Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι γάτοι και οι απ' έξω

Στέκονταν στη σειρά, έξω απ' το γραφείο του νομάρχη. Ηλιοκαμένοι και ρυτιδιασμένοι άνθρωποι, ταλαιπωρημένες γυναίκες με χαραγμένα, διστακτικά χέρια. Κάθε τόσο περνούσε η γραμματέας με κάποιο χαρτί, έμπαινε, ακούγαμε ομιλίες, σε λίγο έβγαινε. Ήρθε η σειρά μας. Τρεις, τέσσερις πιτσιρικάδες, εκπρόσωποι του τοπικού συλλόγου. Ήμασταν υποψήφιοι εισαγωγικών στα ΑΕΙ και διεκδικούσαμε μισό εισιτήριο με τα πλοία.

Πολλά παιδιά διέκοπταν τα φροντιστήρια για τις αγροτικές ή εποχικές εργασίες, ανεβοκατέβαιναν Αθήνα - Σάμο, και τα εισιτήρια ήταν μεγάλο βάρος για τις οικογένειες. Ο νομάρχης ήταν χοντρός, γκρίζος και ψαρωτικός. «Βγάλτε τα χέρια απ' τις τσέπες». Μας είπε τα γνωστά: «Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Μισά εισιτήρια και σαχλαμάρες. Διαβάστε, περάστε στις σχολές σας και μετά το κράτος θα φροντίσει. Πηγαίνετε, γιατί περιμένει κόσμος». Φύγαμε με τον τζίφο στα δόντια και πήγαμε στον δεξιό βουλευτή. Εκλεγόταν 40 χρόνια στη Βουλή, γιατρός μαιευτήρας, σκληρός δεξιός, με καθαρούς όμως πολιτικούς κώδικες.

«Έλα, κύριε νομάρχα, δικά μου παιδιά είναι. Να το δούμε το θέμα». Γυρίσαμε με ελπίδες. Ο χοντρός ήταν αλλαγμένος. Ο βουλευτής του 'πε «δικά μου παιδιά», εννοώντας ότι ξεγέννησε τις μανάδες μας κι ο άλλος κατάλαβε «δικά μας παιδιά», του κόμματος.

Ο τζίφος κόντεψε να γίνει μύλος. «Εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι, θα σας στείλω όμως στον κ. υπουργό Ναυτιλίας, που είναι φίλος μου». Έγραψε κάτι στο χαρτί, σάλιωσε τον φάκελο. «Θα πάτε να του δώσετε αυτό και θα σας ακούσει».

Σε λίγες μέρες ανεβήκαμε Αθήνα. Κάπου στη Μέρλιν ήταν το προσωπικό πολιτικό γραφείο του κ. υπουργού. Μεγάλο και πολυτελές. Λαός πολύς, διαφορετικό όμως προφίλ απ' τους καχεκτικούς αγρότες και τσοπάνηδες του νομάρχη και του τοπικού βουλευτή. Περισσότερο αστοί, έξυπνα ανυπόμονοι, καλοντυμένοι. Η γραμματέας ρύθμιζε την κυκλοφορία. «Γιατί ήρθατε στον κ. υπουργό»; Διάφορα, φαντάροι να μετατεθούν στο Πεντάγωνο, μήπως μπορεί να βάλει το «παιδί» στο ταχυδρομείο, προαγωγές υπαλλήλων, οικοδομικές άδειες, πρόστιμα, να πει ο κ. υπουργός μια κουβέντα στον πλοιοκτήτη να προσλάβει κ.λπ. Μόλις μας είδε, μαλλιάδες και με ξεβαμμένα τζιν, έβαλε τις φωνές στη ζαρωμένη γυναικούλα που μόλις του είχε ζητήσει το ρουσφέτι ως (κατά δήλωσή της) ψηφοφόρος του.

«Και ποιος σας είπε ότι θα σας βοηθήσω μόνο εάν με έχετε ψηφίσει; Να εδώ, θ' ακούσω τους νεαρούς που σίγουρα δεν με εψήφισαν». Έκλεισε την πόρτα με τη δερμάτινη επένδυση. Τρύπωσε και μια ζουμερή με τις σημειώσεις. «Παιδιά μου, ξέρω το θέμα, θα το δω. Να ξέρετε, όμως, οι χώρες του Κόλπου κρατούν ψηλά τις τιμές του πετρελαίου και αυτό στοιχίζει στη χώρα και δυσκολεύει τους εφοπλιστάς». Το ταπεινό αίτημα «έκπτωση φοιτητικού εισιτηρίου στους υποψηφίους» -απ' ό,τι θυμάμαι- δεν έγινε αποδεκτό. Περάσαμε όμως αρκετοί στα πανεπιστημιακά ιδρύματα των ονείρων. Δεν θα γίνουμε οι ζαρωμένοι άνθρωποι που περίμεναν κι εκλιπαρούσαν στα γραφεία των δεξιών κομματαρχών. Για την ιστορία, να σημειώσω ότι ο υπουργός, με την απέραντη προσωπική πελατεία, δεν ξαναβγήκε βουλευτής. Όχι βέβαια γιατί ο κόσμος τιμώρησε το ρουσφέτι, αλλά απλώς ήθελε τον εκσυγχρονισμό του. Η περίοδος ΠΑΣΟΚ κάλπαζε, οι βουλευτικές θέσεις για τη Δεξιά λιγόστευαν, οι δυνατότητες μετατοπίζονταν. Σε λίγο θα συνέβαινε το θαύμα. Οι πιο καπάτσοι από τους τότε νεολαίους ανέλαβαν τον ρόλο του τροχονόμου ρουσφετιών και κάτι πιο casual γατόνια, τον ρόλο του υπουργού ή του κομματάρχη. «Σύντροφε είναι δικό μας παιδί». Περνούν τα χρόνια. Διαλύθηκαν καριέρες, κόμματα, φατρίες. Οι γάτοι, γάτοι και οι καπάτσοι, καπάτσοι. Και φυσικά «οι απ' έξω», έξω...

Δείτε όλα τα σχόλια