Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το "κόμμα του χρηματιστηρίου" και ο λαϊκισμός

«1.000.000 Έλληνες επενδυτές ξέρουν ότι οι μετοχές έχουν αξία» έγραφε μία από τις χαρακτηριστικότερες αφίσες του ΠΑΣΟΚ, με τις οποίες είχε γεμίσει η Αθήνα ήδη από το καλοκαίρι του 1999. Το τότε κυβερνών κόμμα, με πρόεδρο και πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη, προετοιμαζόταν για τις εκλογές που διεξήχθησαν τον Απρίλιο του 2000, τις οποίες κέρδισε καταγράφοντας ποσοστό 43,79%. Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αυτό το καταφανώς λαϊκιστικό σύνθημα δεν έγινε αντιληπτό ως τέτοιο από τους κατά τα άλλα λαλίστατους διανοούμενους και επαγγελματίες αναλυτές που ασχολούνται -υποτίθεται- με το φαινόμενο του λαϊκισμού.

Τα «καλά εκείνα χρόνια», λοιπόν, που ο δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών είχε φτάσει τον Σεπτέμβριο του 1999 στις 6.500 μονάδες, κανείς δεν ασχολούνταν με αυτά τα ζητήματα. Όπως φαίνεται, ήταν όλοι απασχολημένοι με την... αυθόρμητη άνοδο του Χρηματιστηρίου. Εντελώς συμπτωματικά δε, ο τότε πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς Μιχάλης Σάλλας, περίπου είκοσι μέρες πριν από τις εκλογές, είχε προβεί στην αξέχαστη εκτίμηση πως το Χρηματιστήριο θα έφτανε τις 7.000 μονάδες το 2001.

Επιστρέφοντας στην έννοια του λαϊκισμού, για την οποία γίνεται διαρκώς λόγος από εκατοντάδες «εκσυγχρονιστές» πολιτικούς και διανοούμενους κεντροδεξιάς, κεντροαριστερής, κεντρώας κ.λπ. κοπής, με το μονότονο αναμάσημα που συμπυκνώνεται τελικά στη μία και μοναδική θέση: όποιος διαφωνεί με τον νεοφιλελευθερισμό, είναι λαϊκιστής. (βλ. και Γιάννης Σταυρακάκης, «Λαός και λαϊκιστικός λόγος στη σκιά της ευρωπαϊκής κρίσης”, Ενθέματα “Αυγής” της Κυριακής, 25.12.2012).

Ωστόσο, σύμφωνα με τον στοχαστή που σημάδεψε με το έργο του τη μελέτη της συγκεκριμένης έννοιας, δηλαδή τον Ερνέστο Λακλάου, ο λαϊκισμός δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο του πολιτικού μηνύματος όσο την ίδια του τη μορφή: Ο λαϊκιστικός λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο (Ernesto Laclau, “On Populist Reason”, Verso, 2005) τέμνει το κοινωνικό πεδίο σε δύο διακριτά στρατόπεδα, συγκεντρώνοντας διάσπαρτες ιδεολογικές θέσεις ή πολιτικά αιτήματα με τη μέθοδο της ανάδειξης της ισοδυναμίας τους ενάντια σε κάποια άλλη αρχή ή εξουσία. Ο Λακλάου επισημαίνει πως ένα λαϊκιστικό αίτημα δεν είναι απαραίτητο να αντιτίθεται σε κάποια κατεστημένη εξουσία: Αρκεί να υπάρχει ένα «κενό σημαίνον» που συμπυκνώνει τα σκόρπια αιτήματα και τα αντιπαραθέτει εναντίον κάποιου άλλου. Στο πλαίσιο αυτό, ο λαϊκισμός, σημειώνει ο Λακλάου, ακολουθώντας τη λογική της ισοδυναμίας και της διαφοράς, επιχειρεί να προβάλλει ένα αίτημα μερικό ως καθολικό αίτημα της κοινωνίας.

Μετά τα παραπάνω, είναι πολύ σαφής η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ επί των ημερών του Κώστα Σημίτη: Το Χρηματιστήριο μπορεί να ενώσει τους πάντες. Από τους λεγόμενους θεσμικούς επενδυτές μέχρι τους μεροκαματιάρηδες, που είδαν μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα τις οικονομίες τους να χάνονται καθώς ξεφούσκωνε η αριστοτεχνικά φουσκωμένη φούσκα. Στο τζογάρισμα είχαν άλλωστε συμβάλει όντως όλες και όλοι θέλοντας και μη, καθώς η κυβέρνηση του Κ. Σημίτη είχε... επενδύσει τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων προκειμένου να διαμορφωθεί το περίφημο «κόμμα του Χρηματιστηρίου». Το αποτέλεσμα ήταν αυτά να χάσουν μέσα σε διάστημα ενός έτους (από τα τέλη του 1999 ώς τα τέλη του 2000) 513 δισεκατομμύρια δραχμές, δηλαδή περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, κατά την τριετία 1999-2002, η συνολική απώλεια της κεφαλαιοποίησης της Σοφοκλέους εκτιμάται ότι ανήλθε στο ποσό των 136 δισ. ευρώ.

Η διαδικασία αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες αναδιανομές εισοδήματος από κάτω προς τα πάνω που επιχειρήθηκαν στη σύγχρονη Ιστορία της ελληνικής κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, το «Ενωμένο Κέντρο» (Μιχάλης Μιχαήλ, “Για ένα Ενωμένο Κέντρο ώς την άνοιξη του 2017”, protagon.gr, 27.12.2016) που επιθυμεί να συγκυβερνήσει με τη Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη, διατείνεται πως η δεύτερη δεν έχει «διάθεση για τις σημαντικές και ευρείες μεταρρυθμιστικές αλλαγές που απαιτούνται στη χώρα ώστε να εξαλειφθούν οι παθογένειες και αιτίες που οδήγησαν στην κρίση και στα Μνημόνια». Σε ποιες αναφέρεται;

 

Δείτε όλα τα σχόλια