Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο κόκκινος δίσκος

Eκεί που περπατούσα αμέριμνος στην Κυψέλη, βλέπω, που λέτε, στην προθήκη του δισκοπωλείου έναν περίεργο δίσκο: Λευκό εξώφυλλο και από μέσα ένα τελείως ασυνήθιστο, κόκκινο βινύλιο. Γνώρισα τ’ όνομα και τον πήρα. Και έτσι άρχισε μια νέα, εντελώς απρόσμενη σχέση μου με την Αριστερά.

Μέχρι εκείνο το σημείο (1973-1974), Αριστερά για μένα και για πολλούς άλλους ήταν τρία, πολύ συγκεκριμένα, πράγματα: Πρώτον, η οικογενειακή παράδοση· δεύτερον, το κλασσικό εγχειρίδιο του διαλεκτικού υλισμού «Βασικές αρχές της Φιλοσοφίας» (του Πούλιτζερ)· και τρίτον, ξύλο και πάλι ξύλο έξω απ' τη Νομική και το Πολυτεχνείο. Στην καρδιά μας υπήρχαν βέβαια και άλλα πράγματα. Ηλεκτρικές κιθάρες, ψυχεδελικά χρώματα, Μπομπ Ντίλαν, Jethro Tull, «Κουρδιστό Πορτοκάλι», «Ζαμπρίνσκι Πόιντ», Χρονάς και Ρίτσος του «Διάδρομος και σκάλα». Αλλά αυτά δεν δένανε μαζί. Ήταν ένας παράλληλος κόσμος.

Με τα «Μικροαστικά», τα ασύνδετα αρχίζουν να συνδέονται και να κάνουνε νόημα. Κάτι ο ειρωνικός, καταγγελτικός λόγος του Νεγρεπόντη, κάτι οι κιθάρες του Κιουρτσόγλου, κάτι το κρυστάλλινο πιάνο και η νεανική φωνή του Κηλαηδόνη, πάει το παραπέτασμα του «δήθεν». Και το από 'δω και το από 'κει. Βεβαίως, υπήρχε κι ο Σαββόπουλος, αλλά το κλίμα του ήταν μουντό, μακεδονίτικο και οι στίχοι του απόμακροι και λίγο αυτοαναφορικοί. Ο Κηλαηδόνης απευθυνόταν πιο άμεσα στην πολλαπλά συμπιεσμένη, αστική μας καθημερινότητα. Με ευγενικές κινήσεις, κλείνοντας το μάτι και μας θύμιζε ότι υπάρχει ζωή και... στον Άρη. Και ο «τρόπος» του χρωμάτιζε όμορφα αυτή την αναιδή αλήθεια σαν ένας παράξενος ήλιος που βάφει όλα τα πράγματα κόκκινα - και χαρωπά.

Ήρθε μετά η Μεταπολίτευση. Ακούσαμε τα «Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας», το «Μίντια Λουζ» και τον «Φτωχό και μόνο κάου-μπόι». Τι να πρωτοθυμηθώ; Το «Δελτίον Ταυτότητος», τα «Θερινά τα σινεμά», «Τ' αντρειωμένου τ' άρματα», ή την «Αθήνα του '78»; Η πολιτική μας συνείδηση άρχισε σιγά-σιγά να ενσωματώνει, εκτός από τους μεγάλους, και τους χιλιάδες μικρούς ήρωες. Η μελαγχολία, αλλά και η χάρη της πόλης ύφαιναν συν τω χρόνω ένα νέο χαρμάνι -σχεδόν μπλουζ.

Ο Σαββόπουλος έβγαλε την κραυγή του την κατάλληλη στιγμή: «Όχι στις διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας». Κι ο Κηλαηδόνης μας τρέλανε με το «Πάρτι στη Βουλιαγμένη» - λίγο σαν Γούνστοκ α λα ελληνικά. Τι να κάνουμε απ' την πίστη τη μεγάλη του ήλιου; Φύγαμε οι ανθρώποι απ' τ' ορθόδοξο -δέκα χρόνια περίπου πριν φύγουν οι πιο συντηρητικοί- και πήγαμε, καμιά τετρακοσαριά νοματαίοι, ντουγρού στο εσωτερικό. Μ' αυτόν τον τρόπο αισθανόμαστε εντάξει: Και νέοι και αριστεροί.

Κατόπιν μας προέκυψε «Ο ύμνος των μαύρων σκύλων» (στους δικούς μας λέμε ναι/ και στους ξύπνιους λέμε ναι/ όχι στους τεχνοκράτες/ όχι στους λογικούς). Για να έρθει το πλήρωμα του χρόνου και να εμπεδωθεί η σχέση της δικής μας Αριστεράς με ένα αθώο κι ατίθασο περιθώριο που τα 'ψελνε χωρίς έλεος στους εξουσιομανείς και έκαιγε πού-και-πού καμιά σημαία για να μην ξεχνιόμαστε.

Και καλά θα κάνουμε να μην ξεχνιόμαστε. Διότι το ΚΚΕεσ., με τις ελάχιστες δυνάμεις που διέθετε τη δεκαετία του 1980, είχε την πιο καλά επεξεργασμένη θέση για τη μειονότητα της Θράκης. Και το εσωτερικό (α, ρε Άννη, εκεί που βρίσκεσαι) υπερασπίζονταν στα δικαστήρια κάθε μαύρο σκύλο που 'χε συλλάβει για αταξίες η αστυνομία. Αυτή -κι όχι άλλη- είν' η καταγωγή του χώρου. Μας νοιάζουν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες: η φωνή και το παράπονο του κάθε κατατρεγμένου, απογοητευμένου, αδύναμου, αδικημένου, δικαίως ή αδίκως οργισμένου, αλλά αθώου, αγαπησιάρη και τρυφερού.

Τώρα χειμέρεια τα πράγματα. Παγώσαν οι σχέσεις μας και κουραστήκανε. Κρυώνουν οι φτωχοί τυλιγμένοι στην κουβέρτα τους, κρυώνουν και οι πρόσφυγες τυλιγμένοι στη σιωπή τους. Παλεύει το θηρίο μέσα μας για την εξουσία του, παλεύει κι η καρδούλα του Λουκιανού στην εντατική.

Θα τα καταφέρουμε όμως κι εμείς κι ο φτωχός κάου-μπόι. Άλλωστε, τό 'χουμε ξανακάνει.

Δείτε όλα τα σχόλια