Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η διαπραγμάτευση για το χρέος και οι προτάσεις μας

(B' ΜΕΡΟΣ) Σ' αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο σε ό,τι αφορά την ανάγκη συναινέσεων στην οποία αναφέρθηκαν προηγούμενα η κυρία Διαμαντοπούλου και άλλοι ομιλητές. Αρχίζω με την ευρωπαϊκή διάσταση του θέματος, διότι ετέθη ένα συναφές ερώτημα από τον κύριο Τσακλόγλου...

(Β' ΜΕΡΟΣ)

Σ' αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο σε ό,τι αφορά την ανάγκη συναινέσεων στην οποία αναφέρθηκαν προηγούμενα η κυρία Διαμαντοπούλου και άλλοι ομιλητές. Αρχίζω με την ευρωπαϊκή διάσταση του θέματος, διότι ετέθη ένα συναφές ερώτημα από τον κύριο Τσακλόγλου. Εάν, π.χ., οι Γερμανοί ή οι Φινλανδοί ή άλλοι λαοί θεωρούν ότι δεν πρέπει να υποβληθούν σε θυσίες για να στηρίξουν το ευρώ, αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη έχει πρόβλημα νομιμοποίησης και πρέπει να επανιδρυθεί σε νέες βάσεις. Αυτό το πρόβλημα δεν θα το λύσουμε εμείς υποχωρώντας σε θέσεις που θα πλήττουν τη δυνατότητα αναπαραγωγής και ύπαρξης της κοινωνίας. Εμείς δεν θα βοηθήσουμε το ευρώ διαλύοντας την κοινωνία. Θα βοηθήσουμε προβάλλοντας τα εύλογα επιχειρήματά μας, γιατί αυτό που ζητάμε είναι αναγκαίο όχι μόνο από την άποψη των δικών μας ιδιαίτερων εθνικών και λαϊκών συμφερόντων, αλλά γιατί είναι αναγκαίο για την ίδια την Ευρώπη και την προοπτική της.

Σε ό,τι αφορά τώρα την ελληνική διάσταση, να επισημάνω ότι στην Ελλάδα υπήρχε συναίνεση. Επί είκοσι χρόνια είχαμε έναν συναινετικό δικομματισμό. Τώρα χρειαζόμαστε μια διαφορετική συναίνεση για να ανατρέψουμε τα αποτελέσματα αυτού του δικομματισμού. Και αυτό κάνει ο λαός. Αποσυνθέτοντας τα παλιά κόμματα, αποσυνθέτει τις παλιές συναινέσεις. Διότι, με μια έννοια, ήταν "εξαγορασμένες συναινέσεις". Συγκροτούνταν στη βάση του δημόσιου χρέους και στηρίζονταν σε κοινωνικά συμβόλαια που έχουν καταρρεύσει. Άρα, ναι, επιδιώκουμε συναίνεση για τη δημιουργία νέων κοινωνικών συμβολαίων τα οποία θα μας πηγαίνουν μπροστά και δεν θα αποσκοπούν στη συντήρηση ενός συστήματος το οποίο έχει καταρρεύσει.

Τι διεκδικούμε - Οι προτάσεις μας

Να έρθω τώρα στις προτάσεις. Μάλλον να επιχειρήσω τη σκιαγράφηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως διεκδικήσιμους στόχους. Ζητούμενο είναι βέβαια μια ριζική λύση. Μια λύση η οποία δεν θα μετακυλίει το πρόβλημα στο μέλλον, αλλά θα δημιουργεί συνθήκες μιας πραγματικής επανεκκίνησης. Τούτο σημαίνει λύση στο πρόβλημα του συσσωρευμένου χρέους, αλλά και σε εκείνο της χρηματοδότησης της ανάκαμψης. Μια τέτοια λύση κατά την άποψή μας -το λέει και το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ- μπορούμε να βρούμε μόνο σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Όχι μόνο για τον λόγο που σωστά αναφέρθηκε, ότι δηλαδή δεν μπορούμε να βρούμε λύσεις στο πρόβλημα του χρέους χωρίς λύση στο πρόβλημα της ανάπτυξης, αλλά και διότι το χρέος είναι πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Άρα δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε λύση ριζική, να πάμε, π.χ., το χρέος στο 60%, όπως απαιτεί η Συνθήκη του Μάαστριχτ, αν ταυτόχρονα δεν λυθεί το πρόβλημα και για την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ισπανία και μια σειρά από άλλες χώρες. Ακριβώς γι' αυτό εμείς υποστηρίξαμε το αίτημα αυτό, στην αρχή μόνοι, αλλά πλέον βλέπουμε να κερδίζει έδαφος βαθμιαία σε όλη την Ευρώπη.

Επιτρέψτε μου τώρα ένα σχόλιο για τον ρεαλισμό. Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που τα κριτήρια του τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι ανατρέπονται. Το να ζητάει κανείς σήμερα λύσεις μέσα σε ένα σύστημα που έχει ξεπεραστεί δεν είναι ρεαλιστικό. Βεβαίως, δεν σημαίνει πως ό,τι προτείνει κανείς μπορεί να το πετύχει εύκολα. Αλλά η συζήτηση αυτή έχει νόημα στο έδαφος της αναγκαίας στρατηγικής που απαντά με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό σε ένα πρόβλημα. Από τα πολλά που θα μπορούσαν να λεχθούν στο σημείο αυτό, περιορίζομαι στο ιστορικό παράδειγμα του Κέυνς, που το 1919, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρότεινε την αμοιβαία διαγραφή όλων των χρεών ως προϋπόθεση για την εμπέδωση της ειρήνης στην Ευρώπη. Η πρόταση του Κέυνς βεβαίως δεν υλοποιήθηκε, αλλά ούτε η ειρήνη εμπεδώθηκε. Άρα και σήμερα πρέπει να δούμε ποιο είναι το αναγκαίο και να συζητήσουμε βεβαίως πώς το αναγκαίο θα μπορέσει να γίνει και εφικτό.

Επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα. Είναι προφανές ότι μια ευρωπαϊκή λύση για το πρόβλημα του χρέους μπορεί να υπάρξει εφόσον οι συσχετισμοί και οι λαοί, πρωτίστως αυτοί που υποφέρουν περισσότερο, μπορούν να την επιβάλουν. Σε διαφορετική περίπτωση, οι όποιες λύσεις θα έχουν έναν ενδιάμεσο ή μεταβατικό χαρακτήρα. Ακόμη κι αν δεν συνιστούν ριζική λύση, θα πρέπει να κινούνται προς αυτήν, να την προετοιμάζουν.

Τι θα πρέπει να περιλαμβάνει λοιπόν μια τέτοια μεταβατική λύση; Θα πρέπει να επιδιώκει ορισμένα βασικά στοιχεία όπως:

1. Μείωση του παλιού χρέους και της δαπάνης εξυπηρέτησής του, με όλα τα πρόσφορα μέσα, όπως επιμήκυνση, μείωση επιτοκίου, διαγραφή κ.λπ.

2. Ρήτρα ανάπτυξης. Πρέπει να συνδέσουμε την εξυπηρέτηση του όποιου υπόλοιπου χρέους με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Θα πληρώνουμε εφόσον έχουμε ανάπτυξη, ανάλογα με τον ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Μια συναφή ρύθμιση πέτυχε και η Γερμανία το 1953 με τη μορφή μιας ρήτρας επί των εξαγωγών.

3. Ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας μ' ένα σύνολο μέσων, χρηματοδοτικών και θεσμικών. Πέρα από τη διαγραφή του χρέους, απαιτείται και μια μη δανειακή στήριξη της αρχικής ανάκαμψης.

4. Χρήσιμο θα είναι επίσης το να εξαιρεθεί το ΠΔΕ από το έλλειμμα ή να υπάρξουν κάποιες εξαιρέσεις για κάποιο διάστημα, ώστε να διευκολυνθεί η ανάκαμψη. Όλες οι χώρες έχουν εξαιρέσεις. Αφήνω ανοικτό σκόπιμα το μέγεθος της διαγραφής του χρέους. Το αφήνω σκόπιμα διότι εκείνο που ενδιαφέρει είναι το συνολικό αποτέλεσμα όλων των ρυθμίσεων συνδυασμένων μεταξύ τους. Να αναφέρω ένα υποθετικό παράδειγμα. Πρώτο σενάριο: εξασφαλίζουμε τη διαγραφή μεγάλου μέρους του συσσωρευμένου χρέους, αλλά χωρίς τίποτε άλλο. Δεύτερο σενάριο: Εξασφαλίζουμε διαγραφή μικρότερου μέρους του χρέους, αλλά αυτή συνοδεύεται από μέτρα ενίσχυσης της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Είναι φανερό ότι η επιλογή ανάμεσα στα δύο αυτά σενάρια ή άλλα συναφή θα πρέπει να γίνει αφού συνυπολογισθούν όλες οι συνέπειες και τελικά το συνολικό συνδυασμένο αποτέλεσμα των διαφορετικών λύσεων.

5. Ρύθμιση των παράλληλων χρεών, κάτι πολύ σημαντικό κατά την άποψή μας. Και τούτο γιατί το δημόσιο χρέος είναι στην ουσία συγκοινωνούν δοχείο με το χρέος των τραπεζών προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τα χρέη των πολιτών προς τις τράπεζες και το κράτος, καθώς και με το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων σε σχέση με τις υποχρεώσεις τις οποίες έχουν αναλάβει έναντι των ασφαλισμένων.

Επομένως, πρέπει να βρεθεί λύση στο θέμα των τραπεζών, οι οποίες προς το παρόν δανείζουν τον εαυτό τους και στη συνέχεια καταθέτουν τα ομόλογα στην ΕΚΤ. Αυτή η δυνατότητα λήγει τον Μάρτιο του 2015 και πρέπει ώς τότε να έχει βρεθεί λύση. Σε ό,τι αφορά τα λεγόμενα "κόκκινα δάνεια", έχουμε επεξεργαστεί ολοκληρωμένη πρόταση η οποία θα δοθεί σύντομα σε δημόσια διαβούλευση. Μιλάμε για έναν ενδιάμεσο φορέα στον οποίο θα μεταφερθούν τα δάνεια για να εξεταστούν ένα προς ένα με κοινωνικά κριτήρια, ώστε να συνδυασθεί η λύση τόσο για τα δάνεια των τραπεζών όσο και για τα χρέη προς το Δημόσιο και τα ταμεία.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το θέμα των ασφαλιστικών ταμείων. Με τις σημερινές τάσεις, το σύστημα παύει να έχει ταμειακή ισορροπία ήδη από το 2015. Άρα δεν είναι αλήθεια ότι με τις ρυθμίσεις που έγιναν θα πάμε μέχρι το 2025. Από σήμερα παράγεται έλλειμμα κι αν δεν γίνει κάτι, σε 30 χρόνια το έλλειμμα αυτό θα έχει φτάσει στο 100% του ΑΕΠ. Για ποια ρύθμιση λοιπόν του χρέους μιλάμε εάν αφήνουμε τα ταμεία να δημιουργούν ελλείμματα και δεν παίρνουμε έγκαιρα μέτρα για την ανακεφαλαιοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος και την αύξηση των εσόδων του;

Αλλαγή του ρου της ιστορίας μας για μια βιώσιμη και δίκαιη κοινωνία

Ολοκληρώνω με μια διαπίστωση. Ακούγοντας κανείς όλους τους ομιλητές, τελικά νομίζω πως μπορεί να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχουν βιώσιμα και μη βιώσιμα χρέη. Εκείνο που υπάρχει είναι βιώσιμες και μη βιώσιμες κοινωνίες. Μία κοινωνία με ισχυρή, διατηρήσιμη ανάπτυξη, με ισχυρή κοινωνική συνοχή, με αλληλεγγύη και δικαιοσύνη, με νομιμοποιημένους δημοκρατικούς θεσμούς, μπορεί να εξυπηρετεί όποιο χρέος επιλέξει να έχει. Μία κοινωνία με αβέβαιη ανάπτυξη, με πτωχευμένο λαό, με απονομιμοποιημένη πολιτική δεν μπορεί να εξυπηρετήσει κανένα χρέος.

Άρα, νομίζω ότι το καθήκον που έχουμε δεν είναι να βρούμε απλά μια ρύθμιση για το συσσωρευμένο χρέος που θα μας επιτρέψει να πάμε κάπως παραπέρα, δεν είναι απλά να μετακυλήσουμε ή να ανακυκλώσουμε το πρόβλημα. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις αιτίες του, να καταστρέψουμε τους μηχανισμούς της αναπαραγωγής του. Το ζητούμενο δεν είναι απλά και μόνο να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να ξαναβγούμε στις αγορές και να αρχίσουμε να δανειζόμαστε εκ νέου. Νομίζω ότι πρέπει να αναμετρηθούμε με ένα μοτίβο της ιστορίας μας. Το μοτίβο του δανεισμού που γίνεται υπερδανεισμός, που καταλήγει σε χρεοκοπία. Αυτή η κρίση απαιτεί αλλαγή του ρου της Ιστορίας, μια βαθιά ρήξη και όχι επανάληψη ή αναπαραγωγή όσων μας έφεραν ώς εδώ.

* Το δεύτερο μέρος του άρθρου του Γιάννη Δραγασάκη, που δημοσιεύει σήμερα η "Αυγή", είναι από την ομιλία του στην εκδήλωση - συζήτηση που διοργάνωσε το Δίκτυο με το θέμα: "Το εθνικό μας... χρέος στη συναίνεση" στις 8.7.2014. Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε στο φύλλο της Τρίτης.

Δείτε όλα τα σχόλια