Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σαρλότ Κορνταί: La Belle Dame sans Merci

Ας αναλογιστούμε για λίγο αυτήν την ομορφιά. Ας εστιάσουμε στη φιγούρα μιας συγκεκριμένης γυναίκας – σμιλεμένο σώμα, λυγερή κορμοστασιά, κατάλευκο δέρμα, πλούσια καστανά μαλλιά. Ας δώσουμε, ωστόσο, ιδιαίτερη έμφαση στα στήθη της: σφριγηλά και λεία, να προβάλλουν διστακτικά μέσα απ’ το σφιχτοδεμένο κορσέ της, ακτινοβολώντας απατηλότητα και υπόσχεση, παρθενική προσμονή και επίφοβη προσδοκία.

Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,

Την μπότα στο πρόσωπο,

του κτήνους, του κτήνους την καρδιά

ενός κτήνους σαν εσένα.

Sylvia Plath, Daddy

 

Ας μιλήσουμε λίγο για το σώμα. Για το αίνιγμα, τον γρίφο, το μυστηριώδες νησί που πλέει μέσα στα δηλητηριώδη υγρά του. Την ακατανόητη, πλεονάζουσα ομορφιά που διεκδικεί στο βλέμμα μας τη θνησιγενή ενθρόνιση που θα τη δικαιώσει, θα τη διαιωνίσει ενδεχομένως – γιατί πώς αλλιώς μπορεί να οριστεί η ομορφιά, εκτός από μια ενίοτε ξεδιάντροπη διεκδίκηση της αθανασίας μέσω του βλέμματος, που θα αυτοπροσδιοριστεί ως λίκνο και κάτοπτρό της.

Ας αναλογιστούμε για λίγο αυτήν την ομορφιά. Ας εστιάσουμε στη φιγούρα μιας συγκεκριμένης γυναίκας – σμιλεμένο σώμα, λυγερή κορμοστασιά, κατάλευκο δέρμα, πλούσια καστανά μαλλιά. Ας δώσουμε, ωστόσο, ιδιαίτερη έμφαση στα στήθη της: σφριγηλά και λεία, να προβάλλουν διστακτικά μέσα απ’ το σφιχτοδεμένο κορσέ της, ακτινοβολώντας απατηλότητα και υπόσχεση, παρθενική προσμονή και επίφοβη προσδοκία. Και ανάμεσά τους, ανάμεσα σ’ αυτές τις δίδυμες, συντριπτικές συμπληγάδες, η περήφανη κάτοχος να φέρει ως άλλη λαίδη Μάκβεθ «τον αμύθητο λίθο του φόνου» - επιτραπέζιαν μάχαιραν μετά της θήκης της τεχνοτροπίας σαγρέ, μετά λεπίδος μήκους πέντε περίπου δακτύλων, και ξυλίνην λαβήν φέρουσαν αργυρούν δακτύλιον: βελούδινη θήκη που φιλοξενεί εντός της το εγχειρίδιο του δημίου. Φύλο συνεσταλμένο και γλυκύ, πώς γίνεται και τα λεπτεπίλεπτα χέρια σου άδραξαν το στιλέτο που ακόνιζε η σαγήνη; Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ τα λέει αυτά. Αιφνιδιάστηκε, ομολογουμένως, από ένα λουτρό αίματος που δεν ήταν ακριβώς του γούστου του. Εκείνος γνώριζε κάποιες Ιουστίνες, κάποιες Ιουλιέτες. Οπωσδήποτε αυτή η Μαρί-Αν-Σαρλότ ντε Κορνταί δεν ανήκε ανάμεσά τους. Κι αν ακόμα για τον Μαρκήσιο η διαπίστωση ήταν μάλλον ανώδυνη, για τον Ζαν-Πωλ Μαρά που λουόταν ανυποψίαστος –αλλά όχι και χωρίς πόνους, λόγω του εκζέματος που τον ταλαιπωρούσε– οι προθέσεις της Δεσποινίδας ντε Κορνταί κατέστησαν σαφείς, οριστικοποιώντας το κόκκινο. Έμπηξε το μαχαίρι της μία φορά και μόνο. Η λάμα εισχώρησε κάτω από την κλείδα, εντυπωσιακά βαθιά. Ένας πηχτός κρουνός αίματος ανέβλυσε από την κομμένη καρωτίδα. Επτά και μισή το απόγευμα της 13ης Ιουλίου του 1793, ο Μαρά, από τις πιο εμβληματικές μορφές της Γαλλικής Επανάστασης, καταρρέει μέσα στο εκζεματικό νερό της μπανιέρας του, χτυπημένος θανάσιμα από το στιλέτο-προέκταση του λεπτοκαμωμένου χεριού αυτής της 24χρονης Νορμανδής που εδώ και καιρό απεργαζόταν με μονομανιακή προσήλωση την ιδέα να τον σκοτώσει. Ο Μαρά δεν υπάρχει πια. Η Σαρλότ Κορνταί πεθαίνει, η Ρωμαία Παρθένος αναδύεται – και η φασματική απειλή προς όλους τους ανυποψίαστους λουόμενους με υπέρμετρες πολιτικές φιλοδοξίες αποκτά τη σάρκα και τα οστά μιας αιματοβαμμένης débutante που διάβαζε Πλούταρχο και Κορνέιγ (ήταν πρόγονός της, άλλωστε, παππούς τού προπάππου της σε ευθεία γραμμή) και που αποφάσισε να ολοκληρώσει το θελκτικά μακάβριο, ανατριχιαστικά ελκυστικό σόλο της όχι ως παλλακίδα, εταίρα ή ενάρετη, καλοβαλμένη σύζυγος, αλλά ως συνειδητοποιημένη δολοφόνος.

Ας σκιαγραφήσουμε λίγο το πορτραίτο του θύματος: Γιος παπά που αποστάτησε για να εναγκαλιστεί τον κοσμικό βίο, διπλωματούχος αγύρτης (αγόρασε πτυχίο Ιατρικής από αγγλικό πανεπιστήμιο), συγγραφέας που δεν τυγχάνει ευμενούς κριτικής από το Βολταίρο και τον Ντιντερό, ψευδοεπιστήμονας, οπαδός του μεσμερισμού που ονειρεύεται να υποσκελίσει τον Νεύτωνα, δήθεν παραγνωρισμένη μεγαλοφυία που φλερτάρει επίμονα μα αναποτελεσματικά με την ακαδημαϊκή τήβεννο, ο Ζαν-Πωλ Μαρά ασκεί ακατάπαυστα εαυτόν –αν και όχι πάντα με τη θέλησή του– στις παραλλαγές μιας επαναλαμβανόμενης ήττας: επιθυμεί διακαώς αυτό που δεν μπορεί να έχει – όπως, μεταξύ άλλων, έναν θυρεό, ένα οικόσημο, την είσοδο σε μια αριστοκρατική κάστα. Υποβάλλει πλαστές περγαμηνές για να το πετύχει, όμως το πολυπόθητο «ντε» δεν θα γίνει ποτέ δικό του. Δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Σύντομα μπορεί να γράφει: Κόψτε τους αντίχειρες όλων των πάλαι ποτέ ευγενών και να προτείνει οι αριστοκράτες να φέρουν εμφανώς τους τίτλους τους, όπως οι Εβραίοι το κίτρινο αστέρι, ώστε να αναγνωρίζονται αμέσως και να αποκλείονται από την ιδιότητα του πατριώτη. Γύρω στα πενήντα της χρόνια αυτή η άστατη, ανεμοδαρμένη ψυχή χωρίς περίβλημα βρίσκει επιτέλους το κάλεσμά της: Τον Σεπτέμβριο του 1789 κυκλοφορεί Ο Φίλος του Λαού, τον Ιούλιο του 1791 πλέκει το εγκώμιο της δικτατορίας και προτίθεται να την επιβάλει.

Πώς διασταυρώνονται τούτα τα ολωσδιόλου διαφορετικά μα εξίσου αλλοπρόσαλλα πλάσματα; Πώς μπαίνει ο Μαρά στην τροχιά της Κορνταί, πώς εκείνη αρχίζει να ιχνηλατεί μέσα της το ανεπανόρθωτο; Μια νεαρή γυναίκα κλεισμένη από τα δεκατρία της χρόνια σ’ ένα αββαείο στη νορμανδική ύπαιθρο, ερωτευμένη με τους αναλυτές της κλασικής αρχαιότητας – αντλεί τις πεποιθήσεις της περί δημοκρατίας από το Βίοι Παράλληλοι του Πλουτάρχου, τη «Βίβλο των Ισχυρών», όπως γράφει ο Μισελέ. Βαθιά γοητευμένη από τους ήρωες των Ρωμαίων ιστορικών – διαβάζει συστηματικά Σουητώνιο, Περί του Βίου των Καισάρων. Πλασμένη στην ουσία της από το υλικό των πρωταγωνιστών στις τραγωδίες του προγόνου της, γαλουχημένη με το ρομαντικό, μεγαλειώδες ιδανικό. Ζωγραφίζει, παίζει κλειδοκύμβαλο, ράβει, κεντάει, είναι γοητευτική συνομιλήτρια, διαθέτει πνεύμα. Δηλώνει ότι ποτέ δεν θα παντρευτεί, γιατί δεν έχει γεννηθεί ο άντρας που θα γινόταν ο αφέντης της. Γράφει στη φίλη της, μαντάμ ντε Μαρόμ: Ποτέ δεν θα παραιτηθώ από την προσφιλή μου ελευθερία. Ποτέ δεν θα χρειαστεί, απευθύνοντάς μου τις επιστολές σας, να μου αποδώσετε τον τίτλο της Κυρίας. Οι άντρες κάνουν τόσο λίγα, της έρχεται η σκέψη ότι χρειάζεται το χέρι μιας γυναίκας. Η δολοφονία ενός δολοφόνου δεν είναι δολοφονία – «τέχνασμα της Λογικής», θα έλεγε ο Χέγκελ: βεβαιώνει κανείς τη θετικότητα της άρνησης για να βεβαιώσει καλύτερα. Λίγο πριν ανέβει τα σκαλιά του ικριώματος στις 17 Ιουλίου του 1793, ανήμερα της Αγίας Καρλότας, της οποίας έφερε και το όνομα, ντυμένη με το κόκκινο πουκάμισο –φεουδαρχικό κατάλοιπο– που προοριζόταν για τους βασιλοκτόνους, συμφιλιωμένη με τον εαυτό της και τη ρωμαϊκή της ψυχή, απευθύνει στους Γάλλους μια τελευταία επιστολή, όπου παραθέτει ένα απόσπασμα από τον μονόλογο του Βρούτου στον Θάνατο του Καίσαρα του Βολταίρου: Ταύτη η μεγάλη πράξις, προκαλούσα του σύμπαντος τον αιφνιδιασμόν / είτε την φρίκην επιφέρει είτε τον θαυμασμόν˙ / το πνεύμα μου, ολίγον επιθυμώντας να ζει εις την μνήμην, / διόλου δεν υπολογίζει την δόξαν ή την μήνιν˙ συμπληρώνει με δικά της λόγια, προτρέπει τους συμπολίτες της: Σας έδειξα το δρόμο, γνωρίζετε τους εχθρούς σας, σηκωθείτε πάνω, βαδίστε και χτυπήστε. Ο δήμιος Σανσόν μαγνητίζεται από την αταραξία της, από τη «διαπεραστική, ακατανίκητη γλυκύτητα» του βλέμματός της, στα απομνημονεύματά του την αποκαλεί, ξελογιασμένος σχεδόν, «Ιωάννα της Λωραίνης της δημοκρατίας». Το κεφάλι της πέφτει καταγής, κάποιος το πιάνει και το χαστουκίζει και τιμωρείται για την πράξη του αυτή με φυλάκιση, δημόσιο διασυρμό και έκθεση στην Πλατεία της Επανάστασης. Η νεκροψία στο σώμα της, όπου διαπιστώνεται και η παρθενία της, γίνεται παρουσία του Νταβίντ. Ο οποίος ζωγράφισε, ακριβώς, τον Θάνατο του Μαρά.

Πρόκειται, ασφαλώς, για συνάντηση τεράτων – γιατί τόσο η Κορνταί όσο και ο Μαρά είναι τερατώδεις, με την έννοια του μη φυσικού. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό σ’ έναν άντρα που το έκζεμά του αναδίδει τέτοια δυσώδη οσμή ώστε κανείς να μην κάθεται πλάι του στη Συντακτική Συνέλευση και ο οποίος γράφει: Θα επιθυμούσα ολόκληρο το ανθρώπινο γένος να βρεθεί εντός μίας βόμβας την οποία θα πυροδοτούσα προκειμένου να την ανατινάξω. Αλλά δεν υπάρχει και τίποτα το φυσικό σε μια γυναίκα που πεθαίνει ως αποκεφαλισμένη παρθένα –γλιτώνοντας, πιθανότατα, τη μοίρα της δαντελοπλέκτριας γεροντοκόρης– και στης οποίας το αίμα θεμελιώνεται μια θρησκεία, η θρησκεία του στιλέτου. Στο πολιτικό μνημόσυνο που διοργανώθηκε στη μνήμη του Μαρά, ο λόγος που εκφωνήθηκε συντάχθηκε από τον Μαρκήσιο ντε Σαντ. Και είναι αλήθεια ότι ο συγγραφέας της Φιλοσοφίας στο Μπουντουάρ μάλλον υπερέβαλε σε ζήλο όσον αφορά στην εξύμνηση του θύματος και στην περιύβριση του θύτη, προκειμένου να κρατήσει το ευγενές κεφάλι του στους ώμους του, όμως κάποια από αυτά που περιλαμβάνονται στο περί ου ο λόγος κείμενο - φόρο υποτέλειας δεν μπορεί παρά να μας βάλουν σε σκέψεις: Η βάρβαρη δολοφόνος του Μαρά, όμοια με εκείνα τα μικτά πλάσματα στα οποία δεν μπορεί να αποδοθεί κανένα φύλο, που ξερνά η κόλαση προς απελπισία και των δύο, δεν ανήκει άμεσα σε κανένα […] Παραμορφώστε τα χαρακτηριστικά αυτού του τέρατος, ή τουλάχιστον μην το εκθέτετε στα αγανακτισμένα μας μάτια παρά μόνο περιστοιχισμένο από τις Μαινάδες στα Τάρταρα.

Η τερατωδία του Μαρά είναι προφανής – εκστρατείες τιμωρίας χωρίς δίκη και ετυμηγορία, εκατόμβες θυμάτων χάριν της πλέον καθαρής αυθαιρεσίας, σφαγές, πυροβολισμοί, παλουκώματα, κεφάλια καρφωμένα σε κοντάρια που επιδεικνύονται κάτω από τα παράθυρα της βασίλισσας, μια τέλεια ενορχηστρωμένη ωδή στο τελετουργικό μακέλεμα που εκτελείται με άγρια χαρά και ενστικτώδη επιδεξιότητα. Πού έγκειται, όμως, η τερατωδία της Κορνταί;

Στην ασυμβατότητα με τη θηλυκή φύση της, θα υποστήριζε ο διαβόητος Μαρκήσιος. Οι γυναίκες δεν σκοτώνουν – αν σκοτώσουν, τα κίνητρά τους θα είναι προσωπικά, περιορισμένα στη σφαίρα του ιδιωτικού τους σύμπαντος: Σκοτώνουν έναν άπιστο εραστή, έναν βάναυσο σύζυγο, έναν δυνάστη πατέρα, μια σεξουαλική αντίζηλο – θα απαιτούσε άραγε η βασίλισσα Ελισάβετ με τέτοιο μένος το κεφάλι της Μαρίας Στιούαρτ αν δεν διεκδικούσαν αμφότερες έναν κόμη Λέστερ; Σκοτώνουν και τα παιδιά τους ακόμα. Αλλά έναν πολιτικό ηγέτη; Ποτέ. Και μάλιστα με στιλέτο - μεγαλύτερη επιείκεια δείχνουμε στις δηλητηριάστριες. Θεωρείται ανεπίτρεπτο να κατευθύνουν το βλέμμα τους σε τέτοιους στόχους, να είναι τόσο ξεκάθαρες ως προς την επιθυμία τους να τους εξοντώσουν και δη τόσο αποτελεσματικές. Και επισημαίνουμε εκ νέου πως δεν γίνεται λόγος εδώ για βασίλισσες, για την προαναφερθείσα Ελισάβετ ή για μια Ισαβέλλα της Καστίλης ή για μια «Bloody» Μαίρη Τυδώρ – φαίνεται πως όταν είσαι μονάρχης, ανεξαρτήτως φύλου, δικαιούσαι να πνίγεις τον λαό σου στο αίμα.

Ο Μισέλ Ονφρέ έγραψε για τη Σαρλότ Κορνταί ένα βιβλίο –Η Θρησκεία του Στιλέτου– όπου μπορεί κανείς να ανιχνεύσει διαδρομές σκέψης που συνδιαλέγονται με τα παραπάνω ερωτήματα, έστω και αν στις σελίδες του δεν ξεδιπλώνονται πλήρως ούτε αναδεικνύονται επαρκώς όλα τα στοιχεία της συναρπαστικής δυναμικής του θέματος, έστω και αν ενδίδει στη γοητευτική κλίση μιας εμφανώς «αρσενικής» μεροληψίας: γοητευμένος από την ηρωίδα του, ο φιλόσοφος (ένας αντιδιαμετρικά Γάλλος –έχει κι αυτό τη σημασία του– που στέκεται σε ευθεία αναμέτρηση απέναντι στον Σαντ και στο «χριστιανικό θανατοφιλικό πάθος» του), της χαρίζεται σε πολλά. Φυσικά αναγνωρίζει το ηθικά μεγαλειώδες αλλά πολιτικά ανώφελο της δολοφονίας που διέπραξε – όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες: όταν σκοτώνεται ένας Καίσαρας, δημιουργείται ένας Αύγουστος. Και η ίδια η Κορνταί θα έφριττε αν είχε ζήσει για να γίνει μάρτυρας των απρόβλεπτων εξελίξεων που πυροδότησε η πράξη της – πώς θα μπορούσε να φανταστεί, εκείνη, που αρνιόταν μέχρι και να υψώσει το ποτήρι της εις υγείαν του βασιλέως, την αποσταθεροποίηση που ακολούθησε, ανοίγοντας τον δρόμο για την Αυτοκρατορία, για την έλευση και την εδραίωση του Ναπολέοντα; Στ’ αλήθεια παράξενες οι διαστροφές των ανθρώπων, μα πιο παράξενη η διαστροφή της Ιστορίας.

Πέρασε, άραγε, καθόλου από το μυαλό του Ονφρέ πως η πράξη τής Κορνταί θα μπορούσε να έχει και τη διάσταση μιας αναμέτρησης των φύλων, αρσενικού-θηλυκού; Γυναίκα που έχει ορκιστεί να μη δοθεί ποτέ σε άντρα σκοτώνει άντρα-τύραννο για να παραδοθεί τελικά στα χέρια άντρα-δημίου, ο οποίος, λίγο πριν της πάρει το κεφάλι, σχεδόν την ερωτεύεται. Όπως και ο φιλόσοφος – γιατί είναι λίγο δύσκολο να πειστούμε πως ένας θεωρητικός του σώματος και της απόλαυσης σαν τον Ονφρέ (και συγγραφέας ενός βιβλίου σαν το Η Αναζήτηση των Ηδονών, Δημιουργία ενός Ηλιακού Ερωτισμού), που συνομιλεί τόσο δημιουργικά με τους Σαντ και Μπατάιγ, ακόμα και όταν τους αποστρέφεται, παραμένει ασυγκίνητος μπροστά στην ευγενή τυραννοκτόνο. Μπορεί να αντιστέκεται ως ένα βαθμό στις ιδέες της, αποδίδοντάς τους εγκληματική αφέλεια, φαίνεται όμως ότι του είναι μάλλον δύσκολο, έως ακατόρθωτο να αντισταθεί στην ίδια ως ιδέα. Και γιατί να τον κατηγορήσουμε, άλλωστε; Από καταβολής κόσμου, στο σύμπαν των αρχετύπων είναι φύσει αδύνατο για το αρσενικό να αντισταθεί σε μια γυναίκα που αντιστέκεται. Αν μάλιστα πρόκειται για μια νεαρή διανοούμενη παρθένα με ταμπεραμέντο φόνισσας, ακόμα καλύτερα. Η Κορνταί δεν φημιζόταν για το κάλλος της – ας δούμε, όμως, κάποιους από τους πίνακες των μαιτρ της εποχής που την αναπαριστούν, όπως του Aimé Baudry: Τι ακριβώς εξιδανικεύουν; Την ελευθερόφρονα; Τη γυναίκα που σκότωσε έναν ειδεχθή τύραννο στο όνομα της δημοκρατίας; Ας μας επιτραπεί να το αμφισβητήσουμε – και ας αποτολμήσουμε μια απάντηση εξίσου αμφισβητήσιμη και ενδεχομένως εμπρηστική για το «ευαίσθητο» πεδίο (τόσο «ευαίσθητο», που έχει εσχάτως μεταβληθεί σε ναρκοπέδιο) διερεύνησης των έμφυλων ταυτοτήτων, όπου τόσο συχνά ναρκισσεύονται μέχρις εξαντλήσεως οι φεμινιστικές σπουδές και λοιπές παραλλαγές τους: Εξιδανικεύουν τη γυναίκα. Το θηλυκό - θελκτικό, δυνητικά επικίνδυνο ερωτικό αντικείμενο που κολυμπά στα βαθιά νερά της μοιραιότητας, σαρωτικό και ανυπεράσπιστο. Μπορεί να τη λένε Ιουδήθ, Σαλώμη, Δαλιδά, Μήδεια ή Ιεζάβελ – μικρή σημασία έχει. Πάντα θα υπάρχει ένας φιλόσοφος, ένας ζωγράφος, ένας δήμιος. Και η Δεσποινίς ντε Κορνταί κέρδισε με το σπαθί, ή μάλλον με το στιλέτο της –αν και ίσως όχι ακριβώς για τους λόγους που η ίδια πιθανόν επιθυμούσε– μια θέση στον μύθο – στον μύθο του αρσενικού βλέμματος, θα συμπληρώναμε, που εξακολουθεί, εν πολλοίς, να προσδιορίζει τον κόσμο: αναντίρρητη βεβαιότητα, έστω και αν, μετά βεβαιότητας, δεν θα της άρεσε καθόλου.

 

Ευαγγελία Κουλιζάκη

 

Δείτε όλα τα σχόλια