστικό εργαλείο για την κατασκευή και τη συντήρηση ενός κόσμου με υλικό πλούσιο, σε διαρκή αναβρασμό. Πόσοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, την Caroline Massin, μοδίστρα, αυλική πόρνη πολυτελείας και πρώην συμβία τού ιδρυτή της κοινωνιολογίας και του θετικισμού Auguste Comte; Ο Αρμάος τη γνώριζε –όπως και πολλούς άλλους αφανείς– και για μια ακόμη φορά, κατά την προσφιλή του συνήθεια, έδωσε φωνή στις υποσημειώσεις της Ιστορίας:

 

Κατάφερα να του ξεφύγω όταν δεν είχα πια τα θέλγητρά μου

Πολύ παραπονιέται και για λόγου μου

Κι όλο με τις γυναίκες τά ’χει γενικά σ’ εκείνα τα χοντροκιτάπια του

Που δε μας χάρισαν μέρα γλυκιά παρά τον όγκο τους

Μ’ όσες ελπίδες κι αν τα σκάρωνε υφαρπάζοντας συνύπαρξη

Εμένα δεν με ρώτησε πώς πέρασα μέσα στον χάρτινό του κόσμο

Όπου χωρίς καλά-καλά να καταλάβω βρέθηκα θαμμένη

Παραληρώ έχεις την ιδέα; Τον ξαναγέννησα

Θεϊκό ήταν μεγαλείο αυτό (γιατί τι θέλει

Ο άντρας από μια γυναίκα; νέα γέννηση) μα ήταν μακρά

κυοφορία.

 

Και παρακάτω:

 

Μαραζώνουν

Πολύ εύκολα τα σώματα μέσα στη δυστροπία

Έχεις σκεφτεί πώς υποφέρεται ένα σώμα

[…]

Κι όσο για υστεροφημία, α, τον ανόητο

Ήταν τόσο περίπλοκος ο τρόπος που σκεφτόταν

Ώστε απαξάπαντες θα δώσουνε το δίκιο αλάκερο σ’ εμένα

Πλάσμα φυσικό.

 

Αν ένας από τους στόχους της λογοτεχνίας είναι το αίνιγμα, το κρυμμένο νόημα που αναδύεται μέσα από έναν πολυπρισματικό ιστό, τότε ο Αρμάος εξακολουθεί να κάνει παιχνίδι, όμως η προσβασιμότητα στο κείμενο παραμένει μια από τις βασικές του έγνοιες: το πλήθος των αναφορών του δεν είναι εκφοβιστικό, ενσωματώνει την παράδοση και την ίδια στιγμή τη διαλύει στα συστατικά της, οι στίχοι του απηχούν ένα μοντέλο εκδημοκρατισμού της γνώσης. Η «λοξάδα» του (αγαπημένη λέξη του αυτή) άλλοτε μας διασκεδάζει και άλλοτε μας θαμπώνει, ιδίως όταν μας αποκαλύπτει, με τσιρκολάνικη διάθεση, ότι το ποίημα είναι ικανό να ξεπηδά σαν ύλη που τραγουδά, χωρίς καμιά σημασία να έχει αν εκτροχιάζεται σε φάλτσο ή ανέρχεται σε νέου τύπου –ίσως και άρτι επινοηθείσα– μελωδική κλίμακα: η αξία είναι αυταπόδεικτη. Μπορεί να είναι ήρεμα στοχαστικός όσο και σκωπτικός, τόσο κρυπτικός όσο και παιγνιώδης, και σίγουρα προτρεπτικός όσον αφορά σε συμμετοχικές διαδικασίες – ενθαρρύνει τη συνενοχή και τη συναυτουργία, μας παρακινεί να κρατηθούμε σαν ιερές αράχνες από τα νήματα της σκέψης μας και μας παρασύρει σ’ ένα κυνήγι θησαυρού με αβέβαιη έκβαση: να διαπιστώσουμε με τη σειρά μας αν μπορούμε να ανασύρουμε τις λέξεις που κρύβονται σε κλωστές, υφάσματα, πτυχώσεις και, αποτολμώντας ένα βήμα παραπέρα, να επινοήσουμε τις δικές μας λέξεις, ξεκάθαρες και συγχρόνως μυστηριώδεις, σαν αστερισμούς.

Η ποίηση του Αρμάου είναι ποίηση συνέργειας. Και η ζωή του συνέργεια ήταν επίσης – με φίλους, συνεργάτες, αναγνώστες και όλους αυτούς με τους οποίους μοιραζόταν το βιβλιοφιλικό του πάθος. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας συνέργειας, φαντάζομαι, και η ακόλουθη προτροπή:

 

Παρακαλώ σε πρόσεχέ με πιο πολύ σα να ήμουν βρέφος

Θα φύγουμε από ’δω κι οι δυο μας μόλις νήπια.

 

Ο Δημήτρης έφυγε χωρίς εμάς και μεγαλώνουμε, πλέον, αμετάκλητα.

 

Ευαγγελία Κουλιζάκη

Δείτε όλα τα σχόλια