Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ζορζ Ντιντί-Υμπερμάν: Πού οδεύει λοιπόν η οργή;

«Η Διεθνής Αναρχική Διάσκεψη τάσσεται υπέρ του δικαιώματος στην επανάσταση, τόσο από την πλευρά του κάθε ατόμου ξεχωριστά όσο και από το σύνολο των μαζών.

Υπάρχουν «ιερές οργές», δίκαιες οργές. Πώς είναι δυνατόν ωστόσο να διακρίνουμε το δίκαιο μιας οργής ή της πράξεως δικαιοσύνης που αυτή διεκδικεί; Ή πώς να δικαιώσουμε τις εξεγέρσεις και τις παθιασμένες παραφορές που διαρκώς εξυπονοούνται; Τίνι τρόπω άραγε μπορούμε να νομοθετήσουμε πάνω στις οργές; Τι θέλουμε να πούμε όταν τις ονομάζουμε νόμιμες; Ποιο θα ήταν δυνητικά το δικαίωμα στην εξέγερση; Το 1795 είχε εκδοθεί από τον οίκο Jacquot στο Παρίσι ένα πεντασέλιδο φυλλάδιο υπό τον τίτλο Εξέγερση υπέρ των δικαιωμάτων του κυρίαρχου λαού. Στην προμετωπίδα του προτασσόταν το τριακοστό πέμπτο Άρθρο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη: «Όταν μια κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του Λαού, η εξέγερση αποτελεί για τον Λαό, και για κάθε τμήμα του Λαού, το πλέον καθαγιασμένο και το πλέον αναφαίρετο των δικαιωμάτων του». Στο μεταξύ —κάπου ενδιάμεσα στο 1792 ή 1793— οι «Λυσσασμένοι» της Γαλλικής Επανάστασης δημοσίευαν τα γραπτά, τις διακηρύξεις, ή τα φυλλάδιά τους που εν τέλει ερανίσθηκαν σε ένα σώμα υπό τον τίτλο Η Υπομονή μας σώθηκε. Αρκετά αργότερα, στην Διεθνή Αναρχική Διάσκεψη στο Άμστερνταμ το 1907, οι σύνεδροι είδαν την Έμμα Γκόλντμαν να σηκώνεται για να πάρει τον λόγο στην προτελευταία συνεδρίαση. Η ομιλήτρια πρότεινε στους συνέδρους να υιοθετήσουν ένα κείμενο υπέρ του δικαιώματος στην επανάσταση. Ανάγνωσε δε την ακόλουθη διακήρυξη που είχε συνυπογράψει ο σύντροφός της ΜάξΜπαγκίνσκι:

 

«Η Διεθνής Αναρχική Διάσκεψη τάσσεται υπέρ του δικαιώματος στην επανάσταση, τόσο από την πλευρά του κάθε ατόμου ξεχωριστά όσο και από το σύνολο των μαζών.

Η Διάσκεψη έχει την άποψη πως οι επαναστατικές πράξεις, ιδίως όταν στρέφονται κατά των εκπροσώπων του Κράτους και τις πλουτοκρατίες, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται υπό ψυχολογικό πρίσμα. Είναι το αποτέλεσμα της βαθιάς εντύπωσης που προξενείται στο άτομο από την τρομερή πίεση που ασκεί η κοινωνική αδικία.

Θα μπορούσαμε, εν είδει κανόνος, να πούμε πως ακόμη και το μοναδικό και πιο ευγενές και το πλέον ευαίσθητο πνεύμα υπόκειται στις αβυσσαλέες πιέσεις που εκδηλώνονται μέσω της εξέγερσης, εσωτερικής τε και εξωτερικής. Ειδωμένες υπό αυτό το πρίσμα, οι επαναστατικές πράξεις είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως οι κοινωνικο-ψυχολογικές συνέπειες ενός ανυπόφορου συστήματος. Και ως τέτοιες, οι πράξεις τούτες, με τις αιτίες και τα κίνητρά τους, οφείλουν να γίνουν πρωτίστως κατανοητές, παρά να γίνουν απλό αντικείμενο επαίνων ή καταδίκης.

Κατά τη διάρκεια επαναστατικών περιόδων, όπως στη Ρωσία, οι πράξεις εξέγερσης, δίχως να λάβουμε υπ’ όψη τον ψυχολογικό τους χαρακτήρα, χρησιμεύουν για έναν διπλό στόχο: υπονομεύουν την ίδια τη βάση της τυραννίας και ζωπυρώνουν τον ενθουσιασμό των άτολμων. Είναι ιδίως η περίπτωση που η τρομοκρατική δραστηριότητα στρέφεται κατά των πλέον ωμών και πιο μισητών φορέων του δεσποτισμού.

Η Διάσκεψη υιοθετώντας τούτη την απόφαση εκφράζει τη στράτευσή της σε τούτην την ατομική πράξη επανάστασης όσο και την αλληλεγγύη της σε κάθε συλλογική εξέγερση».

 

Όταν τέθηκε προς ψήφιση, η διακήρυξη τούτη κυρώθηκε ομοθυμαδόν. Αλλά ωστόσο δεν παύει να μας εκπλήσσει το «υπό ψυχολογικό πρίσμα» που επικαλείται στην αρχή της. Τι έχει λοιπόν να κάνει η πολιτική απόφαση με το «πλέον ευαίσθητο και πιο λεπτεπίλεπτο πνεύμα που υπόκειται σε αβυσσαλέες εντυπώσεις;». Εν τούτοις η οργή που επικαλείται η Έμμα Γκόλντμαν παραπέμπει κάλλιστα σε ένα «ανυπόφορο σύστημα» —ένα κράτος ιστορικά και πολιτικά δεδομένο— το οποίο τούτη ακριβώς η υποκειμενική αντίδραση, πολλώ δε μάλλον εάν είναι και συλλογική, καθιστά προφανές. Υπάρχουν λοιπόν ιστορικά δικαιωμένες οργές, πολιτικά δίκαιες οργές. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να θεωρήσουμε πως κι η πρώτη χρονικά πολιτικο-στρατιωτικά βεβαιωμένη έκφρασή της στη Δύση, τον 80 πΧ αιώνα —και μιλώ φυσικά για την Ιλιάδα του Ομήρου— δηλοί από την πρώτη κιόλας φράση της τη λέξη «οργή»: «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος».

Σε ένα βιβλίο του με τίτλο Οργή και χρόνος —του οποίου ο τίτλος στο πρωτότυπο αντιμάχεται πολεμικά το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγγερ— ο Πίτερ Σλότερντικ προτείνει μια «πολιτικό-ψυχολογική» ανάλυση του Δυτικού πολιτισμού, αν μη τι άλλο. Από τον Όμηρο ίσαμε τον Λένιν, είναι κατ’ ουσίαν η οργή εκείνη που συνεγείρει και παρακινεί τις κοινωνίες. Εκτός εάν, μας λέει ο συγγραφέας, το πεπρωμένο εκείνης της οργής, πέραν της «απλής έκρηξης» που βασικά τη συγκροτεί, είναι να μην βρει την έκφρασή του μέσα σε ένα «σχέδιο». Όμως το σχήμα οργή συν σχέδιο δεν παράγει άραγε την εκδίκηση και τη μνησικακία; Είναι σάμπως όλη τούτη η οργή να έχει βρει την «πολιτική της οικονομία» σε αυτό που καταληκτικά θα ονομάσει ο Σλόντερικ, όχι δίχως μια δόση κυνισμού, ως «παγκόσμια τράπεζα της οργής», που αντιπροσωπεύει κατ’ αυτόν το καθαυτό επαναστατικό σχέδιο, με τον Λένιν και τον Μάο στον ρόλο των «επιχειρηματιών της οργής», ενώ οι «μικροί φορείς» της θα εξαφανισθούν όλοι στον καταπιώνα αυτού του γιγάντιου «νομισματικού ταμείου» της επιθυμίας για χειραφέτηση….

 

Η εντύπωση που εξάγουμε από τούτη την πολύ γενική περιγραφή της οργής, που μόλις και γίνεται αναγνωρίσιμη στην ιστορική της παντοδυναμία, απορρίπτεται αυτοστιγμής, καθώς περιορίζεται στα ζοφερά μας σχέδια ή στα ζοφερά πεπρωμένα μας —εκδίκηση, μνησικακία, παράνοια— που μοιραία την διοχετεύουν. Πού πηγαίνει το λοιπόν η οργή; Η φιλοσοφική παράδοση φαίνεται πως απαντάει πως σε κάθε περίπτωση δεν πάει καλά. Έτσι λοιπόν δεν βρίσκουμε την παραμικρή αναφορά στο λήμμα «οργή» —όπως ούτε και της «επανάστασης» ή της «εξέγερσης»— στο Λεξικό της Πολιτικής Φιλοσοφίας των Philippe Raynaud και Stéphane Rials. Εάν υπάρχει μια ιστορική φιλοσοφία της επανάστασης, από τους Καντ και Μάρξ και δώθε, δεν θα είναι άλλη από αυτή των εξεγέρσεων, με τις σχετικές «ψυχολογικής φύσεως» οργές τους, μια απλή σειρά από αναχρονιστικές κρίσεις. Είναι σαν η οργή αυτή καθαυτή να συνέβαλε ώστε να διευρυνθεί το χάσμα της διαφοράς και, σύντομα, και η αντίθεση μεταξύ της επανάστασης και της εξέγερσης, όπως το έχει εύστοχα επισημάνει ο Alain Rey στον τομέα της σημασιολογικής ιστορίας.

 

Το να συλλογισθούμε την οργή ως έργο της χειρονομίας των εξεγέρσεων θα παρέπεμπε σε όρους μιας πολιτικής ανθρωπολογίας: το να γίνεται νοητή δηλαδή η εγγενής δύναμη της κίνησής της προτού καν προσημανθεί το σχέδιό της στο πλαίσιο του συσχετισμού δυνάμεων ή των ζητημάτων εξουσίας. Μήπως θα μπορούσαμε να φαντασθούμε μια φαινομενολογία της πολιτικής οργής; Ορισμένοι κοινωνιολόγοι (όπως οι Jean Baechler, Vittorio Mathieu ή Daniel Cefaï) κι ιστορικοί (όπως ο Ηaim Burstin στους «ξεφράκωτους» του 1789 ή ο Louis Hincker για τους «πολίτες-πολεμιστές» του 1848) το προσπάθησαν. Μολαταύτα, τούτο προϋποθέτει μια διεισδυτική ματιά στις κατεστημένες ιστοριογραφικές και φιλοσοφικές κατασκευές, ακριβώς όπως τη βλέπουμε στο ανέκδοτο σχόλιο του Ζορζ Μπατάιγ στο βιβλίο Ουμανισμός και Τρομοκρατία του Μωρίς Μερλώ-Ποντύ: «είναι μια άποψη ακόμη πιο γενική, που υποδεικνύει ο Χέγκελ (δίχως να την αναπτύσσει) και που η αγωνία αφαιρεί από τον Μερλώ-Ποντύ. Αλλά υποθέτει μια τόσο εντελή προσχώρηση στην ανθρώπινη κατάστασή μας που τρόπον τινά είναι σάμπως να εισχωρούμε σ’ αυτήν καθαυτήν τη σύσπασή της».

 

Με τούτες τις λέξεις, ο Ζορζ Μπατάιγ υποδείκνυε μια υπερβολική κίνηση που, κατά τη γνώμη του, η εγελιανή διάνοια αφήνει να εξυπονοείται: όταν η ίδια η σκέψη εξοργίζεται, δίχως εντούτοις να απεμπολεί κάτι από τη σύσταση και την αυστηρότητά της. Ιδού ένα αναμφίβολα αναρχικό σημείο. Δεν είναι τυχαίο που τα κείμενα του Μιχαήλ Μπακούνιν, που συνέλεξε ο Étienne Lesourd, σύμφωνα με τον Γκριεγκόρι Μαξίμοφ, υπό τον τίτλο Γενική Θεωρία της Επανάστασης, δεν διστάζουν να οικοδομήσουν κάτι ωσάν ανθρωπολογικό αντίστοιχο ανάμεσα στην πράξη της σκέψης κι εκείνην της εξέγερσης. Οι «δύο πολύτιμες ιδιότητες», και συγχρονικές συνάμα, που δέον να αποδίδονται στο ανθρώπινο είδος είναι, όπως διαβάζουμε στα κείμενα τούτα, «η ικανότητα της σκέψης και η ιδιότητα, η ανάγκη της εξέγερσης». Μέσα στις ίδιες σελίδες, ο Μπακούνιν συμπέραινε πως εν ενί λόγω η «εξέγερση» δεν είναι παρά η άλλη όψη, αρνητικά εκπεφρασμένη, εκείνου που με θετικό τρόπο σκιαγραφεί η λέξη «ηδονή». Δεν θα πρέπει ως εκ τούτου να μας εκπλήσσει το γεγονός πως ο Μπακούνιν βίωσε τη μεγάλη παρισινή οργή του Φεβρουαρίου 1848 υπό την επήρεια ενός συναισθήματος «ζάλης» ή «μέθης», που δεν εκφράζεται συνήθως παρά μόνον στις πιο χαρούμενες, τις πιο εκστασιακές γιορτές…

 

Πού κατευθύνεται λοιπόν η οργή; Βαίνει εξίσου προς το χειρότερο, ακριβώς όπως και προς το καλύτερο. Ο ιστορικός Yves-MarieBercé, αναφερόμενος στην προεπαναστατική περίοδο, με σαφήνεια περιέγραψε τη διαδικασία μεταστροφής της οργής που δρομολογήθηκε όταν την κυριαρχία της γιορτής και τη νομιμοποίηση της εξέγερσης διαδέχθηκε αυτό που ονομάζει το φαινόμενο των αποδιοπομπαίων τράγων και της «εξυγιαντικής ξενοφοβίας», που υποτιθέμενα εξασφαλίζουν, όπως διατείνεται, την «ενίσχυση του αισθήματος συνοχής και τη συλλογική ταυτότητα»: «Στο εσωτερικό του εξυγιαντικού αυτού επικαθορισμού, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι των δημοσίων αμαρτωλών, όπως ήσαν οι εισπράκτορες του φόρου άλατος, οι τοκογλύφοι και οι μη χριστιανοί, φάνταζαν ως τα σεσημασμένα θύματα. Οι ξένοι, οι Εβραίοι, ήσαν λοιπόν οι προνομιούχοι στόχοι αυτού του ξεσπάσματος. Η ξενοφοβία έπληττε τα κοινωνικά απομονωμένα, θεαματικά διαφορετικά, εύκολα προσπελάσιμα κι επιπλέον οικονομικά επωφελημένα στρώματα, τους πιστωτές ή τους ανταγωνιστές. Η ανακοίνωση μιας συλλογικής κακοπάθειας που αποδιδόταν σε τούτην την ομάδα (η έξαρση μιας επιδημίας, το ναυάγιο ενός πλοίου, μια ιεροσυλία) συνεπαγόταν μια λαϊκή ανταπόδοση. Το νέο για την κατάληψη ενός μαρσεγιέζικου πλοίου προκάλεσε τη σφαγή μιας πρεσβείας από την Τουρκία που έτυχε να βρίσκεται τότε στη Μασσαλία (20 Μαρτίου 1620). Άγγλοι ναυτικοί είχαν καταλήξει στην αγχόνη στο Εδιμβούργο το 1706 για παρεμφερείς λόγους. Στο Λονδίνο, οι υπόνοιες για μια παπική συνομωσία ξεσήκωναν περιοδικά προγραφές κατά των Ιρλανδών. Οι ρωμαϊκές λαϊκές μάζες κατεδίωκαν τους Ισπανούς που κατηγορούνταν ότι απήγαγαν νέους για να πυκνώσουν τις τάξεις του στρατού τους. Μια σφαγή δύο χιλιάδων Εβραίων στη Λισσαβώνα στις 19 Απριλίου 1506 οργανώθηκε όταν η πόλη απειλείτο από την πανώλη».

Ιδού πώς η οργή λαού αφ’ ενός στρέφεται κατά της υποταγής κι αφ’ ετέρου εμπνέεται από τον σπόρο της μνησικακίας. Νά γιατί, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το γεγονός ότι όροι όπως «ξεσηκωμός», «εξέγερση» ή «επανάσταση» επ’ ουδενί θα μπορούσαν να μας προσφέρουν την κλείδα –οιονεί μαγική λέξη— για την ερμηνεία οποιουδήποτε πράγματος αγγίζει την επιθυμία μας για χειραφέτηση και, εν γένει, για την κατασκευή του πολιτικού πεδίου. Σ’ ό,τι αφορά αυτό το πράγμα, έχουμε πέσει έξω στον λογαριασμό (μιλώντας με κάθε μετριοπάθεια). Πού πηγαίνει λοιπόν η οργή; Είναι ένα ερώτημα που δεν εξαρτάται μονομερώς από την ορμητικότητα που τούτος ο χείμαρρος ξεδιπλώνει. Αποτελεί ένα διαλεκτικό ερώτημα ή κάτι που επιτάσσει μια διαλεκτική απάντηση. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ μας προσφέρει μια ιδέα απλή μα και ταυτόχρονα πολύ λεπτολόγα, όταν στο Ημερολόγιο Εργασίας του στοχάζεται –με ημερομηνία 28 Ιουνίου 1942—πάνω στο παράδοξο που εγείρει το γεγονός πως «το μίσος δεν είναι ιδιαίτερα απαραίτητο για τον σύγχρονο πόλεμο». Πού οδεύει άραγε η οργή στους πολεμικούς ολοκληρωτισμούς; «Ο φασισμός», απαντά ο Μπρεχτ, «είναι ένα σύστημα διακυβέρνησης ικανό να υποδουλώνει έναν λαό σε τέτοιο σημείο που μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε στο έπακρο για να υποδουλώσουμε άλλους». Και μη μου πείτε πως αυτό αφορά μόνον παλιές, περασμένες ιστορίες.

 

 

Μετάφραση

Γιώργης-Βύρων Δάβος

Δρ Φιλοσοφίας/Γλωσσολογίας

 

1 Απόσπασμα από ένα προς δημοσίευση έργο με τίτλο Επιθυμία για ανυπακοή. Αυτό που μας εξεγείρει.

 

Δείτε όλα τα σχόλια