Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Καθεστωτικός "αντι"-λαϊκισμός εναντίον λαϊκισμού

...και η σημερινή πολιτική διαχείριση της οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπήρξε εποχή κατά την οποία εκείνο που θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική τάξη και τις εκπολιτιστικές παραδόσεις του δυτικού πολιτισμού ήταν η «εξέγερση των μαζών».

 Στην περίοδο των τελευταίων τριών δεκαετιών (εποχή της παγκοσμιοποίησης) όμως, φαίνεται πως η πρωταρχική απειλή δεν προέρχεται από τις μάζες αλλά από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας. Βαθιά ριζωμένες στην πλανητική οικονομία και τις εξεζητημένες τεχνολογίες της, πολιτιστικά φιλελεύθερες, δηλαδή «μοντέρνες», «ανοιχτόμυαλες», οι νέες ελίτ του αναπτυγμένου καπιταλισμού -αυτές που ελέγχουν τις διεθνείς ροές του χρήματος και της πληροφορίας-, στον βαθμό που η εξουσία τους ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, εκδηλώνουν μια αυξανόμενη περιφρόνηση για τις αξίες και τις αρετές που, κάποτε, θεμελίωναν το δημοκρατικό ιδεώδες

1. Μια από τις βασικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σημερινές πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, κυρίως στην ανεπτυγμένη Δύση, είναι αναμφισβήτητα αυτή του λαϊκισμού. Γνωστή ως έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις, πολυχρησιμοποιημένη κυρίως από τις πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες, οι οποίες, αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση της χώρας, την χρησιμοποιούν κατά κόρον ενάντια στις προτάσεις και στις απόψεις των αντιπολιτευόμενων πολιτικών ηγεσιών οι οποίες αγωνίζονται να αποτελέσουν την ερχόμενη κυβέρνηση. Οι τελευταίες, όταν κερδίσουν την εκλογική διαδικασία και γίνουν κυβέρνηση, χρησιμοποιούν την έννοια του λαϊκισμού εναντίων των πολιτικών τους αντιπάλων ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ αντιπάλων ηγεσιών, κάθε συνάρθρωση «λαϊκών» αιτημάτων θα καταγγέλλεται, από τους κατέχοντας συγκυριακά την κυβέρνηση, ως «λαϊκιστική». Ό,τι είναι για το έναν «λαϊκό» είναι για τον άλλον «λαϊκιστικό», και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός του άλλου. Έτσι ο λαϊκισμός είναι έννοια αρνητικά φορτισμένη. Δεν υπάρχει κανένας, είτε είναι πολιτικός είτε είναι διανοούμενος, που να έχει αποδεχτεί τον τίτλο τού λαϊκιστή.

Η έννοια του λαϊκισμού είναι συνυφασμένη, in senso lato, με την έννοια της ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού χωρίς άμεση αναφορά στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέστατα δεν δύναται ποτέ να πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομερή δύναμη στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο. «Λαϊκισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο γεφυρώνονται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην(προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής» (Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού).

Ενώ οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδεχτούν ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την αποδοχή στην πράξη των διαφόρων αιτημάτων που συνδέονται με τις παραπάνω απόψεις και αξιώνονται από διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.

«Ο εγγενής λαϊκισμός τής μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά σε κάθε δεδομένη ευκαιρία πόσο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο. Μια στάση διαφορετική ερμηνεύεται ως περιφρόνηση των συνανθρώπων και της ισχύουσας αρχής της ισότητας και τιμωρείται ανάλογα» (Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού).

2. Ως ιδεολογική έννοια, ο λαϊκισμός περιγράφει μια ήδη εμφανισθείσα αλλαγή της κοινωνικής βάσης. Στη συνέχεια, βεβαίως, «σπρώχνει» στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης σύμφωνα με τη δική του οπτική.

Η πολιτική λειτουργία τής έννοιας δεν έχει ανάγκη ορισμού σαφών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενό της. Ως παραγόμενη έννοια, λαμβάνει υπόσταση από τις όποιες συνδηλώσεις προέρχονται από την καθορίζουσα και πρωταρχική έννοια της ισότητας.

Η τελευταία είναι επίσης μια έννοια με ασαφές περιεχόμενο, εκτός αν επιλεγούν, διά συμβάσεως, ορισμένα καθορισμένα κριτήρια τα οποία να μην απαιτούν αναγωγή σε άλλα κ.τ.λ. Όμως, και σε αυτή την περίπτωση η πολιτική λειτουργία της έννοιας της ισότητας δεν έχει ανάγκη επιστημολογικών θεμελιώσεων. Αρκεί μια ασαφής - νεφελώδης προσέγγιση, υποστηριζόμενη καθημερινά από τα ΜΜΕ κάθε τύπου, για να αποκτήσει η λέξη «ισότητα» σαφέστατο συμβολικό περιεχόμενο, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο στον καθορισμό της συμπεριφοράς των ατόμων.

Στο σημείο αυτό μια επισήμανση υπό τύπον συμπεράσματος κρίνεται αναγκαία. Αυτό που συνάγεται από τα προηγουμένως λεχθέντα καθιστά εμφανές ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε μόνον προϊόν χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων ούτε αυτόνομο λαογενές προϊόν. Οι αναλυτές οι οποίοι επιχειρούν ερμηνείες στη βάση της μιας ή της άλλης μερικής αλήθειας οδηγούνται σε αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα. Συγκεκριμένα, είναι αναλυτικά ατελέσφορη και πολιτικά επικίνδυνη η αντίληψη που θεωρεί ως υπεύθυνους (του λαϊκισμού) άλλοτε τα λαϊκά στρώματα και άλλοτε τις ηγεσίες που τα εξαπατούν. Κανένας δεν μπορεί να εξαπατήσει κανέναν αν η κοινωνική πραγματικότητα δεν εμπεριέχει το προβαλλόμενο αίτημα ως δυνατότητα που μπορεί να πραγματωθεί και η οποία βρίσκεται εν μέρει στα χέρια (ή στο κεφάλι) του αιτούντος. Πρέπει να υπάρχει το ευήκοον ους, όχι μόνο ως απλώς υπάρχον αλλά και ως ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση, έτοιμο να ακούσει κάτι που το ίδιο έχει προκαλέσει και αισθάνεται ότι πρέπει να ειπωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι και η δημαγωγία (Gramsci, A., Passato e Presente - Grandi Ambitioni e Piccole Ambitioni - Quaderni di Cαrcere, Editori Riuniti, Roma) δεν μπορεί να είναι μέρος του λαϊκιστικού λόγου. Όμως, δεν είναι δυνατόν να αναχθεί η έννοια της δημαγωγίας σε βασική αναλυτική κατηγορία του λαϊκισμού, διότι τότε η ιστορικά διαπιστωμένη διαχρονικότητα της έννοιας της δημαγωγίας αφαιρεί οποιαδήποτε ερμηνευτική δυνατότητα από την έννοια του λαϊκισμού ως ειδική κατηγορία της ιστορικής περιόδου της μαζικής δημοκρατίας.

Παράλληλα, κανείς δεν είναι σε θέση να καταστεί αυθεντικός διερμηνευτής των όποιων λαϊκών αιτημάτων και στόχων ώστε να αποδείξει τη λαογένειά τους. Η όποια προσπάθεια καταβληθεί χρειάζεται την καταρχάς πρόταξη κριτηρίων με βάση τα οποία θα πραγματοποιηθεί η επιλογή. Η καταφανής αδυναμία ύπαρξης παρόμοιων αντικειμενικών κριτηρίων καθιστά την όποια προσπάθεια μάταιη ή τις πιο πολλές φορές οδηγεί στην αποδοχή, ως ορθού, κάθε λαϊκού αιτήματος.

Παρ’ όλα αυτά και σε αυτές τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες εμφανίζεται, σε κάποια χρονική στιγμή, ως λαϊκισμός η αντίληψη που αναφέρεται ή επικαλείται τον «λαό» ως αντίπαλο δέος τόσο στην κατεστημένη δομή της εξουσίας όσο και στις κυρίαρχες ιδέες και αξίες της κοινωνίας. Επομένως, είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς αυτού του είδους τον λαϊκισμό (Canοvan, M., Εμπιστοσύνη στον λαό! Ο λαϊκισμός και οι δύο όψεις της δημοκρατίας, εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2010, τεύχ. 110, σ. 58-69).

Όμως, στις σύγχρονες δυτικές μαζικοδημοκρατίες το πρόβλημα είναι ότι, στη θέση της ισχνής και ρέπουσας προς την ολιγαρχία και αυταρχικότητα «δημοκρατίας» με το υπάρχον καθεστώς των παγκοσμιοποιημένων αγορών, η εναλλακτική λύση που εμφανίζεται (ειδικά την τελευταία χρονική περίοδο της παγκοσμιοποίησης) είναι επίσης αυταρχική, αντιδημοκρατική και λαϊκιστική στην ακραία της μορφή, κάτι που σίγουρα δεν συνάδει καθόλου προς την έννοια της δημοκρατίας η οποία εδράζεται στη λαϊκή κυριαρχία, την ισονομία και την ισοπολιτεία.

3. Εκείνες οι ηγεσίες που σήμερα θέτουν, μόνες τους, τον εαυτό τους στην πλευρά των «αντι-λαϊκιστών», τουλάχιστον στη σημερινή φάση της παγκόσμιας κατάστασης, και κυρίως στην ανεπτυγμένη Δύση, ουσιαστικά αποτελούν τους απολογητές της κατεστημένης εξουσίας και του υποδείγματος που κυριαρχεί τα τελευταία 30-40 έτη. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα - καθεστώς έχει προκαλέσει σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό) που αφορούν στη ζωή των πολιτών της Δύσης, και όχι μόνον, αποτελέσματα που βρίσκονται στον αντίποδα των δικών τους υποσχέσεων και εξαγγελιών -όταν υποστήριξαν, επέβαλαν και κατοχύρωσαν το ισχύον καθεστώς- περί αύξησης της γενικής ευημερίας των πολιτών. Ουδέν ψευδέστερον, εκ του αποτελέσματος. Αλλά δεν είναι αυτό το σημείο που θέλω να αναδείξω. Αυτό είναι εύκολο να αναδειχθεί με βάση τα πραγματολογικά στοιχεία. Ας δούμε, για παράδειγμα, τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ζητήματα που έθετε η παγκοσμιοποίηση έγινε κυρίως μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ και με όσα νομοθετήματα ακολούθησαν. Ο βασικός λογικός πυρήνας των θεσμικών ρυθμίσεων ήταν σε μεγάλο βαθμό η άσκηση της οικονομικής πολιτικής με βάση προκαθορισμένα κριτήρια, την ευθύνη για την πραγμάτωση των οποίων θα είχαν «ανεξάρτητες» και «γραφειοκρατικές δομές» που δεν ελέγχονται από την καθολική ψηφοφορία των πολιτών. Η αδήριτη πραγματικότητα σε πολλές περιπτώσεις έθεσε εν αμφιβόλω αυτή την οικονομική πολιτική, όπως π.χ. στο θέμα της διάσωσης των κρατών ή του ρόλου της ΕΚΤ. Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι αναγκαστικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ενδυνάμωσαν, αντί να αμβλύνουν, την παρουσία αυτών των «αυτόνομων» τεχνοκρατικών δομών και μάλιστα «έφεραν» στην Ευρώπη τον υπ’ αριθμόν ένα «τεχνοκρατικό» οργανισμό, το ΔΝΤ.

Η κρίση δηλαδή, αντί να οδηγήσει τις ευρωπαϊκές ελίτ σε περισσότερη «πολιτική» αντίληψη των πραγμάτων, οδήγησε σε μεγαλύτερη «τεχνοκρατική» αντίληψη και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ αναγκών των λαών και των δικών τους αποφάσεων. Διευρύνθηκε περισσότερο το λεγόμενο δημοκρατικό κενό που εξ αρχής υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το φαινόμενο αυτό έχει ονομασθεί δρόμος προς την εγκαθίδρυση του καισαρισμού. Καισαρισμό ονομάζουμε την προδιάθεση των υπαρκτών δημοκρατικών καθεστώτων να επιδεικνύουν αυταρχικές τάσεις σε καιρούς κρίσης.

Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτή την αντιδημοκρατική δυναμική δεν θα ήταν ανώφελο να στραφούμε, σ’ έναν διορατικό παρατηρητή της κρίσης του πολιτισμού στη δεκαετία του 1930: τον Αντόνιο Γκράμσι.

Σύμφωνα με τον Ιταλό διανοούμενο, κατά τη διάρκεια των μεγάλων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος οι θεσμοί που εξαρτώνται από την καθολική ψηφοφορία, όπως τα κοινοβούλια, περνούν σε δεύτερο πλάνο. Αντιθέτως, οι περιστάσεις ενισχύουν «τη σχετική θέση της εξουσίας της γραφειοκρατίας (πολιτικής και στρατιωτικής), των υψηλών χρηματοπιστωτικών κύκλων, της Εκκλησίας και εν γένει όλων των οργανισμών που είναι σχετικά ανεξάρτητοι από τις διακυμάνσεις της κοινής γνώμης». Σε κατάσταση κρίσης, από τη μία οξύνονται οι εγγενείς αντιφάσεις των θεσμών που νομιμοποιούνται σε εκλογικό επίπεδο, ελαττώνοντας την ικανότητά τους να λαμβάνουν τις αποφάσεις που απαιτεί η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων· από την άλλη η κοινή γνώμη έχει σημαντικότατες διακυμάνσεις, απειλώντας να στραφεί προς τις πιο ριζοσπαστικές λύσεις.

Υπήρξε εποχή κατά την οποία εκείνο που θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική τάξη και τις εκπολιτιστικές παραδόσεις του δυτικού πολιτισμού ήταν η «εξέγερση των μαζών». Στην περίοδο των τελευταίων τριών δεκαετιών (εποχή της παγκοσμιοποίησης) όμως, φαίνεται πως η πρωταρχική απειλή δεν προέρχεται από τις μάζες αλλά από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας. Βαθιά ριζωμένες στην πλανητική οικονομία και τις εξεζητημένες τεχνολογίες της, πολιτιστικά φιλελεύθερες, δηλαδή «μοντέρνες», «ανοιχτόμυαλες», οι νέες ελίτ του αναπτυγμένου καπιταλισμού -αυτές που ελέγχουν τις διεθνείς ροές του χρήματος και της πληροφορίας-, στον βαθμό που η εξουσία τους ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, εκδηλώνουν αυξανόμενη περιφρόνηση για τις αξίες και τις αρετές που, κάποτε, θεμελίωναν το δημοκρατικό ιδεώδες. Έγκλειστες στα πολλαπλά τους «δίκτυα», στους κόλπους των οποίων ζουν μονίμως «νομαδικά», βιώνουν τον εγκλεισμό τους στον ανθρώπινα συρρικνωμένο κόσμο της Οικονομίας σαν ευγενή, «κοσμοπολίτικη» περιπέτεια, ενώ καθημερινά, γίνεται όλο και πιο έκδηλη η δραματική ανικανότητά τους να κατανοήσουν αυτούς που δεν τους μοιάζουν - και πρώτα απ’ όλους τους καθημερινούς ανθρώπους της ίδιας της χώρας τους.

Όμως η μετάβαση προς τον καισαρισμό σημαίνει ότι η Ιστορία επιστρέφει, με μια ριζική αλλά και άμορφη αποσυμπύκνωση του πολιτικού, στη βιολογική εξέλιξη, ζωοποιείται, αφού μοιάζει να έχουν εξαφανιστεί τα πολιτικά προβλήματα και να προέχουν οι καθαρώς οικονομικοί, ήτοι ζωώδεις ανταγωνισμοί, η επικυριαρχία των οποίων όμως, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, θα οδηγήσει πιθανότατα σε νέα έξαρση και πύκνωση του πολιτικού, με πρωταγωνιστές τις δυνάμεις του «αίματος» - δηλαδή τους πένητες και τους αποκλεισμένους. Διακρίνονται πλέον καθαρά αυτές οι εξελίξεις στην ανεπτυγμένη Δύση.

Η σημερινή αυτή πολιτική ολιγαρχία του δυτικού κόσμου φαίνεται να χάνει προοδευτικά τον έλεγχο της μηχανής του συστήματος. Διαπιστώνεται η αποσύνθεση της κλασικής πολιτικής ολιγαρχίας, των παραδοσιακών κομμάτων - Δημοκρατικού, Ρεπουμπλικανικού, Σοσιαλιστικού κ.τ.λ.

Απέναντί της, έχουμε την ανάδυση νέων μορφών ακτιβισμού, νέα υποστήριξη της βίαιης και χυδαίας δημαγωγίας, μιας νέας μορφής πολιτικής χυδαιότητας και μιας υποκειμενικής βιαιότητας στην πολιτική πρόταση.

Αρκετοί αναζητούν μια μορφή ταξικότητας στις νέες εξελίξεις. Βεβαίως υπάρχει in senso lato. Άλλωστε πάντοτε υπάρχει στον ρου της Ιστορίας. Όμως πάντοτε το θέμα είναι όχι η διαπίστωση του γενικού αλλά η ανάδυση και η κατανόηση του ειδικού. Και εδώ έχουμε να κάνουμε όχι με τάξεις, in senso stretto, αλλά με το μαζικοδημοκρατικό πλήθος (συμβολικά και ουσιαστικά) που έχει δημιουργήσει η εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης. Οι μορφές της κοινωνικής διαπάλης που συγκροτούν το πολιτικό αντιπαρατίθενται με εντελώς ιδιαίτερο τρόπο σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Η αναγκαία διαμεσολάβηση σήμερα πραγματοποιείται κυριαρχικά από τα ακροδεξιά κόμματα και κινήματα. Αυτό είναι περισσότερο από εμφανές.

4. Το σημείο που θέλω να αναδείξω είναι ότι η όλη πολιτική θεώρηση της εποχής της παγκοσμιοποίησης, εκ μέρους των συγκεκριμένων ηγεσιών, επεκαλείτο τη βελτίωση της γενικής ευημερίας των πολιτών, δηλαδή έκανε σαφή αναφορά, in senso lato ή in senso stretto, στην έννοια της ισότητας, κάτι που προφανώς (ή όχι;) γνώριζαν ότι δεν μπορεί να συμβεί. Επομένως, υπό την έννοια αυτή, ο λαϊκισμός ενυπήρχε και ενυπάρχει εγγενώς στον πολιτικό λόγο όλων εκείνων που υποστήριξαν και υποστηρίζουν το παρόν καθεστώς-υπόδειγμα. Αλλά ακόμη και αν δεν γνώριζαν, στην αρχή της εφαρμογής του συγκεκριμένου υποδείγματος, τα αποτελέσματα της προτεινόμενης πολιτικής, τώρα τα γνωρίζουν. Συνεπώς το να επικαλούνται την ανάγκη συνέχισης της ίδιας πολιτικής και να υποστηρίζουν το ίδιο υπόδειγμα - καθεστώς, στο όνομα της ισότητας και της γενικής ευημερίας των πολιτών, αποτελεί ακραίο δείγμα λαϊκισμού δεδομένου ότι υπάρχουν απτά πραγματολογικά στοιχεία περί του ακριβώς αντιθέτου.

Ο μεγαλύτερος λαϊκισμός είναι τελικά αυτός που εξ αντανακλάσεως τρέφει... τον λαϊκισμό... στο όνομα του αντιλαϊκισμού!

Ο λαϊκισμός, ας το καταλάβουμε, αποτελεί ενδημικό φαινόμενο της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ζωής και παροξύνεται σε περιόδους κρίσης.

Και οι δύο αντιπαρατιθέμενες αντιλήψεις οδηγούν τη Δύση και κυρίως την Ευρώπη σε υπαρξιακή κρίση, όπως μαρτυρούν αναρίθμητα συμπτώματα θανάσιμου κινδύνου. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αποτελεί σκοτεινό πεπρωμένο, ανεξιχνίαστη μοίρα. Απαιτείται πριν από όλα πλήρης αναστοχασμός περί της υπαρκτής πραγματικότητας και των προβλημάτων που αυτή γεννά. Υπάρχουν υπεύθυνοι. Υπάρχουν λανθασμένες αντιλήψεις. Δεν έχω σκοπό να υπεισέλθω σε αυτά τα θέματα. (Προσπαθώ να τα αναλύσω στο υπό έκδοση βιβλίο μου: Κ. Μελάς - Γ. Παπαμιχαήλ, Όψεις της μετανεωτερικότητας στην ελληνική κοινωνία, εκδόσεις Αγγελάκη, Ιανουάριος 2017).

Θέλω να σημειώσω μόνο ότι η κουλτούρα του Διαφωτισμού είναι κριτική και, σύμφωνα με αυτήν, καμία τάξη πραγμάτων δεν νομιμοποιείται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Καμία καθεστηκυία τάξη δεν είναι νόμιμη αν είναι άδικη. Η δικαιοσύνη και η ευτυχία είναι σημαντικοί και θεμιτοί στόχοι και αξίες της πολιτικής δράσης, αλλά το γεγονός αυτό δεν υποσκάπτει την ελευθερία, διότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ελευθερία δεν είναι εννοιολογικά αντίθετες.

Δείτε όλα τα σχόλια