Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ποιοι είναι οι Σύροι αντάρτες;

Επιμέλεια: Κατερίνα Γούλα

 

Πολύς λόγος έγινε για τις αντάρτικες ομάδες του Χαλεπίου όταν, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2016, επικρατούσαν οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις και εκκενωνόταν το υπό ανταρτικό έλεγχο ανατολικό τμήμα της πόλης. Η πολυποίκιλη σύνθεση των ενόπλων τμημάτων που συμμετείχαν και από τα δύο μέρη σε αυτή την τετραετή πολύνεκρη μάχη είναι διαφωτιστική.

 

Του Bachir El Khoury*

 

Η πληθώρα και η ποικιλομορφία των ένοπλων δυνάμεων που συμμετείχαν στη μάχη του Χαλεπίου, πολλές εκ των οποίων προέρχονται από το εξωτερικό, εξηγούν τη διάρκεια και την έκταση της συριακής σύγκρουσης. Για να μπορέσουμε να κάνουμε έναν απολογισμό της κατάστασης, είναι σημαντικό να αποφύγουμε τις απλουστεύσεις στην ορολογία που χρησιμοποιείται σχετικά με τις διάφορες δυνάμεις. Η ταυτοποίηση τόσο των «αντάρτικων» στρατευμάτων όσο και των δυνάμεων που υποστηρίζουν τον τακτικό στρατό προϋποθέτει επίσης να κατανοήσουμε τις ιδεολογίες και τα πολιτικά προγράμματά τους. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται από ερευνητές και από άτομα που είναι παρόντα στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων είναι επομένως πολύ πιθανόν να αποκλίνουν, κυρίως όσον αφορά τον αριθμό των μαχητών. Καλό είναι λοιπόν να τις λαμβάνουμε υπ’ όψιν με επιφύλαξη.

Όσον αφορά λοιπόν την ένοπλη αντίσταση στο καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ, διακρίνουμε τρία είδη ομάδων: εκείνες που μάχονται αυτόνομα, εκείνες που συγχωνεύονται μεταξύ τους και εκείνες που συντονίζουν τις επιθέσεις τους μέσω μιας «αίθουσας επιχειρήσεων» (ghourfat al’âmaliyyat). Στο ανατολικό Χαλέπι, όπου σύμφωνα με εκτιμήσεις πριν από την τελική επίθεση των συριακών δυνάμεων ζούσαν περίπου 250.000 άνθρωποι, καθώς και στα γειτονικά αντάρτικα προπύργια, δύο κύριες «αίθουσες επιχειρήσεων» συγκέντρωναν συνολικά δέκα έως είκοσι χιλιάδες άνδρες. Η πρώτη, με το όνομα Τζαΐς Αλ Φατάχ (Στρατός Κατάκτησης), εκπροσωπεί περίπου έναν στους τρεις αντάρτες. Αποτελείται κατά κύριο λόγο από το Μέτωπο Φατάχ Αλ Σαμ, το πρώην Μέτωπο Αλ Νόσρα (το συριακό παρακλάδι της Αλ Κάιντα) και τους συμμάχους του.

Πιο μετριοπαθής, ο συνασπισμός Φατάχ Χαλάμπ (Κατάκτηση του Χαλεπίου) συγκεντρώνει περισσότερες φατρίες, φίλα προσκείμενες στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ή συντεταγμένες στο πλευρό του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (ΕΣΣ). Σύμφωνα με τον Φαμπρίς Μπαλάνς, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Λιόν ΙΙ, ο συνασπισμός αυτός αντιπροσωπεύει περίπου τις μισές δυνάμεις που μάχονται εναντίον του καθεστώτος και των συμμάχων του στην περιοχή. Το υπόλοιπο 15-20% των στασιαστών αντιστοιχεί σε μια δεκάδα μικρές ανεξάρτητες ομάδες χωρίς σαφώς ορισμένη ιδεολογία, οι οποίες περιστρέφονται σαν δορυφόροι γύρω από τους δύο αυτούς βασικούς πόλους.

Στα δυτικά της πόλης και στα περίχωρά της, όπου κατοικούν σχεδόν 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι, οι συριακές ένοπλες δυνάμεις επωφελούνται από την ενίσχυση επτά πολιτοφυλακών, κατά πλειονότητα σιιτικών1, εκ των οποίων τρεις είναι ιδιαιτέρως ενεργές. Οι δυνάμεις αυτές έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στις αντεπιθέσεις που εξαπολύθηκαν ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου προκειμένου να διατηρηθεί η πολιορκία των ανατολικών συνοικιών. Η Χαρακάτ Χεζμπολά Αλ Νουτζάμπα (Κίνημα Ευγενών του Κόμματος του Θεού) είναι μια ιρακινή πολιτοφυλακή, συγγενής ιδεολογικά με τη λιβανική Χεζμπολά. Σύμφωνα με τον Στεφάν Μαντού, ειδικό σε ζητήματα άμυνας στη Συρία, αριθμεί τέσσερις έως επτά χιλιάδες άνδρες. Συμμετέχει επίσης στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους, στη Μοσούλη του Ιράκ. Στο πλευρό της, η Λίγουα Φατεμιγιούν (Ταξιαρχία των Φατιμιδών), το όνομα της οποίας παραπέμπει στο σιιτικό χαλιφάτο των Φατιμιδών (909-1171), αποτελείται κυρίως από Χαζάρους, περσόφωνους Αφγανούς σιίτες εκπαιδευμένους και εξοπλισμένους από τους Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης. Η ταξιαρχία αυτή, η οποία αποτελείται από πέντε έως δέκα χιλιάδες στρατιώτες για το σύνολο της Συρίας, περιλαμβάνει επίσης Πακιστανούς μισθοφόρους. Τέλος, η λιβανική Χεζμπολά, παρούσα στη Συρία από το 2012, παίζει «κινητήριο ρόλο» στο Χαλέπι, σύμφωνα πάντα με τον Φαμπρίς Μπαλάνς.

Τέσσερις ακόμη πολιτοφυλακές στηρίζουν τον τακτικό στρατό, εξαιρετικά αποδυναμωμένο ύστερα από συρράξεις πέντε ετών και πλήθος αποχωρήσεων. Μεταξύ αυτών συναντάμε σουνίτες μαχητές, προερχόμενους από τα παλαιστινιακά στρατόπεδα του Χαλεπίου, μια «κεραία» της λιβανικής Χεζμπολά στη Συρία και δύο ακόμη ομάδες που σχηματίστηκαν από τους Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης, συνολικά γύρω στους εξακόσιους με εννιακόσιους στην περιοχή. Τέλος, τα Γεράκια της Ερήμου, με έδρα τη Λαττάκεια από το 2015, επεμβαίνουν σποραδικά στο Χαλέπι. Στα μέλη τους συγκαταλέγονται στρατιώτες της Λίγουα Άσαντ Αλλάχ Αλ Γκαλέμπ (Ταξιαρχία του Κατακτητή Λέοντος του Θεού) και των Λιβανέζων του Συριακού Εθνικιστικού Κοινωνικού Κόμματος (ΣΕΚΚ) επισημαίνει ο Στεφάν Μαντού. Εξάλλου, οι κουρδικές δυνάμεις (Μονάδες Λαϊκής Προστασίας, YPG), οι οποίες διατηρούν μια σιωπηρή συμφωνία ανακωχής με τον συριακό στρατό από το 2011, εξακολουθούν να ελέγχουν την ως επί το πλείστον κουρδική συνοικία Σεΐκ Μακσούντ.

Τα πολιτικο-θρησκευτικά κίνητρα των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων γίνονται κατανοητά χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Είτε είναι εν μέρει είτε ολοκληρωτικά υποταγμένες στο Ιράν, το ζητούμενο για τις σιιτικές δυνάμεις είναι να αποτρέψουν την πτώση του αλαουϊτικού καθεστώτος και να εμποδίσουν την κατάληψη της εξουσίας από εκείνους που χαρακτηρίζουν ως «σαλαφιστές»2 και «τακφιριστές»3. Αντίστροφα, στο στρατόπεδο των ανταρτών, το παιχνίδι των συμμαχιών και ο πολλαπλασιασμός τόσο των πρωταγωνιστών όσο και των -συχνά εφήμερων- συνασπισμών δυσχεραίνουν τη διάκριση μεταξύ «ριζοσπαστικών» και «μετριοπαθών» που υποτίθεται ότι θα εγκαθίδρυε η εκεχειρία του Σεπτεμβρίου.

Επιπλέον, πολλές από αυτές τις αντιτιθέμενες στο καθεστώς ομάδες ριζοσπαστικοποιήθηκαν από οπορτουνισμό, από στρατηγική ανάγκη ή από πεποίθηση. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολα κατανοητή από τη στιγμή που ριζοσπαστικές σαλαφιστικές ομάδες υπήρξαν ή παραμένουν συντεταγμένες στο πλευρό του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος παρουσιάζεται από τους δυτικούς υποστηρικτές του ως ο πλέον μετριοπαθής από τους παράγοντες της εξέγερσης. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με τη Λίγουα Σουχάντα Αλ Γιαρμούκ (Ταξιαρχία των Μαρτύρων του Γιαρμούκ), στον Νότο της Συρίας, η οποία μέχρι το καλοκαίρι του 2014 λάμβανε στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω των δεσμών της με τον ΕΣΣ, μολονότι οι άνδρες της είχαν ήδη δηλώσει κρυφά την υποταγή τους στο Ισλαμικό Κράτος, διευκρινίζει ο Φαμπρίς Μπαλάνς.

Η κατάσταση στους κόλπους του τζιχαντιστικού-σαλαφιστικού συνασπισμού Τζαΐς Αλ Φατάχ δείχνει αυτήν ακριβώς τη δυσκολία να βάλουμε ταμπέλες στους πρωταγωνιστές της μάχης του Χαλεπίου και, ως εκ τούτου, του συριακού εμφύλιου πολέμου. Το Μέτωπο Φατάχ Αλ Σαμ (πρώην Φατάχ Αλ Νόσρα) διέκοψε πρόσφατα τις σχέσεις του με την Αλ Κάιντα, με προφανή στόχο την απαλλαγή από τη φορτική κηδεμονία της. Για πολλούς παρατηρητές ωστόσο, το συμβολικό αυτό βήμα αποσκοπεί αποκλειστικά στη διευκόλυνση της οικονομικής και στρατιωτικής ενίσχυσης που του παρέχουν οι ξένοι υποστηρικτές, ιδίως ορισμένες μοναρχίες του Κόλπου. Από την πλευρά της, η ομάδα Αχράρ Αλ Σαμ (Ελεύθεροι του Λεβάντε), η οποία έχει τη στήριξη του Κατάρ και της Τουρκίας, βρισκόταν για πολύ καιρό στη σφαίρα επιρροής του Ισλαμικού Κράτους προτού γίνει ορκισμένη εχθρός του το 2014.

Όπως και ο εταίρος της εντός της Τζαΐς Αλ Φατάχ, η Αχράρ Αλ Σαμ, μία από τις κύριες αντάρτικες δυνάμεις του βόρειου τμήματος της χώρας, επιχειρεί μια μεταστροφή, διατεινόμενη ότι ανήκει πλέον στους «μετριοπαθείς». Σε πολιτικό επίπεδο, οι δύο οντότητες, οι οποίες ενίοτε συντονίζουν μάλιστα τις δράσεις τους, διεκδικούν τη δημιουργία ενός ισλαμικού κράτους και την αυστηρή εφαρμογή της σαρία. Όμως η Αχράρ Αλ Σαμ, κίνημα συριακό από άποψη μελών, δεν καλεί σε παγκόσμια τζιχάντ. Αντίστροφα, το πρώην Μέτωπο Αλ Νόσρα δέχεται στους κόλπους του πολεμιστές από ολόκληρο τον κόσμο και διατηρεί ασάφεια ως προς τη βούλησή του να δράσει και εκτός της συριακής σκηνής.

Σε γενικές γραμμές, ο συνασπισμός Φατάχ Χαλάμπ θεωρείται πιο μετριοπαθής, διότι ούτε διατείνεται ότι είναι σαλαφιστικός ούτε μιλά για τζιχάντ εκτός Συρίας. Πρόσκειται στη Μουσουλμανική Αδελφότητα και ορισμένες από τις ομάδες του συνδέονται με τον ΕΣΣ. Η φύση όμως του τελευταίου έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Ο Φαμπρίς Μπαλάνς εξηγεί: «Ο ΕΣΣ δεν αντιστοιχεί πλέον στην αντίληψη που διατηρούμε γι’ αυτόν στη Δύση, δηλαδή ενός μετριοπαθούς στρατού μη θρησκευτικού χαρακτήρα, τουλάχιστον όσον αφορά την επικράτεια του Χαλεπίου. Οι ομάδες ή οι ταξιαρχίες που έχουν προσχωρήσει στους κόλπους του δεν είναι φυσικά τζιχαντιστικές, αλλά η Μουσουλμανική Αδελφότητα, που εκπροσωπείται ευρέως στον ΕΣΣ, προσπαθεί αναμφίβολα να επιβάλει τη σαρία».

Αν εξαιρέσουμε ορισμένα τμήματά του που υποστηρίζουν έναν πιο εθνικιστικό λόγο, αλλά έχουν μικρή επιρροή στο Χαλέπι, όλες οι συνιστώσες του ΕΣΣ υπάγονται σήμερα στο πολιτικό Ισλάμ, εκτιμά ο καθηγητής Γεωγραφίας. Ωστόσο, σε μια μουσουλμανική χώρα όπου η αναφορά στη θρησκεία παραμένει ισχυρή, ο δεσμός αυτός με το Ισλάμ δεν πρέπει να υπερτιμάται. Για τον Ραφαέλ Λεφέβρ, ειδικό στο συριακό ζήτημα και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δεν υπάρχει, όσον αφορά τον ΕΣΣ ή άλλους σχηματισμούς που περιστρέφονται στην τροχιά της Φατάχ Χαλάμπ, ένδειξη ουσιαστικής ριζοσπαστικοποίησης: «Ακόμη και όταν κάποιες ομάδες διεκδικούν ξεκάθαρα την υπαγωγή τους σε μια ιδεολογία που μπορούμε να ονομάσουμε ισλαμιστική, ο λόγος τους αναδεικνύει τη βούλησή τους να κατασκευάσουν ένα κράτος το οποίο οι ίδιοι αποκαλούν ‘αστικό’, όπου η υπηκοότητα θα αποδίδεται σε όλους χωρίς θρησκευτική διάκριση και το οποίο θα διοικείται από κοινοβουλευτικό σύστημα». Σύμφωνα με τον Λεφέβρ, «δεν είναι περίεργο να συναντάμε, σε μια πόλη κατοικούμενη σε μεγάλο βαθμό από σουνίτες μουσουλμάνους και τόσο βαθιά δεμένη με την ισλαμική ιστορία, έναν λόγο με θρησκευτικό περιεχόμενο. Οι δυνάμεις της εξέγερσης στο Χαλέπι υιοθετούν ισλαμικούς ή ισλαμιστικούς τόνους, χωρίς ωστόσο να κυριαρχούνται από τους ριζοσπάστες του Μετώπου Φατάχ Αλ Σαμ ή από το Ισλαμικό Κράτος».

Από την πλευρά του, ο Αχμάντ Αλχάζ Χαμίντ, γνωστός και ως Γουάρντ Φουράτι, πρώην μέλος του πολιτικού γραφείου της Τζαΐς Αλ Μουτζαχεντίν -ενός σχηματισμού μέλους του συνασπισμού Φατάχ Χαλάμπ- καταγγέλλει την «τυφλή αναζήτηση ετικετών, ιδίως στη Δύση». Κατά τα λεγόμενά του, πολλοί συγχέουν τα ρεύματα αγνοώντας τις ιδεολογικές και θρησκευτικές αποχρώσεις. Αναφέρει την περίπτωση ομάδων που ανήκουν στο τζιχαντιστικό σαλαφιστικό ρεύμα, όπως η Τζαμπχάτ Ανσάρ Αλ Ντίνε, που δεν ασκούν τον τακφιρισμό και θεωρούν ότι μοναδικός εχθρός τους είναι ο Άσαντ.

«Η χρήση της ισλαμικής θρησκευτικής ρητορικής φαντάζει γι’ αυτούς ζωτική αναγκαιότητα» επιμένει ο Γουάρντ Φουράτι. «Οι αρχηγοί όλων των παρατάξεων του ΕΣΣ γαλουχούν τους στρατιώτες τους με θρησκευτική σκέψη. Οι στρατιώτες πάλι έχουν ανάγκη, εκτός από μια επαναστατική πολιτική πεποίθηση, και από ένα θρησκευτικό έρεισμα ικανό να δώσει νόημα στη μάχη τους και κυρίως στον πολύ πιθανό θάνατό τους, ιδίως όσον αφορά τη μεταθανάτια ζωή. Πρόκειται για χαρακτηριστικό της ανατολικής κοινωνίας μας στο Μασρέκ4. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αντάρτες είναι ριζοσπάστες και ότι το πολιτικό τους σχέδιο είναι η δημιουργία ενός ισλαμικού κράτους που θα κυβερνάται από τη σαρία. Ακόμη και το καθεστώς υιοθετεί αυτή τη στρατηγική: τα στρατεύματά του συχνά ψάλλουν θρησκευτικούς ύμνους».

Τα κόμματα ή οι μη θρησκευτικές προσωπικότητες της αντιπολίτευσης που ζουν στο εξωτερικό, όπως ακριβώς και η Μουσουλμανική Αδελφότητα, δεν έχουν επίσημο ένοπλο βραχίονα. Αντίθετα, ο Συριακός Εθνικός Συνασπισμός (ΣΕΣ), κύριο πολιτικό όργανο της πολύμορφης και «μετριοπαθούς» αντιπολίτευσης, συντονίζεται με τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό - κάποιες ταξιαρχίες του οποίου παραμένουν για την ώρα πραγματικά απαλλαγμένες από θρησκευτικό χαρακτήρα. Η συνιστώσα αυτή, η οποία αποσκοπεί στην οικοδόμηση ενός μοντέρνου αστικού κράτους, δεν είναι αμελητέα, αν λάβουμε υπ’ όψιν ολόκληρη τη συριακή επικράτεια. Οι ταξιαρχίες αυτές ακόμη έχουν συνεκτική παρουσία στις επαρχίες Χάμα και Ιντλίμπ και έχουν συμμετάσχει σε πολλές επιχειρήσεις με τα τουρκικά στρατεύματα που έχουν εισβάλει στο βόρειο τμήμα της χώρας.

Από όλες αυτές τις αντάρτικες ομάδες, μόνο τέσσερις φιγουράρουν στην αμερικανική λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Πρόκειται για το Ισλαμικό Κράτος, για το Μέτωπο Φατάχ Αλ Σαμ (πρώην Αλ Νόσρα), για την ομάδα Χορασάν, το στίγμα της οποίας έχει χαθεί εδώ και λίγο καιρό, και για τη Γιουντ Αλ Άκσα (Στρατιώτες του Αλ Άκσα) από τον Σεπτέμβριο του 2016. Η ευρωπαϊκή λίστα είναι ακόμη πιο βραχεία (το Μέτωπο Αλ Νόσρα και μια ομάδα σχηματισμένη από Μαροκινούς, εξαφανισμένη από το 2014), ενώ πολλά μέσα επικοινωνίας, επιχειρήσεις και ιδρύματα που τάσσονται υπέρ του Άσαντ έχουν γίνει αντικείμενο κυρώσεων. Επιπλέον, η Χεζμπολά, όπως και το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), προσκείμενο στις συριακές κουρδικές δυνάμεις, επίσης περιέχονται στις λίστες τρομοκρατικών ομάδων που έχουν συντάξει οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ρωσία έχει μια πιο διευρυμένη άποψη του ζητήματος. Αξιώνει την απαγόρευση ακόμη περισσότερων παραστρατιωτικών οργανώσεων που στρέφονται εναντίον του καθεστώτος του Άσαντ, του συμμάχου της, μέσω της κατάρτισης μιας κοινής λίστας με την Ουάσιγκτον, ως πρελούδιο στην πολιτική επίλυση της σύγκρουσης. Έτσι, το Κρεμλίνο επιθυμεί το σύνολο του συνασπισμού Τζαΐς Αλ Φατάχ να καταχωριστεί ως «τρομοκρατικό». Τηρεί αμφίθυμη στάση απέναντι στον ΕΣΣ και, σχετικά με το Χαλέπι, απέναντι στη Φατάχ Χαλάμπ. Η θέση αυτή μοιάζει όμως να εξυπηρετεί περισσότερο τη μετεξέλιξη του στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων παρά μια ιδεολογική διάκριση.

 

* Ο Bachir El Khoury είναι δημοσιογράφος στη Βηρυττό

 

1 Οι Αλαουΐτες, στους οποίους ανήκει και η φατρία Αλ Άσαντ, εκπροσωπούν ένα ετερόδοξο παρακλάδι του σιιτισμού.

2 Φονταμενταλιστικό ισλαμιστικό ρεύμα, οι υποστηρικτές του οποίου διατείνονται ότι υπερασπίζονται τη μοναδική αληθινή θρησκεία, τη θρησκεία του Προφήτη και των σεπτών προγόνων (αλ σαλάφ αλ σαλίχ). Βλ. Nabil Mouline, «Η γέννηση του τζιχαντισμού», «Le Monde diplomatique - ελληνική έκδοση», 10 Ιανουαρίου 2016, http://monde-diplomatique.gr/?p=1034.

3 Εμπνευσμένοι από το κίνημα Αλ Τακφίρ Ουάλ Χίζρα, το οποίο βρίσκεται σε ρήξη με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, οι τακφιριστές κηρύσσουν τον αφορισμό, ακόμη και τον θάνατο όλων όσων δεν ακολουθούν την κυριολεκτική ανάγνωση του Κορανίου που προτείνουν οι ίδιοι.

4 (ΣτΜ) Με τον όρο Μασρέκ αποδίδεται η αραβική Ανατολή, η οποία αποτελείται από διαφορετικές περιοχές ανάλογα με την εποχή και την πηγή (π.χ. Ιράκ, Συρία, Λίβανος, Ιορδανία, Παλαιστίνη). Άλλες φορές πάλι αντιπαραβάλλεται με τον όρο Μαγκρέμπ, ο οποίος περιλαμβάνει το δυτικό κομμάτι του αραβικού κόσμου (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη).

Δείτε όλα τα σχόλια