Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

H πέτρινη πραγματικότητα

Η επινόηση ενός νέου πολιτικού εαυτού, μιας νέας αριστερής ταυτότητας, δεν μπορεί να γίνει όπως στα χρόνια του 4%, όταν αριστερή πολιτική ήταν άθροιση ατομικών και μαζικών επιθυμιών και όχι σύνθεση. Η επινόηση της νέας Αριστεράς δεν μπορεί να γίνει σαν να μην έχει υπάρξει εκλογική διεύρυνση, σαν να μην έχει υπάρξει η βουτιά στην κυβερνητική εμπειρία και σαν να μπορείς να βγαίνεις χωρίς αμυχή, λευκός και αμόλυντος.

Είναι αναγκασμένη η Αριστερά να ξανακερδίσει, με άλλους όρους πλέον, τον εαυτό της. Η βουτιά στη λάσπη της πραγματικότητας έχει γίνει. Τίποτα δεν μπορεί να είναι ίδιο. Αλλά αυτό το μεγάλο και νέο πολιτικό διάβημα της αριστερής ανασυγκρότησης σε ποιο έδαφος μπορεί να αρθρωθεί; Σε ποιο επίπεδο; Μια λύση είναι να γίνει κανείς αντιπολίτευση στο κυβερνητικό σκέλος του κόμματός του. Και είναι κατανοητό. Βγήκες στον δημόσιο χώρο κάπως, ανέλαβες έναν ρόλο (σου άρεσε να είσαι ο υπέρλαμπρος συλλέκτης όλης της κοινωνικής δυσφορίας που υπήρχε απέναντι στους προηγούμενους). Τώρα, όμως, ανάποδα, εσύ είσαι ο δέκτης της δυσφορίας. Σε μεγάλο βαθμό κληρονόμος, αλλά δέκτης, δηλαδή μια μορφή ενόχου.

Είναι γεγονός ότι μέχρι χθες το πολιτικό σώμα της Αριστεράς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο φαντασιακό, δηλαδή αποτελούσε την ομοιωματική συγκεφαλαίωση όλων των λύσεων απέναντι στα πολυετώς άλυτα. Έτσι, όταν διαψεύδεται κανείς από τις επιβαλλόμενες πολιτικές (πολιτικές με τις οποίες κερδίζεται μεν χρόνος, αλλά δεν λύνεται το δομικό οικονομικό πρόβλημα της χώρας), είναι λογικό να θέλει να αποκολληθεί από την κυβέρνηση (έστω αυτή του κόμματός του). Είναι ευεξήγητο να απομακρυνθεί από την όχι θελκτική μορφή μιας δύσκολης και σκληρής καθημερινής κυβερνητικής πράξης. Να μην ταυτίζεται με καμιά εισοδηματική μείωση, με καμιά φορολογική πίεση.

Το να κάνεις αντιπολίτευση στον εαυτό σου είναι ένα τέχνασμα για λόγους αυτοσυντήρησης και ισορροπίας. Η αντίθετη, όμως, στάση δεν είναι η πλειοδοσία, να γίνεις «θεσμικότερος των θεσμών», είναι η παράλυση.

Δεν αντιστέκομαι στο αίτημα, ούτε όμως δεν το ικανοποιώ. Απλώς το ξεχνάω. Δεν παράγω, δεν προσπαθώ να λύσω, παραλύω στον καθημερινό κυκεώνα από ατομικά, κοινωνικά, κλαδικά και συνδικαλιστικά αιτήματα. Κυλάω μαζί με το ρέμα, με πάει, αλλά μη αντιδρώντας καθόλου, κάπως γλιτώνω, δεν υποφέρω. Εννοώ ότι ένα αίτημα, για να πάψει να γίνεται πιεστικό, μπορεί να το αψηφήσεις κοιτώντας πάνω από την πραγματικότητα, να το ακυρώσεις βρίσκοντας τα πρόδηλα ελαττώματα του εκφωνητή του. Μπορείς να το λύσεις εν μέρει, μπορείς να το παλέψεις και να μην τα καταφέρεις. Το τελευταίο είναι το συνηθέστερο, αυτό που δεν έλκει, όμως, καμιά ευγνωμοσύνη ή χαρά. Το πρώτο (η αδιαφορία) είναι το συνηθέστερο.

Αλλά, για να μην χάσουμε το κέντρο, αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι τεχνικές διασκευής της πραγματικότητας, για να ξανα-εναρμονιστείς με αυτή, είναι πολλές, η αποκλίνουσα πραγματικότητα αυξάνει την απόσταση από σένα και τις δυνατότητές σου. Εκείνο που με απασχολεί πιο πολύ, όμως, δεν είναι τα διάφορα τεχνάσματα κάποιου (έστω συνοδοιπόρου) για να λύσει το πολιτικό υπαρξιακό του πρόβλημα.

Εκείνο που μου φαίνεται πιο οδυνηρό είναι το εξής: Η συγκολλητική ουσία όταν φεύγεις από το προγραμματικό (και συναισθηματικό) σου πλαίσιο γίνεται δυσεύρετη. Χαλαρώνουν οι δεσμοί, μεγαλώνει η υποψία, ο σύντροφος γίνεται και λίγο αντίζηλος. Χρειάζεται σκληρή δουλειά να ξαναγαπήσεις τον εαυτό σου όταν έχεις αποφασίσει να είσαι ο εαυτός σου. Και αυτή η επιλογή είναι το σκληρότερο, το πιο αμφίβολο, αλλά και το πιο παραγωγικό πολιτικό πλαίσιο για το μέλλον. Γιατί πρέπει να ξαναβρούμε μια ισχυρή σχέση με το μέλλον.

Δείτε όλα τα σχόλια