Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το τόξο της λογικής της συσκότισης

Yosl Bergner, Pumpkins, 1942

Είναι μάλλον εύκολο να δαιμονοποιεί κανείς τα μισάνθρωπα ανακλαστικά που συχνά συναντούμε τριγύρω μας, σπρώχνοντάς τα ίσως παράλληλα κάτω από μια ταμπέλα «φασισμού» και οριοθετώντας τα σε έναν χώρο έξω από τις δικές του ευθύνες, ξένο από τη δική του συνείδηση, η οποία μπορεί έτσι να συνεχίσει τουλάχιστον να απολαμβάνει την αθωότητά της. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τα σχόλια για τον πρόσφυγα που κάνει εμβόλια τρώγοντας τις εισφορές μας, ή για τον άνεργο που χρησιμοποιεί ελεύθερα τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να κάνει τζάμπα τις βόλτες του, ή για τον δικαιούχο του επιδόματος, που ποιος ξέρει πώς μας κοροϊδεύει, δεν προέρχονται μόνο -ούτε καν κυρίως- από μαχαιροβγάλτες χρυσαυγίτες και στελέχη του μορφώματος, ούτε καν μόνο από απλούς ψηφοφόρους του. Τα ακούς δεξιά - αριστερά από ανθρώπους διαφορετικών κομματικών προτιμήσεων και συνθέτουν μια ευρύτερη κουλτούρα αντιμετώπισης της πραγματικότητας, στην οποία όμως επενδύουν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις - και εκείνη του νεοναζισμού δεν είναι ίσως η πιο κρίσιμη από αυτές, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς αυτή επιδιώκει μάλλον να εκμεταλλευτεί ψηφοθηρικά τη φτώχεια, έστω και μόνο όσων έχουν ελληνικό γονίδιο.

Πρόκειται για μια κουλτούρα που επιδιώκει να οικειοποιηθεί το κοινότοπο, και έτσι να υποκλέψει μια πλειοψηφική ισχύ, μέσα από λογικοφανή ερωτήματα που θέτουν τον ορίζοντα της δυνατής διαπραγμάτευσής τους. Έτσι τα εμπαθή σχόλια γίνονται «επιχειρήματα»: «Γιατί εγώ που πληρώνω ένα κάρο στα ταμεία να έχω τα ίδια δικαιώματα περίθαλψης με εκείνον που δεν πληρώνει φράγκο;». «Και πού έχει να μετακινηθεί ο άνεργος αφού δεν δουλεύει;». «Και δηλαδή θα σωθεί ο φτωχός με το χαρτζιλίκι που του δίνουν; Εγώ δηλαδή καλοπερνάω που δεν μου δίνουν;».

Στα παραπάνω «ερωτήματα» μπορεί κανείς άνετα να αναγνωρίσει συνάφειες με δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών πολιτικών σχηματισμών που βρίσκονται εντός του αποκαλούμενου «δημοκρατικού τόξου». Όπως μπορεί κανείς να αναγνωρίσει συναδέλφους από το γραφείο, γείτονες της πολυκατοικίας, ακόμα και φίλους, ή έστω φίλους φίλων.

Η δεύτερη περίπτωση, αυτή του γείτονα, έχει κατά κανόνα δύο υποπεριπτώσεις. Εκείνη του ευκατάστατου συμπολίτη, που, έστω ασυνείδητα, καλλιεργεί μια αφηρημένη ερωτηματοθεσία, άδεια από οποιαδήποτε νύξη για τη σχέση της ισχύος του με τα φαινόμενα στα οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται. Και εκείνη του ανασφαλούς συμπολίτη, μισό ή ένα σκαλί πάνω από εκείνον που ωφελείται από το κράτος, ο οποίος πέφτει θύμα της ίδιας αφαίρεσης, νομίζοντας ότι, αν κλείσει τα μάτια στην ταξική του εγγύτητα προς τον ωφελούμενο, θα την καταργήσει και στην πράξη. Θύμα ενός τέτοιου στρεβλού ιδεαλισμού, μπορεί έτσι ένας χαμηλόμισθος υπάλληλος να αντιμετωπίζει απλά και μόνο το χτύπημα της κάρτας του ως ικανό να τον καθιστά περισσότερο «άξιο» από τον ασκόπως περιφερόμενο άνεργο.

Σε έναν τέτοιο φετιχισμό μιας τυπικής διαφοροποίησης επενδύει η πρώτη περίπτωση, εκείνη των πολιτικών στελεχών που αναμασούν ερωτήματα σαν τα παραπάνω, που τον θρέφουν και θρέφονται από αυτόν, εδραιώνοντας έναν φαύλο κύκλο αποσιώπησης του περιεχομένου της εξαθλίωσης μιας μεγάλης μερίδας συμπολιτών μας. Μέσα στο πλαίσιο που αυτός ο κύκλος ορίζει, η πραγματικότητα που ζούμε αποψιλώνεται σε δημαγωγικά δίπολα αφηρημένων διακρίσεων ανάμεσα σε άριστους και μη άριστους, χρήσιμους και άχρηστους, συνετούς και ασύνετους κ.λπ. Η ταπεινή αγωνία εκείνου που προσέρχεται στο γκισέ της υπηρεσίας, για να δει αν δικαιούται κάποιο βοήθημα, εύκολα καθίσταται υλικό λαϊκιστικής παραφιλολογίας, η αθώωση του οικονομικού εγκληματία σεβασμός της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας και ο πλουτισμός στην πλάτη υποζυγίων επιβράβευση της αξίας του εκμεταλλευτή τους.

Η ρητορική του μίσους δεν αποτελεί αποκλειστικό «προνόμιο» κάποιου οργανωμένου πολιτικού χώρου. Το να την ταυτίζουμε με μια αρρωστημένη ακροδεξιά μισανθρωπία εισάγει ένα ακόμα δίπολο συσκότισης πλάι στα προηγούμενα. Αντίθετα, αποτελεί μάλλον «πολιτιστικό πρόγραμμα» ευρύτερων δυνάμεων, οι οποίες επιθυμούν να καταστήσουν αυτονόητη μια οπτική τέτοια που να καθιστά αόρατες τις δικές τους ευθύνες και τα δικά τους οφέλη από μία κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης. Είναι εύλογο βέβαια να ζητάμε την παραδειγματική τιμωρία των νεοναζί για τις εγκληματικές δράσεις τους. Είναι όμως ακόμα πιο κρίσιμο να αναγνωρίζουμε τη συνάφεια του λόγου τους με εκείνον που εκφέρουν πολιτικοί που ζητούν μάλιστα να αναλάβουν άμεσα κυβερνητικές ευθύνες.

 

Χάρης Χρόνης, Δρ. του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Δείτε όλα τα σχόλια