Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Kοινωνικές και χωρικές ανατροπές στην Αθήνα της κρίσης

Η Αθήνα είναι μια πόλη σε ανθρωπιστική κρίση, σύμφωνα με τον ορισμό των Γιατρών του Κόσμου, που αναφέρεται σε μαζικές καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Από κοινωνική-χωρική άποψη, η κρίση γίνεται αντιληπτή σε τρία αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα...

Η Αθήνα είναι μια πόλη σε ανθρωπιστική κρίση, σύμφωνα με τον ορισμό των Γιατρών του Κόσμου, που αναφέρεται σε μαζικές καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Από κοινωνική-χωρική άποψη, η κρίση γίνεται αντιληπτή σε τρία αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα: α) την κοινωνία της πόλης, β) τον δημόσιο και ιδιωτικό αστικό χώρο, γ) την επιτήρηση της πόλης και τη γενικευμένη καταστολή (από την κρατική εξουσία και τις εγκληματικές συμμορίες).

Η φτωχοποίηση της κοινωνίας γενικεύεται και διαρκεί. Η Αθήνα --ειδικότερα το Κέντρο-- συγκέντρωνε πάντα ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Άνεργοι, πένητες, άστεγοι, χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών, πρόσφυγες και μετανάστες αναζητούσαν στην πόλη κοινωνικές δομές, εργασία, αλληλεγγύη των διερχομένων, γενικότερα στήριξη για την επιβίωσή τους. Σήμερα η κατάσταση αυτή έχει διαχυθεί σε όλο το σώμα της πόλης, αφορώντας ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, που παλιότερα διέθεταν τα βασικά προς το ζην ή/και ευημερούσαν.

Η κρίση εκτόξευσε τον αριθμό των ανέργων και μείωσε τον ήδη χαμηλό βαθμό κάλυψής τους από επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας. Η επισφάλεια, η περιστασιακότητα και η ανυπαρξία εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζουν τις νέες μορφές εργασίας, ενώ οι συνέπειες των υφεσιακών μνημονιακών πολιτικών για τις πολύ μικρές, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι επίσης οδυνηρές.

Η φορολογική πολιτική, προκλητικά άδικη και καταχρηστική, με χαράτσια και άλλες μορφές φορολογίας, υφαρπάζει τα ελάχιστα εισοδήματα των λαϊκών τάξεων και οδηγεί σε μια ιδιότυπη δήμευση της μικρής ιδιοκτησίας. Χιλιάδες κάτοικοι στερούνται βασικά είδη διατροφής και χιλιάδες σπίτια ζουν στο σκοτάδι, ακόμα και χωρίς νερό, επειδή αδυνατούν να πληρώσουν. Η άρση προστασίας της πρώτης κατοικίας που σχετίζεται σε πολλές περιπτώσεις με τα «κόκκινα δάνεια» και τα μη εξυπηρετούμενα ενυπόθηκα δάνεια μικρών επιχειρήσεων (με υποθήκη την πρώτη κατοικία), θα πολλαπλασιάσουν τους άστεγους και θα οδηγήσουν πολλά ακόμη μικρά καταστήματα στο κλείσιμο. Οι πολιτικές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου για την κτηματαγορά οδηγούν σε υφαρπαγή από νέα επενδυτικά κεφάλαια λαϊκών ακινήτων μέσω των πλειστηριασμών και της κατάρρευσης των τιμών.

Η νέα φτώχεια διαλύει τις κοινωνικές σχέσεις και την κοινωνικότητα των ανθρώπων στην πόλη «Να είσαι φτωχός σημαίνει να είσαι μόνος», γράφει o Ζ. Μπάουμαν. «Το αίσθημα της ταπείνωσης πάντοτε διαβρώνει τον αυτοσεβασμό και την αυτοπεποίθηση των ταπεινωμένων, αλλά αυτό συμβαίνει πολύ πιο έντονα όταν η ταπείνωση βιώνεται ατομικά». Ο ίδιος αποδίδει με τον όρο «ανθρώπινα απόβλητα» τις ευρύτατες κοινωνικές ομάδες και άτομα που περιθωριοποιεί ο σύγχρονος καπιταλισμός. Τα κοινωνικά όρια μεταξύ των κανονικών και των περιττών ανθρώπων δεν είναι πια σαφή, και η ένταξη στους απόβλητους γίνεται δυνητικά προοπτική για τον καθένα.

Οι νεόπτωχοι περιττοί κάτοικοι της Αθήνας χαρακτηρίζονται από τέσσερις ιδιότητες, σύμφωνα με τον Μ. Χαρντ και Α. Νέγκρι: του χρεωμένου (που διαβιεί ή διαβιοί; κάτω από το αβάστακτο βάρος των χρεών του), του μεσοποιημένου (που υφίσταται την ελεγχόμενη πληροφορία των ΜΜΕ), του ασφαλισμένου (που ταλανίζεται από τον φόβο και αποζητά την ασφάλεια) και του αντιπροσωπευόμενου (που έχει διαμορφώσει ως αποπολιτικοποιημένη μορφή η διαφθορά της σύγχρονης δημοκρατίας)

Υποβάθμιση/κατάρρευση του δημόσιου και ιδιωτικού αστικού χώρου. Πριν την κρίση, οι αλλαγές στον αστικό χώρο πραγματοποιήθηκαν με δημόσιες παρεμβάσεις, οι οποίες διαμόρφωσαν το έδαφος για να λειτουργήσουν οι νόμοι της αγοράς και να προωθηθούν ανακατανομές στις αξίες των ακινήτων, που προσπόρισαν κέρδη τόσο στους ιδιοκτήτες όσο και στις νέες επιχειρήσεις των προνομιούχων εμπορικά περιοχών. Οι ανακατατάξεις αυτές έλαβαν χώρα στο Ιστορικό Κέντρο και σε ορισμένες γειτνιάζουσες ιστορικές γειτονιές. Ταυτόχρονα, άλλες περιοχές της πόλης εγκαταλείπονται από τη δημόσια/δημοτική πολιτική και απαξιώνονται, παρακολουθώντας τη σταδιακή μεταβολή της κοινωνικής σύνθεσης των κατοίκων τους με την εγκατάσταση χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων, κυρίως μεταναστών.

Στο Ιστορικό Κέντρο και στις γειτονικές ιστορικές συνοικίες επιχειρήθηκε, μέσω δημόσιων παρεμβάσεων (ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, πεζοδρομήσεις, αποκαταστάσεις δημόσιων κτηρίων κ.λπ.), να αξιοποιηθεί το λανθάνον συμβολικό-πολιτισμικό κεφάλαιο και να διευκολυνθεί η λειτουργία των νόμων της αγοράς στην κατεύθυνση του «εξευγενισμού»: εισροή κεφαλαίων και επενδύσεις σε ακίνητα με χαμηλές τιμές, αλλαγές χρήσεων, άνοδος τιμών, αλλαγή στην κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού.

Η κρίση ανέτρεψε τα δεδομένα στο σύνολο της πόλης. Περιοχές που είχαν ακολουθήσει διαδικασίες «εξευγενισμού» και μονομερή ως προς τις χρήσεις προσανατολισμό επλήγησαν, και οι διαδικασίες ανακόπηκαν. Στο Ιστορικό Εμπορικό Τρίγωνο έκλεισαν πολλά καταστήματα, και όσα λειτουργούν απευθύνονται κυρίως σε χαμηλά εισοδήματα, ενώ σημειακά έχουν εγκατασταθεί χρήσεις αναψυχής. Η συνοικία του Ψυρρή βρίσκεται σε κατάσταση κατάρρευσης με θύλακες ακατοίκητων κτηρίων. Στις γειτνιάζουσες με το κέντρο ιστορικές γειτονιές ο «εξευγενισμός» ανακόπηκε, παρά τις «πολιτιστικές ενέσεις» (Remap), καθώς η νέα φτώχεια συνδέεται με ανθρώπινα ερείπια και παράνομες δραστηριότητες που παράγουν «μαύρο» χρήμα.

Η κρίση έπληξε σφοδρότερα τον δημόσιο και ιδιωτικό αστικό χώρο των λαϊκών τάξεων, κυρίως σε περιοχές όπως οι πλατείες Βάθη, Αγίου Παντελεήμονα, Αττικής, η Κυψέλη και τα Πατήσια που κατοικούνται κυρίως από χαμηλά εισοδήματα -- έλληνες και μετανάστες. Η υποβάθμιση των ιδιωτικών κτηρίων συμβαδίζει με την εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου. Λόγω των δραματικών περικοπών (60%) των πόρων της αυτοδιοίκησης και των μαζικών απολύσεων των εργαζομένων οι δημοτικές κοινωνικές δομές υποβαθμίστηκαν ή καταρρέουν (εκπαίδευση, πολιτισμός, αθλητισμός). Ο δημόσιος ανοιχτός χώρος δεν ανανεώνεται, αντίθετα ο υφιστάμενος υποφέρει χωρίς συντήρηση και καθαριότητα. Ανάλογα συμβαίνουν και στους βασικούς τομείς του κεντρικού κοινωνικού κράτους.

Η Ομόνοια και η γύρω περιοχή είναι ο εμβληματικός χώρος εμφάνισης της νέας φτώχειας στην καρδιά της Αθήνας: πλανόδιο μικρεμπόριο, στέκια, φτηνά ξενοδοχεία, υπόγεια μαγειρεία, πορνεία, παπατζήδες, μετανάστες όλου του κόσμου. Η Ομόνοια μεταπολεμικά ήταν, όπως γράφει ο Γιώργος Ιωάννου, «η πλατεία όλων των χωριών και όλων των πόλεων της χώρας. Όταν συχνάζεις εδώ συχνάζεις παντού»· σήμερα είναι η πλατεία όλων των χωριών του κόσμου. Αυτή την Ομόνοια και τη σύγχρονη αστική συνθήκη με τις κοινωνικές της συνδηλώσεις εξέφρασε με εξαιρετικό τρόπο η 3η Μπιενάλε της Αθήνας, «Μονόδρομος», το 2011, στο κτήριο της Διπλαρείου Σχολής Τεχνών στην πλατεία Θεάτρου. Μια έκθεση για το παρελθόν το οποίο συνθλίβει η θύελλα της προόδου, μέσα σ' ένα πραγματικό περιβάλλον που συντρίβει η θύελλα της κρίσης.

Φόβος, ασφάλεια, επιτήρηση, καταστολή. Το σύγχρονο κράτος, έχοντας αναιρέσει την προηγούμενη προγραμματική του δέσμευση να πατάξει την υπαρξιακή αβεβαιότητα και ανασφάλεια που παράγει η αγορά, εστιάζεται στην προσωπική ασφάλεια, καλλιεργώντας μεγάλους φόβους. Ο φόβος φωλιάζει στο υπαρξιακό και κοινωνικό κενό που πολλαπλασιάζει ο εγκλεισμός στον ιδιωτικό χώρο, η αποξένωση από τους συγκατοίκους, τους γείτονες, τους συμπολίτες. Στην Αθήνα, πόλη κατεξοχήν ανοιχτή, φιλόξενη, ζωντανή μέσα από κοινωνικές δράσεις, πρωτοβουλίες και κινήματα γειτονιάς, ο φόβος καλλιεργήθηκε με σχετικές σταυροφορίες των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, επικράτησε στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, αποδόθηκε στη μικροπαραβατικότητα των ξένων και των φτωχών, απέκτησε μεταφυσικές διαστάσεις, οδηγώντας σε θεμιτά και αθέμιτα μέσα ασφάλειας και σωτηρίας. Όπως σημειώνει και πάλι ο Μπάουμαν «Η προφύλαξη και η ασφάλεια δεν είναι ποτέ αρκετή. Άπαξ και αρχίσεις να χαράσσεις και να ενισχύεις τα όρια, δεν υπάρχει σταματημός. Ο βασικός κερδισμένος είναι ο φόβος μας».

Τα όρια και ο διαχωρισμός της πόλης σε επικίνδυνες και ασφαλείς περιοχές μπορούν να οδηγήσουν σε ακραίες καταστάσεις επιτήρησης -- η περιγραφή του Μάικ Ντέιβις για το Λος Άντζελες είναι εφιαλτική. Στην Αθήνα χαρακτηρίστηκαν ως επικίνδυνες/αδιάβατες νησίδες αρχικά ορισμένες περιοχές του κέντρου και του Αγίου Παντελεήμονα. Πράγματι, στο 5ο και το 6ο δημοτικό διαμέρισμα και σε τμήματα του 1ου συγκεντρώνεται σε μεγάλα ποσοστά ο κόσμος των πολύ φτωχών, των μεταναστών, των ναρκωτικών και της πορνείας. Η φτώχεια όμως και η μικροπαραβατικότητα αποτελούν αντικείμενα κοινωνικής πολιτικής, με στόχο τη διάλυση των μαφιών του μαύρου χρήματος και την αρωγή των απόκληρων, όχι διόδους διάχυσης του φόβου στο κοινωνικό σώμα, επιβολής γενικευμένης επιτήρησης και σκληρής καταστολής ευρύτατων κοινωνικών ομάδων. Σήμερα, μετά την έναρξη των διαδικασιών εξάρθρωσης της Χρυσής Αυγής, τα θέματα της παραβατικότητας, της υποβάθμισης και της ασφάλειας τίθενται με καλύτερους όρους. Δεν ξεχνάμε όμως ότι η Αθήνα, από την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων με τις κάμερες και τα ζέπελιν μέχρι σήμερα, είναι μια πόλη που επιτηρείται πανταχού από αστυνομικές δυνάμεις, διαταράσσεται από μαζικές επιχειρήσεις «σκούπα» εναντίον μεταναστών, συνεχείς προσαγωγές υπόπτων, κυρίως νέων, επιθέσεις των ΜΑΤ με δακρυγόνα και των ομάδων ΔΙΑΣ και ΔΕΛΤΑ με επικίνδυνες μηχανές. Η επιτήρηση επεκτείνεται, η καταστολή γενικεύεται, ενώ η πόλη έχει αρκετές φορές μεταβληθεί σε πεδίο μαχών.

Ενδιάθετες κοινωνικές και χωρικές εφεδρείες για την ανάδυση της εναλλακτικής πόλης. Το μεγάλο πλεονέκτημα της Αθήνας είναι μια σχετική ομοιογένεια, μια ενύπαρκτη στον χώρο δυνατότητα διαπερατών ορίων ανάμεσα στις διαφορετικές από πλευράς κοινωνικής σύνθεσης περιοχές. Βεβαίως, υπάρχουν αποκλεισμένα σημεία των πολύ φτωχών: οι κατοικίες των Ρομά, οι υπαίθριοι θύλακες εξαθλίωσης των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών, απαξιωμένα τμήματα λαϊκών συνοικιών, εστίες βάρβαρης εκμετάλλευσης και εγκλεισμού μεταναστών, διάσπαρτη φτώχεια μέσα σε χιλιάδες σπίτια, επίσης κατοικίες, καταστήματα και παραγωγικοί χώροι που λιμνάζουν και απαξιώνονται από την αχρηστία. Ο δημόσιος ανοιχτός χώρος, ιστορικά ανεπαρκής, πρόχειρα διαμορφωμένος, κατακερματισμένος και ασυντήρητος, αν και πάντα κατοικημένος, μπορεί να επαναλειτουργήσει και να ενοποιήσει τον ιδιωτικό χώρο μέσα από σημειακές ή ευρύτερες αναπλάσεις. Στεγάζοντας κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές πρακτικές, αποτελεί εν δυνάμει τόπο διευρυμένης συνύπαρξης και φορέα του «εμείς» που υποστασιοποιεί την έννοια της πόλης.

Οι κοινωνικές υποδομές της Αθήνας υπολείπονταν ήδη πριν την κρίση σε επάρκεια και ποιότητα: σχολικά κτήρια, δημόσια νοσοκομεία, δομές για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, χώροι πολιτισμού και αθλητισμού -- εν ολίγοις τα «κοινά», έννοια που παραπέμπει στη διαχείριση/αυτοδιαχείριση και προϋποθέτει τη δημόσια κοινωνική ιδιοκτησία. Τα ιδιωτικά (και δημόσια) ακίνητα καλύπτουν ποσοτικά τις ανάγκες σε πρώτη κατοικία και σε μεγάλο βαθμό σε δεύτερη, ενώ μπορούν να στεγάσουν τυπολογικά όλα τα είδη παραγωγικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Χρειάζονται όμως ενεργειακή αναβάθμιση, επισκευή και ανάπλαση και, αν μιλάμε για τα νεώτερα μνημεία, αποκατάσταση-επανάχρηση.

Τα παραπάνω περιγράφουν συνοπτικά το περιεχόμενο μιας σύγχρονης σχεδιαστικής και οικοδομικής δραστηριότητας που, από κοινού με τις αποκαταστάσεις του τραυματισμένου φυσικού περιβάλλοντος και των τοπίων, θα αποτελέσουν βάση μιας εναλλακτικής στρατηγικής για την πόλη και την περιβάλλουσα φύση.

Είπαμε για τον κοινωνικό κατακερματισμό που επιβάλλουν οι σημερινές συνθήκες φτώχειας, φόβου, ανασφάλειας και καταστολής. Αλλά η κοινωνία είναι αντιφατική και εκπλήσσουσα. Μέσα της γεννήθηκαν και αναδύθηκαν στη δημόσια σφαίρα της συνομιλίας και του δρόμου δύο πρωτότυπες μαζικές μορφές κοινωνικότητας και ανανέωσης της πολιτικής των αποκάτω: το κίνημα των Αγανακτισμένων, που επανανοηματοδότησε το συλλογικό και διεύρυνε τις έννοιες του «αναπαραστατικού χώρου» (Λεφέβρ) και των «τακτικών» (Ντε Σερτώ), και το κίνημα Αλληλεγγύης που μετέτρεψε τη διαμαρτυρία σε ενεργητική δράση για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια. Εκατοντάδες «στέκια αλληλεγγύης» απαντούν στο θέμα της τροφής και των ειδών πρώτης ανάγκης, δεκάδες κοινωνικά ιατρεία-φαρμακεία καλύπτουν κενά στην υγεία, κοινωνικά φροντιστήρια και σχολεία ξένων γλωσσών στεγάζονται κυρίως σε δημόσια εκπαιδευτήρια, ενώ πολιτιστικές δράσεις διαχέονται στην πόλη, εμφανίζονται προγραμματισμένα ή αναπάντεχα σε κάθε γειτονιά. Μαζί με τις νέες μορφές του κοινωνικού, επανεμφανίζονται και ενεργοποιούνται συνδικάτα, επιτροπές γειτονιάς, πολιτιστικοί σύλλογοι, κινήματα για την πόλη και το περιβάλλον, αναπροσανατολίζοντας τη δράση τους σύμφωνα με τις ανάγκες που γεννά η κρίση. Για να αποδώσουν όμως όλες οι παραπάνω χωρικές και κοινωνικές εφεδρείες, για να κατευθυνθούν στη σύνθεση ενός κοινού σχεδίου κοινωνικής, παραγωγικής και χωρικής ανασυγκρότησης, μέσα από το οποίο θα αναδυθεί η εναλλακτική πόλη, είναι αναγκαία η ρήξη με την πολιτική μνημονιακή συνθήκη, η οποία διαρκώς επιδεινώνει τη φτώχεια, οδηγώντας στην κατάρρευση της πόλης, στην επιτήρηση και την καταστολή.

 

Ελένη Πορτάλιου διδάσκει στην Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ και είναι επικεφαλής της δημοτικής κίνησης «Ανοιχτή Πόλη». Το άρθρο βασίζεται σε εισήγηση στο συνέδριο του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας «Μεταβολές κι ανασημασιοδοτήσεις του χώρου στην Ελλάδα της κρίσης», Βόλος 1-3.11.2013.

Δείτε όλα τα σχόλια