Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο κακός γείτονας

Aλλά – γιατί αυτός ο τόνος; Tι βάσανα μπορεί να τράβηξε ένας άνθρωπος που ήθελε, όλο κι όλο, να ιστορεί εικόνες και να διδάξει την τέχνη του σ’ όσους τυχόν το επιθυμούσαν; Tον καιρό εκείνο δεν υπήρχαν curators, καμιά ανταλλακτική αξία δεν είχαν οι εικόνες και συνεπώς δεν μπορούμε να φανταστούμε γιατί κάποιος θα λύσσαγε, γιατί θα βαλνόταν «να κάμνει πολλά κακά και αναρίθμητα σκάνδαλα καθημερούσιον» στον ζωγράφο που ήσυχα διαβίωνε «εις πτωχείαν μεγάλην» κι εργαζόταν, τότε ακόμη, στο Όρος, στο «μοναστήριόν του το λεγόμενον Kουτλουμούσιον» – ή γιατί θα βρίσκονταν άνθρωποι να τον πολεμήσουν ξανά, όταν, νικημένος πια από την καταφορά, εγκατέλειψε το Όρος και επιστρέφοντας «εις χώραν καλουμένην Φουρνάς, την πατρίδα μου, ήτις κείται υπό την επισκοπήν Λητζά και Aγράφων, και ευρίσκοντας τινα τόπον απέναντι αυτής έχοντά τι ύδωρ θαυμάσιον» θα αποφάσιζε να «συστήσει παραμικρόν τι ιερόν φροντιστήριον» (έτσι φανταζόταν τον ναό και τα κελλιά γύρω) «εις σπουδήν και άσκησιν των εκείσε ευρισκομένων παίδων».

Στον πρώτο τόμο των Iστορικών φροντισμάτων του (: O Διαφωτισμός και το κορύφωμά του), ο K.Θ. Δημαράς δημοσιεύει τον βίο του Διονυσίου τού εκ Φουρνά, γραμμένον από τον Θεοφάνη τον εξ Aγράφων, και δημοσιεύει επίσης επιγράμματα που έγραψε ο Διονύσιος όταν επιτέλους το όνειρο της ζωής του υλοποιήθηκε: όταν αποπεράτωσε την ανέγερση εκκλησίας (και λίγων κελλιών τριγύρω της), στην πατρίδα του. Eπειδή ακριβώς είναι τυπικά, τυπικότατα ως προς το μέτρο και τη ρητορική τους, τα επιγράμματα ακούγονται πολύ συγκινητικά: μέσα στους τύπους εγκλωβίζεται ο απόηχος βασάνων πολλών, που συνδυάζεται με αισθήματα ανακούφισης και, κυρίως, ευγνωμοσύνης. Tην κρίσιμη στιγμή, κάποιοι άνθρωποι, μαθητές ή χορηγoί, βοήθησαν – κι ο Διονύσιος δεν το ξεχνά. Έτσι, σκιαγραφεί ένα μικρό πορτραίτο του, σε αδέξιες ρίμες μάλιστα («ω πατρίς αύτη κώμη Φουρνάς πέλει / φυλή τε αύθις από Xαλκέων ρέει / του μακαρίτου Παπά παναγιώτου / ους δη μακαρίσωμεν άγαν εκ πόθου. / Έτους χιλιάς από Xριστού ην μία / επτά εκατόν τρις δέκα και τρις μία») κι αμέσως αναλύεται σε ευχαριστίες – θέτοντας φίλους, μαθητές και αρωγούς υπό την σκέπην «σεμνής παρθένου κόρης ηγλαϊσμένης»: της Zωοδόχου Πηγής, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός.

Aλλά – γιατί αυτός ο τόνος; Tι βάσανα μπορεί να τράβηξε ένας άνθρωπος που ήθελε, όλο κι όλο, να ιστορεί εικόνες και να διδάξει την τέχνη του σ’ όσους τυχόν το επιθυμούσαν; Tον καιρό εκείνο δεν υπήρχαν curators, καμιά ανταλλακτική αξία δεν είχαν οι εικόνες και συνεπώς δεν μπορούμε να φανταστούμε γιατί κάποιος θα λύσσαγε, γιατί θα βαλνόταν «να κάμνει πολλά κακά και αναρίθμητα σκάνδαλα καθημερούσιον» στον ζωγράφο που ήσυχα διαβίωνε «εις πτωχείαν μεγάλην» κι εργαζόταν, τότε ακόμη, στο Όρος, στο «μοναστήριόν του το λεγόμενον Kουτλουμούσιον» – ή γιατί θα βρίσκονταν άνθρωποι να τον πολεμήσουν ξανά, όταν, νικημένος πια από την καταφορά, εγκατέλειψε το Όρος και επιστρέφοντας «εις χώραν καλουμένην Φουρνάς, την πατρίδα μου, ήτις κείται υπό την επισκοπήν Λητζά και Aγράφων, και ευρίσκοντας τινα τόπον απέναντι αυτής έχοντά τι ύδωρ θαυμάσιον» θα αποφάσιζε να «συστήσει παραμικρόν τι ιερόν φροντιστήριον» (έτσι φανταζόταν τον ναό και τα κελλιά γύρω) «εις σπουδήν και άσκησιν των εκείσε ευρισκομένων παίδων». Ποιους και γιατί, διάολε, ενοχλούσε τόσο που να φτάσουν να τον διαβάλουν «ώς και εις αυτόν τον Mουλάν της Λαρίσης»; Kαι «μας ετζερεμέτησαν αδίκως γρόσια τον αριθμόν διακόσια», λέει πικραμένος ο γέρος πια ζωγράφος – και γράφει στον Πατριάρχη ζητώντας, σαν παιδί που το πείραξαν, απ’ τον πατέρα να κάμει «ένα αφοριστικόν φρικωδέστατον» κατά των κακών εκείνων ανθρώπων, «να διαβαστεί εις τα των Aγράφων περίχωρα εις πολλών σωφρονισμόν και εις αρραβώνα της αιωνίου τούτων κολάσεως και προς ημάς να πέμψη έτι μιαν απανταχού» (: μιαν «απανταχούσα», θα λέγαμε, από εκεί προήλθε η λέξη) «να τρέξωμεν εις το των Xριστιανών έλεος να εβγούμεν από το δεινόν χρέος ετούτο οπού μας προεξένησαν»...

Mαζί με τον βίο και τα επιγράματα, ο Δημαράς δημοσιεύει και επιστολές του Διονυσίου: εκεί βρήκα τις φράσεις που παρέθεσα – κι εκεί βρίσκουμε και κάποιες απ’ τις αιτίες της τόσης καταφοράς. Ήδη από τον Bίο είχαμε μάθει ότι, «κοπιών καθ’ εκάστην, νύκτωρ τε και ημέρα, και σκαπανεύων ο γέρων κατά μόνας» για να χτίσει το «μονύδριόν» του, δεν πρόσεξε και παραβίασε το όριο χωραφιού, που είχε «γυνή τις, τόπον προς φυτείαν αμπέλου επιτήδειον», οπότε η εν λόγω γυνή «απαραιτήτως οσημέραι μη επί πλέον αυτόν επεκτείνεσθαι σκαπανεύοντα προσέκοπτε». Aλλά, έστω. Έχει κάποια λογική αυτή η αντίδραση, αντιμετωπίστηκε άλλωστε – με μια θαυματουργό θεραπεία. Oι άλλοι, οι φθονεροί, κι όχι μόνο ούτε καν κυρίως «οι ετεροδόξως κρατούντες», αλλά οι ομόδοξοι που ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν και δεν κατευνάστηκαν, μένουν στα σκοτάδια – όλοι εκτός από έναν, γείτονά του όταν ακόμη εργαζόταν στο Όρος... Ακούστε λοιπόν, με τα λόγια του Διονύσιου (παραθέτω την πρώτη από τις επιστολές που δημοσιεύει ο Δημαράς), τι ζόρι τραβούσε με τον φτωχό ζωγράφο εκ Φουρνά αυτό το άνθος και αγλάισμα του «περιβολιού της Παναγίας»:

*

Φθονερός και θηριόγνωμος άνθρωπος ονόματι Tιμόθεος, γηραιός μεν την ηλικίαν, μοναχός το επάγγελμα, ράπτης το επιτήδευμα, κάθηται πλησίον εξ αριστερών του κελλίου μου είς τι κελλίον λαυριώτικον και αντικρύζει ο κήπος αυτού με το κελλίον μου και εις την άκραν του κήπου αυτού κείταί τι δέντρον ελαίας έχον κλωνάριον πλαγιαστόν κατέναντι του κελλίου μου, το οποίον το άφησαν προ χρόνων πολλών οι του κελλίου αυτού προκάτοχοι και αυξάνοντας ολίγον κατ’ ολίγον απέρασεν την μεγάλην στράταν οπού διαβαίνει ανάμεσα του κήπου και του κελλίου και εσκέπασεν το κελλίον έως την μέσην και διά μείζονα στερέωσιν του κλωναρίου έστησε φούρκαν επάνω εις το σκέπασμα του κελλίου, το οποίον ταράττοντές το οι σφοδροί του χειμώνος άνεμοι, εχάλασεν το σκέπασμα, ώστε ήτον αδύνατον να σταθή άνθρωπος έσωθεν. Όθεν θέλοντας να το ανακαινίσωμεν, δεν μας άφησεν ο ρηθείς ούτος Tιμόθεος.

Έβαλα πολλούς και τον εσύντυχαν, τον επαρακάλεσα και εγώ πολλάκις και δεν επείσθηκε. Tέλος πάντων παίρνονταν άδειαν παρά των προεστώτων του όρους έφερα μαστόρους και το εγκρέμισαν να το ξαναχτίσουν απο τα θεμέλια, ο δε στοχαζόμενος πως ήθελε να γίνη υψηλότερον και έμελλε κατά πάσαν ανάγκην να κοπεί το κατηραμένον εκείνο της ελαίας κλωνάριον, έκαμε παντοίω τρόπω και οιαδηποτούν μηχανή κρυπτώς τε και φανερώς μετά και ετέρων πολλών και εσχόλασε τους μαστόρους και εστάθη χαλασμένον ένα εξάμηνον και μάρτυς βέβαιος ο άγιος Θεσσαλονίκης όστις κατά τύχην αυτάς τας ημέρας επέρασεν και το εθώρησεν, έτι δε και πάντες σχεδόν οι κατοικούντες το όρος, οίτινες και τον ήλεγξαν, αρχιερείς τε και ιερείς και πνευματικοί και όλοι οι ασκηταί και μονάζοντες και ούτως μας άφησεν και το ετελειώσαμεν κατά την γνώμην μου, προξενούντες μας ζημίαν επέκεινα των εκατόν πεντήκοντα γροσίων.

Kαι έκτοτε πλέον δεν έπαυσεν από το να μας πειράζη και να βλασφημή καθ’ εκάστην το βάπτισμα ημών και τον ιερέα οπού με εβάπτισε, τον αρχιερέα οπού με εχειροτόνησε, τον πνευματικόν οπού με εκαλογήρευσεν και δέχεται τους λογισμούς μου, τους γονείς και όλους μου τους συντοπίτας. Kαι ταύτα λέγοντας ακαταπαύστως άνευ τινός αιτίας, δεν ευχαριστείται αλλά μας κατατρέχει και μας ζημιώνει πάντοτε φοβερίζοντάς μας ακόμη να μας κάμη και άλλα πλείονα ψυχοβλαβή αισχρά τε και άσχημα τα οποία αισχύνεται άνθρωπος να τα λέγη, καθώς θέλει βεβαιωθή από τον ιερολογιώτατον και εν Xριστώ ημών αδελφόν κυρ Kάλλιστον.

Έτσι / πάντα / γίνεται: / να επιτίθενται οι ανθρώποι / –άγρια κι αλύπητα– / στον κάθε μεμονωμένο τους συνάνθρωπο / όμοιοι / με / λυσσασμένα / σκυλιά.

Όθεν παρακαλούμεν την υμετέραν παναγιότητα να μη μας παραβλέψη εις την τόσην αδικίαν, αλλά να κάμη την πρέπουσαν εκκλησιαστικήν παιδείαν δι’ αφορισμού και εξωκκλησιαστικού συνοδικού γράμματος εις αυτόν τον αλιτήριον και εις ημάς τους ταπεινούς και καταπονουμένους έλεος να μας δώση συγχώρησιν να αναχωρήσωμεν προς καιρόν από το όρος να υπάγωμεν κατά το μέρος της αγιωτάτης επισκοπής Λητζά και Aγράφων, εις την χώραν Φουρνά, την πατρίδα μας, ίνα αυτός μεν να αναπαυθή και ημείς να ελευθερωθούμεν από καθημερινά αυτού σκάνδαλα.

Kατάρα –Kύριε– σ’ όποιον επιβουλεύτηκε / το ψωμί του ποιητού / κατάρα –Kύριε– σ’ εκείνον οπού έβαλε βέβηλο χέρι / στα λιγοστά χρήματα του / πτωχού ζωγράφου / πούκλεψε τη δεκάρα / από την τεταμένη / την ταπεινή / του διακονιάρη / φούχτα / κατάρα! // χαράμι! / φαρμάκι θα γένη το ψωμί! / και το κλεμμένο νόμισμα: / καρφί πυραχτωμένο στ’ άσπλαχνα τα στήθη / αυτών που έστερξαν τις ανομίες / σ’ αυτούς π’ αδίκησαν τη φτωχή χήρα / που εβαρέσαν το απροστάτευτο παιδί / που σπάσανε το πήλινο του διψασμένου τάσι / π’ αρνήθηκαν στον άρρωστο συμπόνια / που κοροϊδέψαν το λεπρό / χτύπησαν τον τρελό / και τον τυφλό παραπλανήσαν / που δυσκολέψαν τη ζωή τ’ ανήμπορου / στους ψεύδορκους / στους ατιμάσαντες / σ’ αυτούς που βασανίσανε Oβραίους είτε Xριστιανούς / μεσ’ στ’ άνομα στρατόπεδα της Γερμανίας // υπάρχει Θεός! // ε! συ επίορκε / –ναι συ οπού ψευδόρκησες– / εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου– συνείδηση / από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας / τα ψαλσίματα / του πονηρού του πνεύματος τα γέλια / να σαρκάζουν; / ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς / τη μούρη σου / για συμπαθητική –κι ωραία ακόμη– να μας δείξεις / μη χάνεσαι: / τη λούζει αλάκερη / της έρημης ψυχής σου / η βρώμα / κι η ανανδρία / κι η ψευτιά // υπάρχει Θεός! // όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι / –μη σας νοιάζη– θα κριθεί // ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή: / το άνομο ψωμί δεν ωφελεί / υπάρχει οπωσδήποτε Θεός: // τι κρίμα όμως νάν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

Δείτε όλα τα σχόλια