Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η εκπαίδευση με τα μάτια του PISA

Barry Flanagan, Numbers, 1972

Τα εκπαιδευτικά συστήματα διαφορετικών χωρών δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους για πολλούς και διάφορους λόγους. Έχουν αναπτυχθεί μέσα από διαφορετικές ιστορικές πορείες, έχουν διαμορφωθεί σε διαφορετικές πολιτισμικές συνθήκες και υπηρετούν διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες.

Οι έρευνες με τίτλο «Διεθνές Πρόγραμμα για την Αξιολόγηση των Μαθητών», γνωστές με το ακρωνύμιο PISA, οργανώνονται από τον ΟΟΣΑ κάθε τρία χρόνια με στόχο την αξιολόγηση της εγγραμματοσύνης στη γλώσσα, στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες των 15χρονων μαθητών και μαθητριών που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, και, στη βάση αυτή, τη σύγκριση και την ιεραρχική κατάταξη της αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών που συμμετέχουν στις έρευνες αυτές. Όπως δείχνει, όμως, ένα μεγάλο πλήθος δημοσιευμάτων, οι επιστήμονες της εκπαίδευσης που μελετούν τις μεθόδους και τα αποτελέσματα των ερευνών του PISA ομοφωνούν ότι η σύγκριση εκπαιδευτικών συστημάτων με βάση τις επιδόσεις ενός δείγματος μαθητών και μαθητριών σε τυποποιημένα τεστ δεν είναι ούτε έγκυρη ούτε αξιόπιστη, γιατί είναι μεθοδολογικά αδύνατον να τεκμηριωθεί η οποιαδήποτε αιτιώδης σχέση μεταξύ τους. Γι’ αυτό και δεν μπορούν, για παράδειγμα, να ερμηνευτούν οι μεγάλες διαφορές στις κατατάξεις των χωρών από τη μία έρευνα του PISA στην επόμενη, ενώ στο διάστημα αυτό ή αμέσως πριν από αυτό δεν έχουν υπάρξει σημαντικές αλλαγές στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης ή στις τεχνικές διδασκαλίας των σχολείων στις αντίστοιχες χώρες.

Τα εκπαιδευτικά συστήματα διαφορετικών χωρών δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους για πολλούς και διάφορους λόγους. Έχουν αναπτυχθεί μέσα από διαφορετικές ιστορικές πορείες, έχουν διαμορφωθεί σε διαφορετικές πολιτισμικές συνθήκες και υπηρετούν διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες. Επομένως, ένα πλήθος παραγόντων, οι οποίοι διαφοροποιούνται σημαντικά από χώρα σε χώρα, έχουν επιβάλει και επιβάλλουν διαφορετικούς στόχους, περιεχόμενα και δομές στα αντίστοιχα εκπαιδευτικά συστήματα και κατά συνέπεια στην οργάνωση και λειτουργία των σχολείων και των εκπαιδευτικών τους πρακτικών. Γιατί ο ΟΟΣΑ, παρά τα δεδομένα αυτά, επιμένει να επαναλαμβάνει, εδώ και 15 χρόνια, αυτές τις έρευνες σε περισσότερες από 70 χώρες και να προβάλλει τα αποτελέσματά τους, τα οποία κάθε φορά συνεχίζουν να προκαλούν τις ίδιες αντιπαραθέσεις για την ερμηνεία τους;

Νομίζω πως η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το PISA συνοψίζει και εκφράζει μια από τις βασικές ορίζουσες του πολιτικού προγράμματος που έχει σχηματικά αποκληθεί νεο-φιλελευθερισμός, το οποίο επιβάλλει την ποσοτικοποίηση και αριθμητική έκφραση, τη σύγκριση και την ιεράρχηση και, στη βάση αυτών, τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων για όλες τις δραστηριότητες της κοινωνικής μας οργάνωσης και ζωής. Αυτή η επιταγή να μετρηθούν τα πάντα και να ελεγχθούν μέσα από την αριθμοποίησή τους δεν χαρακτηρίζει μόνο τις αξιολογήσεις των εκπαιδευτικών συστημάτων που προωθεί το PISA. Επεκτείνεται σε όλο το φάσμα των κοινωνικών πολιτικών μέσα από παρόμοια τεχνικο-κοινωνικά προγράμματα και «εργαλειοθήκες», τα οποία επιβάλλουν μια διαμορφωμένη από τους αριθμούς εικόνα της πραγματικότητας, ως την «πραγματικότητα» στην οποία επιτρέπονται μόνο ορισμένου τύπου επιλογές και δράσεις. Αυτή η «τεχνικοποίηση» των κοινωνικών προβλημάτων επιβάλλει με τη σειρά της μια ορισμένη πολιτική «κανονικότητα» και σε μεγάλο βαθμό προωθεί μια «ιδεολογία» που θέλει να είναι κατανοητός μόνο εκείνος ο κόσμος που ποσοτικοποιείται και εκφράζεται αριθμητικά. Ως συνέπεια της λογικής αυτής, η επίλυση των προβλημάτων δεν απαιτεί πολιτικές επιλογές, αλλά τεχνικές ρυθμίσεις και λειτουργικές διευθετήσεις, για τις οποίες, βέβαια, αρμόδιοι είναι οι εμπειρογνώμονες και όχι οι πολιτικοί εκπρόσωποι των πολιτικών. Οι επιπτώσεις του PISA στο πεδίο αυτό, έπειτα από δεκαπέντε χρόνια διεξαγωγής τους, είναι πλέον εμφανείς. Σε όλο και πιο πολλές χώρες οι υπεύθυνοι της εκπαιδευτικής πολιτικής αντιμετωπίζουν τα προβλήματα της εκπαίδευσής τους με τα «μάτια του PISA». Δηλαδή, με όρους ποσοτικών δεδομένων και αριθμητικών συγκρίσεων, οι οποίοι οδηγούν αναπόφευκτα σε μονοδιάστατες οπτικές και απλουστευτικές λογικές, διαγράφοντας την πολυπλοκότητα των εκπαιδευτικών διαδικασιών.

Επομένως, μεγαλύτερη σημασία από την ερμηνεία ή τη χρησιμοποίηση των κατατάξεων του PISA έχουν οι οπτικές της εκπαίδευσης που προβάλλει ή, με άλλα λόγια, η ιδεολογία για την εκπαίδευση που η έρευνα αυτή σταδιακά παγιώνει. Οι κατά καιρούς ανακοινώσεις αποτελεσμάτων του PISA, όπως η πρόσφατη, δεν αποτελούν παρά την κορυφή ενός πολύ επικίνδυνου για την εκπαίδευση, και όχι μόνο, πολιτικού παγόβουνου.

 

* Ο Δημήτρης Χασάπης είναι ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ

Δείτε όλα τα σχόλια