Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο καλός μου, ο γλυκός μου Δημήτρης Μυταράς

Δεν πρόλαβα να τον δω. Με τα καθημερινά αναβάλλεις, παραλείπεις, χάνεις στο τέλος. Εντούτοις, η απώλεια του Δασκάλου είναι σχεδόν απώλεια πατέρα. Αν και ο Δημήτρης Μυταράς είχε μια περίεργη κράση, που δεν παρέπεμπε στις παραδοσιακές φόρμες του διδακτικού μπαμπά.

Εκτός από κορυφαίος ζωγράφος, ήταν γερός ψαροντουφεκάς, ανοιχτοχέρης με τους φοιτητές του, ανταγωνίζονταν μαζί μας στα μακροβούτια. Στις εκδρομές, διαβασμένος και ουσιαστικός, μπορούσε να κατανοήσει κι αυτόν που βαριόνταν. Στη Σχολή (την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας) κατά διαστήματα του δείχναμε όλη «τη δουλειά». Λάδια, τέμπερες, παστέλ. Έπιανε με τον πλατύ αντίχειρα τα σχέδια από το «γυμνό νυκτός», τη σκληροτράχηλη άσκηση σχεδίου. Οι παρατηρήσεις του ήταν σύνθετες. Ξεκινούσαν από τα σχεδιαστικά λάθη, επεκτείνονταν στο αίσθημα που πυκνώνει το έργο. Έβλεπε που λες ψέματα, ζωγραφικά ψέματα, εκεί όπου το έργο το διεκπεραιώνεις, δεν είσαι μέσα του, απέχεις εσωτερικά (οι ζωγράφοι καταλαβαίνουν τι εννοώ).

Ήταν άλλωστε ο ίδιος δεινός σχεδιαστής. Έβλεπε στον φοιτητή προβλήματα που -τηρουμένων των αναλογιών- απασχολούσαν και τον ίδιο. Ναι, ο Δημήτρης Μυταράς είχε την καλλιτεχνική και διδακτική οντότητα ώστε να διαδεχτεί τον Γιάννη Μόραλη στο ιστορικό Α’ Εργαστήριο της Σχολής Καλών Τεχνών. Μπορούσε να σηκώσει το βάθος του μυθικού τέκνου της γενιάς του ‘30. Τα έργα του τον στήριζαν, η αναλυτική του ικανότητα επίσης. Σε όλες τις ζωγραφικές σειρές, από τους «καθρέφτες» που είχα δει στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τα «θεσμικά κτήρια» με τα τα σκληρά κοντράστ φωτογραφιών εφημερίδας της εποχής, τα μεγάλα, μεταγενέστερα πορτρέτα αστών (θυμίζω τον θαυμάσιο του καθηγητή Λούρου), μέχρι τις ανήσυχες «λουόμενες» σε κινεζικό χαρτί, τις εκπληκτικές κατασκευαστικές επινοήσεις του που έσκιζαν και συγχρόνως οργάνωναν την εικόνα, όλα ήταν παραλλαγές ενός βαθέως, νοημένου και συμπαγούς ταλέντου. Ο Μυταράς υπήρξε αυτό που χρειάζονταν η Ελλάδα όταν εμπέδωσε το τέλος της φτώχειας.

Μετά τον νεοκλασικό λυρισμό του Τσαρούχη, τη δομική σύνθεση του Μόραλη, τη στέρεα τοπιογραφία του Παπαλουκά, η Ελλάδα χρειάζονταν κάτι που θα τη συμφιλιώσει με το «διαμέρισμα», την επική πλευρά τής καθημερινής μικροαστικής πραγματικότητας, την αισθητική του σύγχρονου ντιζάιν, τον τεχνικό φωτισμό νέον και τη χρωματική συμπεριφορά των ακρυλικών χρωμάτων. Η Ελλάδα χρειάζονταν ένα νέο ιδανικό, που θα συγκεφαλαίωνε τη φαντασίωση μιας νέας μετεμφυλιακής, «εξεγερσιακής ησυχίας». Κάτι που θα αναλάβει να «απολογηθεί» για τη νέα ένοικο πραγματικότητα των ανθρώπων της πόλης. Κάποιον που θα αναλάβει να συμφιλιώσει τη ζωγραφική με όλες τις εικονογραφικές εφαρμογές τής γραφιστικής και της βιομηχανικής εικόνας.

Για τον τόπο μας, αυτός που ανέλαβε με ευχέρεια την «αποστολή» ήταν ο Μυταράς. Έγκυρος, τολμηρός, διέτρεξε το πεδίο από τον Μπέικον στον Σάδερλαντ, από τον Χόκνεϊ στον Α. Γκόρκι και σώθηκε μια χαρά. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που θέλω να πω για τον Μυταρά είναι κάτι πιο προσωπικό και ιδιοτελές. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τον ευγνωμονώ που μου τόνωσε το ηθικό, που εκτίμησε τη δουλειά μου, που μου είπε τον καλό λόγο όταν τον είχα απόλυτη ανάγκη.

Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλω είναι να συναντήσω, μέσα στη φυγή του, τη σύντροφό του τη Χαρίκλεια, να ξαναβρώ όλους τους συμφοιτητές και τις συμφοιτήτριες, να μαζέψω τα υλικά της μικρής, περιττής σπουδαστικής και καλλιτεχνικής αντιζηλίας, τα ράκη μιας διάσπαρτης αγωνίας να υπάρξεις, να ξεχωρίσεις, να εγκριθείς. Οι αποχαιρετισμοί έχουν μέσα τους αυτή τη χρησιμοθηρία. Αλλά ακριβώς αυτό τους κάνει επώδυνους και προσωπικούς, όπως εξάλλου είναι όλες οι μορφές της αγάπης.

Δείτε όλα τα σχόλια