Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το σανό και η σκιά του όνου

Πώς επιβιώνει η «μεταφορά περί σανού» σε αστούς, που η μόνη τους παράσταση από την αγροτική οικονομία και την ύπαιθρο είναι κάποια τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ; Σε κατοίκους της πόλης που θεωρούν άγρια ζούγκλα τις χιλιοκατουρημένες αθηναϊκές πρασιές, που θεωρούν περίπου θηρία τα ισπανικά κόκερ και που ζουν την περιπέτεια με πίτσες και μπίρες στη ζεστή μπεζ πολυθρόνα;

«Τέρμα πια το σανό», «μας ταΐζετε σανό», «όχι άλλο σανό». Είναι μια αγαπημένη μεταφορά που χρησιμοποιούν συνεχώς στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, τα νεοφώτιστα - όχι τα ιστορικά. Πώς επικράτησε η «μεταφορά του σανού» σε μια χώρα που έχει εγκαταλείψει την ιππήλατη γεωργία εδώ και 50 χρόνια; Σε μια χώρα που διέρρηξε τη σχέση της με την ύπαιθρο από την περίοδο του μετεμφυλίου και μαζικά, με το ρεύμα αστυφιλίας από τη δεκαετία του 1960;

Πώς επιβιώνει η «μεταφορά περί σανού» σε αστούς, που η μόνη τους παράσταση από την αγροτική οικονομία και την ύπαιθρο είναι κάποια τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ; Σε κατοίκους της πόλης που θεωρούν άγρια ζούγκλα τις χιλιοκατουρημένες αθηναϊκές πρασιές, που θεωρούν περίπου θηρία τα ισπανικά κόκερ και που ζουν την περιπέτεια με πίτσες και μπίρες στη ζεστή μπεζ πολυθρόνα;

Περίεργο πράγμα η γλώσσα. Ιδίως η αργκό. Ιδιαίτερα αυτή των non papers που οπλίζουν με επιχειρήματα! Κάποιος θα το πέταξε σε μια σύσκεψη, κάποιος το ξεφούρνισε, φαίνεται άρεσε, πέρασε, επιζεί για λίγο. Παλαιότερα, στην περίοδο της κυριολεξίας, το σανό εννοούνταν και μάλιστα απολύτως: «Πήγαινε βάλε σανό στο ζώο». Ο πιτσιρικάς πήγαινε, κατέβαζε μια «μπάλα» σανό από το πατάρι του στάβλου και το ’ριχνε στον γάιδαρο.

«Το χορτάρι του μασούσε / κι ήταν τρισευτυχισμένος / και το ξύλο λησμονούσε / ο καημένος», έγραφε για τον γάιδαρο ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε ένα ποίημα του 1920. «Και ζευγάρι με το Βόδι / άλλο μπόι κι άλλο πόδι / όργωνα στα ρέματα / τ’ αφεντός τα στρέμματα», επέκτεινε, με την «μπαλάντα του κυρ - Μέντιου» ο Βάρναλης το 1956, την υμνογραφία στον γάιδαρο. Ο γάιδαρος ήταν εργαλείο παραγωγής, οικονομίας, ανόδου. Ένα φτηνό άλογο. Το πέρασμα του όνου στην ποίηση είχε το υπόστρωμα πραγματικής χρησιμότητας.

Αλλά σήμερα ζούμε τον θρίαμβο της ακυρολεξίας. Επομένως οι μεταφορές, οι παραβολές κ.λπ. είναι μέρος μιας διευρυνόμενης καθημερινής λογοπλασίας, τμήμα της σημασιακής πλαστικότητας που αποκτούν οι λέξεις ιδίως κατά το πολιτικό τραύλισμα. Εκεί άραγε οφείλεται η «μεταφορά του σανού» κάποιων Νεοδημοκρατών στον μαινόμενο λόγο τους; Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου με τα προωθημένα «Ψηλά Βουνά», που ξανάχτισαν μια αγαθή σχέση του μαθητή με το σχολικό κείμενο, εκτός των άλλων, υπήρξε εμβληματικός κριτικός τέχνης και πολυετώς διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, διάδοχος του Ιακωβίδη και πρόδρομος του Καλλιγά.

Τον «καημένο» τον απήγγειλε ο αγαπημένος φίλος μου Γιώργος Δάλης, υπερήφανα και υψιπετής, στη σχολική γιορτή του Ιουνίου. Χαιρόταν ο κόσμος με την απαγγελία, κυρίως με την πλοκή. Ο γάιδαρος παρακαλούσε να μείνει στην ταπεινή ασφάλεια της άπρακτης βοσκής, αντί να δέρνεται από το αφεντικό του στη δουλειά.

Ο Βάρναλης, παρατηρητικός, αναρχοχιουμορίστας κομμουνιστής, σαν να θέλησε να απαντήσει στην ηττοπαθή αυτοσυντήρηση του γάιδαρου «καημένου» του Παπαντωνίου. Επινόησε τον ρηξιακό «κυρ - Μέντιο», εξίσου κακοποιημένο με τον γάιδαρο - ήρωα του Παπαντωνίου, αλλά όχι αμυντικό: «...Αν ξυπνήσεις μονομιάς / θα ’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς».

Εντούτοις, το πολιτικό σανό που τροχάζει απέταλα στον δημόσιο λόγο υποδηλώνει και κάτι άλλο. Πέρα από τις εκφραστικές καθηλώσεις σε μοτίβα, που αντανακλούν βεβαίως την αναλυτική ένδεια του αντιπολιτευτικού λόγου, υποδηλώνει και μια γενική πολιτική αφλογιστία. Αυτή που με γαϊδουρινό πείσμα δεν μπορεί να συντάξει στοιχειωδώς κριτική, αντιπρόταση, αντεπιχείρημα στην κυβερνητική πράξη, την πολιτική προσπάθεια, τους κλυδωνισμούς, την εμπόλεμη καθημερινότητα. Ένας εσωτερικός μονόλογος της αντιπολίτευσης, καβγάς με τις ανεπάρκειες, τις ευκολίες και τις επιθυμίες της. Περί όνου σκιάς...

Δείτε όλα τα σχόλια