Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η κληρονομιά της ύφεσης στον αγροτικό τομέα

Η βίαιη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης κατά την περίοδο 2010-2014 έπληξε κρίσιμα ποιοτικά στοιχεία που συνδέονται με την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα. Ανάμεσα στις κυριότερες δυσμενείς επιπτώσεις είναι: η επιβράδυνση της τομεακής αναδιάρθρωσης, οι πολλαπλές πιέσεις στο εισόδημα των αγροτών και η αποδυνάμωση των εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων

Ο αγροτικός τομέας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 ευρίσκετο μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης, ωστόσο η βίαιη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης κατά την περίοδο 2010-2014 έπληξε κρίσιμα ποιοτικά στοιχεία που συνδέονται με την ανάπτυξή του. Ανάμεσα στις κυριότερες δυσμενείς επιπτώσεις είναι: η επιβράδυνση της τομεακής αναδιάρθρωσης, οι πολλαπλές πιέσεις στο εισόδημα των αγροτών και η αποδυνάμωση των εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων. Στην ανάλυση που ακολουθεί επιχειρείται να αναδειχθεί ότι πρόκειται για δομικής φύσεως συνέπειες, η θεραπεία των οποίων απαιτεί χρονοβόρες, ολοκληρωμένες και συντονισμένες αναπτυξιακές προσπάθειες και μάλιστα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

 

Α. Επιβράδυνση και αντιστροφή της τομεακής αναδιάρθρωσης

Η φυσιολογική αναπτυξιακή διαδικασία της οικονομίας έχει ως αποτέλεσμα τη σχετική υποχώρηση του ειδικού βάρους του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ προς όφελος του δευτερογενούς και τριτογενούς. Ο πρωτογενής τομέας αναπτύσσεται αλλά με χαμηλότερο ρυθμό από την υπόλοιπη οικονομία. Σε αυτή την περίπτωση η τομεακή διαρθρωτική αλλαγή έχει αναπτυξιακό περιεχόμενο. Συνεπώς η μείωση της ποσοστιαίας συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ, όταν γίνεται με τους παραπάνω όρους, συνιστά ένδειξη της ανάπτυξης.

Την περίοδο 2010-2014 στην Ελλάδα παρατηρήθηκε το αντίθετο. Η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα μετατράπηκε από φθίνουσα σε αύξουσα. Μάλιστα αυτό δεν έγινε επειδή αυξήθηκε η αγροτική παραγωγή, αλλά διότι μειώθηκε λιγότερο σε σχέση με τον δευτερογενή και τριτογενή τομέα. Με βάση τα παραπάνω, η διαρθρωτική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2010-2014 δεν είχε αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, αντιθέτως παραπέμπει σε αναπτυξιακή οπισθοδρόμηση.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε στο προηγούμενο διάστημα (2006-2010) η διαρθρωτική αλλαγή είχε αναπτυξιακό περιεχόμενο, καθώς η μείωση της συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ δεν ήταν το αποτέλεσμα της ηπιότερης ανάπτυξης σε σχέση με τους άλλους τομείς, αλλά της στασιμότητας ή και της απόλυτης μείωσης της παραγωγής του (Διάγραμμα 1).

Ανάλογη είναι και η συμπεριφορά της απασχόλησης. Κατά κανόνα, προϊούσης της οικονομικής ανάπτυξης, ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός στον πρωτογενή τομέα περιορίζεται. Και σε αυτό το θέμα, την περίοδο 2010-2014, ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα κινήθηκε προς αντίθετη κατεύθυνση. Η εκτίναξη της ανεργίας λειτούργησε ανασταλτικά όσον αφορά τη μετακίνηση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού προς τον δευτερογενή και τριτογενή τομέα.

Συμπερασματικά, η βαθιά και παρατεταμένη κρίση μετά το 2010 λειτούργησε ως εμπόδιο στην τομεακή αναδιάρθρωση με αναπτυξιακό περιεχόμενο καθώς διατήρησε την αναντιστοιχία ανάμεσα στη συμμετοχή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ και στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, διατηρώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη βασική αιτία για το σχετικά χαμηλό αγροτικό εισόδημα (Διάγραμμα 2).

 

Β. Πολλαπλές πιέσεις στο εισόδημα των αγροτών

Το αγροτικό εισόδημα παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ήδη στη δεκαετία του 2000. Την περίοδο 2010-2013, παρουσίασε σημαντική μείωση ως συνδυαστικό αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Πέραν της δομικής αιτίας που ήδη αναφέρθηκε, δηλαδή της αναντιστοιχίας ανάμεσα στη συμμετοχή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ και στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, παρατηρήθηκε:

* Μείωση της ζήτησης για είδη διατροφής, λόγω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης, καθώς η μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για τρόφιμα μειώθηκε την περίοδο 2009-2013 κατά 17,7%.

* Επιδείνωση των όρων εμπορίου των αγροτικών προϊόντων έναντι των αγροτικών εισροών.

* Αύξηση του κόστους κεφαλαίου, αύξηση της φορολογίας και των εισφορών.

* Περιορισμός των δυνατοτήτων για πολυαπασχόληση.

Κάθε παράγοντας μείωσης του εισοδήματος των αγροτών χρήζει ειδικής ανάλυσης. Η στοχευμένη ανάλυση θα αναδείξει ποιοι παράγοντες και σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο του αγροτικού τομέα και ποιοι εξαρτώνται κυρίως από τις εξελίξεις εκτός αυτού. Ωστόσο, στον έναν ή τον άλλο βαθμό όλοι έχουν δομικά χαρακτηριστικά και επίσης συνδέονται με την ύφεση μετά το 2010. Προφανής είναι η σύνδεση με τη μείωση της ζήτησης για είδη διατροφής και προφανέστερη η σύνδεση με τον περιορισμό των δυνατοτήτων συμπλήρωσης του εισοδήματος από την πολυαπασχόληση, δηλαδή την κρίση στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα και την αποτύπωσή της στην ύπαιθρο.

Επιπλέον όμως, η κρίση άλλαξε τα δεδομένα όσον αφορά τη σύγκριση αγροτικών και αστικών εισοδημάτων. Η αποτύπωση της πραγματικής εικόνας για το ύψος και την κατανομή των εισοδημάτων έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή την περίοδο, καθώς τα οικονομικά δεδομένα στον αστικό χώρο έχουν ανατραπεί ριζικά σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Η κατάρρευση πολλών κλάδων του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα και η συνακόλουθη εκτίναξη της ανεργίας πρωτίστως στα αστικά κέντρα, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι τροποποιούν την παραδοσιακή εικόνα ανάμεσα στα εισοδήματα του αστικού και του αγροτικού χώρου.

 

Γ. Αποδυνάμωση των εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων

Οι κλαδικές διασυνδέσεις αποτυπώνουν μια σημαντική όψη του εύρους και των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών του εγχώριου παραγωγικού συστήματος. Οι κλαδικές διασυνδέσεις αποτυπώνουν τη σημασία που έχει ο «έμμεσος» οικονομικός ρόλος του αγροτικού τομέα και αναδεικνύουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες που εμπεριέχει στην περίπτωση που οι σχέσεις αυτές είναι αναπτυγμένες. Συγχρόνως όμως παραπέμπουν και στο εύρος των επιπτώσεων που προκύπτουν στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή από την εξασθένησή τους.

Στην περίπτωση κατά την οποία οι διακλαδικές σχέσεις είναι εκτεταμένες, δημιουργείται ευνοϊκό αναπτυξιακό πλαίσιο, με την έννοια της δημιουργίας εγχώριας ζήτησης, προστιθέμενης αξίας και θέσεων εργασίας. Αντιθέτως, οι ασθενείς διακλαδικές σχέσεις συνιστούν δομικό πρόβλημα το οποίο, αν δεν ξεπεραστεί, μπορεί να αποτελεί διαρκή πηγή ανακύκλωσης της οικονομικής εξάρτησης και της αποανάπτυξης.

Οι διακλαδικές σχέσεις του αγροτροφικού συστήματος στην Ελλάδα ήταν σε διαδικασία αποδιάρθρωσης ήδη από τη δεκαετία του 2000. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε από το 2010, καθώς η ύφεση οδήγησε σε δραστικό περιορισμό της εγχώριας παραγωγικής βάσης. Η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση αναμένεται να έχει αποσαθρώσει περαιτέρω τις εγχώριες κλαδικές διασυνδέσεις.

Σε συνθήκες σχετικά χαμηλού επιπέδου παραγωγής, ενδεχομένως να μην εμφανίζεται τόσο οξυμένα η αδυναμία κάλυψης της ενδιάμεσης ζήτησης από την εγχώρια παραγωγική βάση. Ωστόσο η εν λόγω αδυναμία θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στην αναπτυξιακή διαδικασία καθώς η κάλυψη των αναγκών σε ενδιάμεσα αγαθά θα εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις εισαγωγές, ενώ συγχρόνως τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της αναπτυξιακής διαδικασίας θα έχουν περιορισμένη εγχώρια διάσταση.

Συμπερασματικά, από τα παραπάνω προκύπτει ότι ορισμένες θεμελιώδεις αδυναμίες του αγροτικού τομέα, που αποτελούν και γενεσιουργές αιτίες άλλων προβλημάτων, είναι δομικής φύσεως, σημαντικές πτυχές των αιτίων τους βρίσκονται και εκτός του αγροτικού τομέα, ενώ η ύφεση ανέδειξε και νέα μεγάλα ζητήματα. Το αγροτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο αγροτικό, καθώς ορισμένες από τις αιτίες του, και συνεπώς από τις λύσεις, βρίσκονται εκτός αυτού. Ο δομικός χαρακτήρας των προβλημάτων και η σύνδεσή τους με τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας συνεπάγεται ότι οι απαντήσεις απαιτούν βάθος χρόνου και μια ολοκληρωμένη και συνεκτική αναπτυξιακή πολιτική με στόχους, πέραν της αγροτικής ανάπτυξης καθ’ αυτή, την οικονομική ανάπτυξη με έντονη την περιφερειακή διάσταση και την πύκνωση εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων.

 

 

Ευάγγελος Νικολαΐδης, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

Το παρόν κείμενο βασίζεται στη μελέτη: Νικολαΐδης Ευ., Στασινόπουλος Γ. (2015), Οι αναπτυξιακές δυνατότητες του αγροτροφικού συστήματος στην Ελλάδα, Αθήνα, ΙΝΕ ΓΣΕΕ, (https://goo.gl/cDE2kR).

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια