Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο καλλιτέχνης στενοχωριέται

Έτσι κι αλλιώς μηχανάκι δεν ήξερε, κατέβαινε άτσαλα την Καλλιδρομίου, ανέμιζε το παλτό. Πίναμε με φίλους στο μπαράκι. Μπήκε αλαφιασμένος. Ξέραμε ότι είχε πάει στον 5ο όροφο της οδού Μπουμπουλίνας να ζητήσει κάτι από τον κύριο υπουργό.

- «Πώς πήγε;» τον ρώτησα.

- «Δεν ξέρω, είχα τρακ. Περίμενα άπειρες ώρες. Τελικά με δέχτηκε μία από το γραφείο. Είπα ‘Θέλω τον ίδιο τον υπουργό, έχω ζητήσει το ραντεβού τρεις μήνες τώρα’».

- «Δεν θα επιστρέψει. Τώρα μόλις μας ειδοποίησε. Πείτε σε μένα τι θέλετε».

- «Θέλω επιχορήγηση γιατί ανεβάζω ένα δρώμενο που έχει ως θέμα τη Μεσόγειο από τους μινωικούς χρόνους μέχρι σήμερα. Μεγάλη παραγωγή».

Είμαι σίγουρος θα είπε κι αλλά: «Έρχομαι από τον τάδε, σας ψηφίζω» κ.λπ. Υπήρχαν κάτι ευρωμεσογειακοί αγώνες (δεν θυμάμαι καλά) που είχαν καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και έσπευδαν πολλοί στα υπουργεία. Ανάλογα τη γνωριμία έπαιρναν ή όχι κάτι. Παραγωγές, έργα τέχνης, παραστάσεις, στρογγυλά τραπέζια, εκδόσεις καταλόγων κ.λπ. Οι αγώνες, οι «πολιτιστικές πρωτεύουσες», η «πολιτιστική Ολυμπιάδα» ήταν αφορμές μικρών ή μεγάλων εργολαβιών, εξαιρετικά άνισων. Αναλόγως δε του υπουργού και της παράταξης που ήταν στα πράγματα ήταν και το ύφος των εκδηλώσεων. Όλοι μοίραζαν, αυτοσχεδίαζαν.

Θυμάμαι τα πρώτα χρήματα του ΛΟΤΤΟ που μοιράστηκαν σε καλλιτέχνες. Αγορά έργων για τις πρεσβείες στο εξωτερικό. Έπρεπε να έχεις κάποιον στη διορισμένη επιτροπή και τότε όλα Ο.Κ. Πέρασαν τα χρόνια, διαμορφώθηκε μια σκληρή συνείδηση οργανωμένης πολιτικής επιθυμίας που διεκδικούσε ανυποχώρητα. Θυμάμαι μια διευθύντρια μουσείου σε κάτι άσχετα εγκαίνια. Την άρπαξε ένας ηλικιωμένος καλλιτέχνης: «Από μένα δεν έχετε πάρει, κυρία τάδε», «έλα καμιά μέρα να με δεις», «πότε, ποια μέρα» (της έσφιγγε τον καρπό, σιγά μην την άφηνε), «τον άλλο μήνα, αύριο φεύγω για το εξωτερικό» είπε η άλλη για να γλιτώσει.

Ένας μεγάλος κύκλος αυτοϋποτίμησης στους χώρους αναμονής των υπουργείων, στα πάρτι και τα αγωνιώδη πλασαρίσματα πιθανόν να βοήθησε λίγο το βιογραφικό μερικών, για τη ζωή τους θα σας γελάσω. Και είναι περίεργο. Πώς είναι δυνατό να τονώνεται ο καλλιτεχνικός εγωισμός κάποιου όταν «παίρνει» το έργο (τη δουλειά) παρακαλώντας, πιέζοντας απίθανους τύπους που βρέθηκαν σε πόστο και είναι διαρκώς «busy» (αλλά με χαρμανιά). Πώς λυτρώνεται κανείς από το «κύρος» μιας κρατικής αγοράς που στήθηκε εξ ολοκλήρου από τον ξάδερφο;

Είναι σκληρή η ελληνική πραγματικότητα με τους καλλιτέχνες, είναι σκληροί οι ίδιοι με τον εαυτό τους. Μου έλεγε φίλος, διανοούμενος, να αποφεύγω να γνωρίζω αυτούς που θαυμάζω. Μερικές φορές σκέφτομαι αυτά τα ανασφαλή πλάσματα, τους καλλιτέχνες, με τρυφερότητα. Σκέφτομαι τις αρνήσεις και τις απογοητεύσεις που έχουν αποθησαυρίσει όλα αυτά τα χρόνια. Σκέφτομαι το βράδυ που θα γύριζαν σπίτι με μια μειωτική συμπεριφορά καρφωμένη στην καρδιά. Σκέφτομαι την απελπισία τους τη βραδιά που θριάμβευε ο ανταγωνιστής τους. Σκέφτομαι τη στιγμή που τους αρνήθηκε ο εκδότης, ο γκαλερίστας, τη στιγμή που ο παραγωγός «πήρε άλλον». Και δεν μου μειώνει την τρυφερότητα ούτε η απίστευτη σκληρότητα που βγάζουν -ειδικά όταν νιώθουν ανασφαλείς- ούτε το αντισυναδελφικό τους μένος, το παράλογο μίσος τους για τον ανταγωνιστή, ούτε η οργή τους όταν η πολιτιστική στελεχάρα απέρριψε την πρότασή τους (δεν εξαιρώ καθόλου τον εαυτό μου).

Εντούτοις, θα τους έλεγα, εκ πείρας, ότι υπάρχει ένα κόλπο να είσαι ήρεμος, εσωτερικά συμφιλιωμένος και ελεύθερος: Να βγάζεις το ψωμί σου (αν το είδος τέχνης που υπηρετείς το επιτρέπει) χωρίς να δεσμεύεις την τέχνη σου και, το κυριότερο, μη ζητάς από κανέναν τίποτα, μην περιμένεις. Αν έχεις κάτι μέσα σου, αν έχεις κάτι να πεις, θα βγει και κανείς δεν μπορεί να το εμποδίσει, ανεξαρτήτως της εύνοιας, της συγκυρίας, του κόμματος, του πολιτιστικού στελέχους ή του συντάκτη που σε περιφρόνησε.

Δείτε όλα τα σχόλια