Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένας άχρηστος αστικός θεσμός ή η αιχμή του δόρατος για την πολιτική καταστολής που υλοποιείται σήμερα;

Του Μάκη Σπαθή

 

- Όταν ουσιαστικά καταργείς τη φοιτητική συμμετοχή στα όργανα διοίκησης και την εκλογή των οργάνων, όταν υποκύπτεις στις διαθέσεις του νέου τύπου πανεπιστημιακού-μάνατζερ που διακατέχεται από αντιφοιτητικό μένος και ενδιαφέρεται μόνο για την επιβολή διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδές, όταν δεν θωρακίζεις την δημόσια παιδεία από την αδημονία των ιδιωτικών κολεγίων να δημιουργήσουν τη μεγάλη αγορά παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης, όταν ουσιαστικά δεν ακυρώνεις τους νόμους Διαμαντοπούλου - Αρβανιτόπουλου, επιτομή των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αφήνεις ανοικτό το δρόμο για τις πολιτικές που υλοποιεί η Κεραμέως.

 

Εάν παρομοιάζαμε την παιδεία και ειδικότερα το εκπαιδευτικό μας σύστημα με την απόπειρα οικοδόμησης μιας αψίδας κάτω από την οποία πρέπει κανείς να διαβεί για να εισέλθει στη δημόσια ζωή, αυτό που θα τοποθετούσαμε στην κορυφή της ώστε να αποτελεί μία στέρεη κατασκευή δεν είναι άλλο από την έννοια της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης. Δανειζόμενοι από τον βασικό εκπρόσωπο του γερμανικού ιδεαλισμού Καντ τη θέση του για την σχέση της ελευθερίας με την δομή του λόγου, θα λέγαμε ότι το πανεπιστημιακό άσυλο είναι η κλείδα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η έννοια της ελευθερίας προς την οποία οφείλει να προσανατολίζεται κάθε κοινωνία είναι πραγματικά ιδιόμορφη. Από τον 18ο αιώνα οι Ευρωπαίοι διανοητές ανέπτυξαν την παραπάνω έννοια της ελευθερίας απαντώντας στο Χομπς που πίστευε ότι οι πολίτες πρέπει να παραιτηθούν από όλα τα δικαιώματά τους παραχωρώντας τα στον κυρίαρχο μονάρχη/κυβέρνηση με αντάλλαγμα την ασφάλεια που μόνο αυτός/αυτή μπορεί να παρέχει για την επιβίωσή τους. Στο κοινωνικό συμβόλαιο ο Ρουσσώ απαντά ότι κάτι τέτοιο είναι παράλογο διότι κανένα ον δεν μπορεί να παραιτηθεί από την ίδια του την ουσία. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να απεμπολήσουν κανένα δικαίωμα ελευθερίας προς όφελος της Κυβέρνησης, αντιθέτως η φιλοσοφία του Κράτους πρέπει να συγκροτηθεί με την αντίστροφη φορά. Τούτο σημαίνει ότι το πολιτικό σώμα του Κράτους δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας, και όχι το προϊόν της απεμπόλησής της. Συνεχίζοντας στην ίδια κατεύθυνση, οι διανοητές του 19ου αιώνα διατυπώνουν με σαφήνεια την άποψη ότι αρχή της παιδείας και κάθε εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης πρέπει να είναι μια πράξη σύμφωνη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η παιδεία διαμεσολαβεί μεταξύ της ιδιωτικής ζωής και του κόσμου που είναι κοινός για όλους. Ο κόσμος, για τον οποίο πρέπει να εκπαιδευτεί ο νέος, δεν είναι ιδιωτικός αλλά η res publica, η πόλις. Αν πράγματι πιστεύουμε ότι οι νέοι είναι μια κοινωνική πρωτοπορία, πρέπει να τους αποδεχόμαστε ως επαναστάτες που συνενώνονται για να δομήσουν νέα σκέψη για το πώς οφείλει να είναι ο κόσμος σύμφωνα με τη γνώση τους, ώστε να επιφέρουν μία ρωγμή στην υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πανεπιστημιακό άσυλο στο δυτικό κόσμο έπαιρνε πάντα συγκεκριμένες μορφές που καθορίζονταν από τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, δηλαδή την κοινωνική δυναμική, στην οποία η νέα γενιά πρωτοστατούσε με εξεγερσιακό τρόπο. Στην χώρα μας ειδικά, οι μορφές και το περιεχόμενό της καθορίστηκαν από τα γεγονότα που ακολούθησαν την επτάχρονη δικτατορία. Σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια κατοχύρωσης του ασύλου, με το Νόμο Πλαίσιο του 1982, και σχεδόν 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το άσυλο εξακολουθεί να απασχολεί την ελληνική κοινωνία, την κεντρική πολιτική σκηνή και το σύνολο των εντός και εκτός Βουλής πολιτικών υποκειμένων. Στο διάστημα αυτό, με αφορμή πάντοτε γεγονότα που διαδραματίζονται με επίκεντρο τους πανεπιστημιακούς χώρους, πολλά έχουν λεχθεί, με τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις να προσπαθούν, την τελευταία δεκαετία ιδιαίτερα, να επιτύχουν την οριστική κατάργηση του θεσμού του ασύλου.

Ποια όμως είναι τα πολιτικά επίδικα που καθορίζουν τη στάση των αστικών κομμάτων εξουσίας, συνεπικουρούμενων πάντα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, με προεξάρχοντα αυτό των ΜΜΕ; Για να απαντηθεί το ερώτημα, είναι αναγκαία μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία του ασύλου, από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, και βέβαια στο ρόλο και τη στάση του κόσμου της Αριστεράς και των πολιτικών της εκπροσώπων στις κρίσιμες στιγμές όπου δοκιμαζόταν η λειτουργία του θεσμού και η κοινωνική αποδοχή του.

Τη δεκαετία του ’70 και μέχρι τα μέσα του ’80 τα πανεπιστήμια, με επίκεντρο πάντα το Πολυτεχνείο, τη Νομική και το Χημείο, γίνονταν χώροι ανάπτυξης κοινωνικών αντιστάσεων και διεκδικήσεων, με αιχμή του δόρατος το φοιτητικό κίνημα. Την περίοδο αυτή το πανεπιστημιακό άσυλο συνδέθηκε με σημαντικές ανατροπές και κατακτήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης. Ο εκδημοκρατισμός, η διεύρυνση και η συμμετοχή στη διοίκηση και λειτουργία των πανεπιστημίων, παράλληλα με τη μεγάλη αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού, των νέων γνωστικών αντικειμένων, και την πανελλαδική ανάπτυξη πολλών ΑΕΙ-ΤΕΙ, εγγράφονταν ως θετικά, ενισχύοντας την αποδοχή του θεσμού από την ελληνική κοινωνία. Κανείς τότε δεν τολμούσε να αμφισβητήσει το άσυλο, με τον Ανδρέα Παπανδρέου συχνά να αναφέρεται σε αυτό ως μια από τις σημαντικότερες θεσμικές αλλαγές που υλοποίησε το ΠΑΣΟΚ.

Από το τέλος της δεκαετίας του ’80 και μετά, σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις συντελούνται στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο. Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα γίνεται κυρίαρχη πολιτική στη Δύση, η κατάρρευση των σοσιαλιστικών χωρών ολοκληρώνεται, η Αριστερά οδηγείται συνολικά σε παρατεταμένη κρίση, ενώ και οι πολιτικές των αστικών κομμάτων στην Ελλάδα μετασχηματίζονται. Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται κοινωνικά φαινόμενα πρωτόγνωρα για την ελληνική κοινωνία, όπως η μαζική εισδοχή οικονομικών μεταναστών, αντίστοιχη με το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα σήμερα, η περιθωριοποίηση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, και η εμφάνιση νέων πολιτικών υποκειμένων που διεκδικούν να καλύψουν το κενό της Αριστεράς, ιδιαίτερα στο χώρο της νέας γενιάς. Τα φαινόμενα αυτά δεν ήταν άμοιρα των μορφών και του περιεχόμενου που αποκτούσε το άσυλο. Μαζί με το φοιτητικό κίνημα, μορφές αντίστασης με το χαρακτήρα καταλήψεων επεκτείνονται και στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Την πρωτοβουλία όμως αρκετών καταλήψεων πανεπιστημιακών χώρων και συγκρούσεων με την κρατική καταστολή αναλαμβάνουν συλλογικότητες και κοινωνικές ομάδες που εντάσσονται στον ευρύτερο αντι-εξουσιαστικό χώρο. Η απαρίθμηση των καταλήψεων της περιόδου αυτής είναι περιττή, οι μορφές τους όμως είναι καθοριστικές για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα γύρω από το άσυλο.

Εξαιτίας αυτών ενισχύθηκαν τα επιχειρήματα όλων εκείνων που πάντα πίστευαν στον επικίνδυνο ρόλο του πανεπιστημιακού ασύλου και αναζητούσαν τις κατάλληλες ευκαιρίες για την οριστική κατάργησή του. Αυτή, λοιπόν, ήταν η προσφορότερη στιγμή για να ανατραπεί η νοηματοδότησή του. Τα πανεπιστήμια από χώροι ελεύθερης διακίνησης ιδεών μετατρέπονται σε εστίες «ανομίας και ακαταδίωκτης παραβατικότητας» για τον κυρίαρχό λόγο της ΝΔ, που βρίσκει όμως απήχηση στην μέση κοινωνική συνείδηση. Οι ευθύνες των κομμάτων της Αριστεράς και των εκπροσώπων της στον πανεπιστημιακό και φοιτητικό χώρο δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποσιωποιηθούν. Οι γενικόλογες αναφορές για τη διατήρηση του θεσμού, μόνο όταν πρόκειται να καταγράψουν την πολιτική τους αντίθεση με τις εκάστοτε κυβερνητικές παρεμβάσεις κατάργησης του, δεν επαρκούν. Εάν υποβαθμίζεις το ρόλο σου και σιωπάς απέναντι στον ολοκληρωτισμό των μικρών ομάδων, στη διαστρέβλωση του θεσμού και στα εκφυλιστικά φαινόμενα που κατά καιρούς εμφανίζονται στους πανεπιστημιακούς χώρους, μετατρέπεσαι σε συνεργό της αρνητικής νοηματοδότησης με την οποία διαμορφώνεται η κοινωνική συνείδηση.

Η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυρισθεί ότι έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη, διότι κατά τη διακυβέρνησή της υποτίμησε τη διεύρυνση της δημοκρατίας μέσα στα πανεπιστήμια και τον κομβικό ρόλο του ασύλου στις μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις της, ειδικά την τελευταία περίοδο. Όταν ουσιαστικά καταργείς τη φοιτητική συμμετοχή στα όργανα διοίκησης και την εκλογή των οργάνων, όταν υποκύπτεις στις διαθέσεις του νέου τύπου πανεπιστημιακού-μάνατζερ που διακατέχεται από αντιφοιτητικό μένος και ενδιαφέρεται μόνο για την επιβολή διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδές, όταν δεν θωρακίζεις την δημόσια παιδεία από την αδημονία των ιδιωτικών κολεγίων να δημιουργήσουν τη μεγάλη αγορά παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης, όταν ουσιαστικά δεν ακυρώνεις τους νόμους Διαμαντοπούλου - Αρβανιτόπουλου, επιτομή των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αφήνεις ανοικτό το δρόμο για τις πολιτικές που υλοποιεί η Κεραμέως.

Σήμερα, με την παρατεταμένη οικονομική κρίση εξαιτίας των μνημονίων, τις αναδιατάξεις των κοινωνικών συμμαχιών, το προσφυγικό ζήτημα, και τις αντιστάσεις που κυοφορούνται, το άσυλο αναδεικνύεται ως η αιχμή του δόρατος για την άσκηση κατασταλτικής πολιτικής του αστισμού. Επομένως, δεν αποτελεί απλή σύμπτωση το ότι ο πρώτος νομός που ψήφισε η κυβέρνηση της Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. ήταν η κατάργηση του ασύλου. Το κατά τον Badiou πιστό υποκείμενο, χέρι-χέρι με το σκοτεινό υποκείμενο, υποχρεούται να κλείσει μια για πάντα τους λογαριασμούς του με το άσυλο. Οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις του αστισμού είχαν την κοινωνική συγκατάθεση, ενεργοποιώντας τον κοινωνικό αυτοματισμό, να καταργήσουν το άσυλο με νόμο. Αυτό όμως θα κριθεί στην υλοποίησή του. Η Αριστερά που δεν υποκύπτει για χάρη της κοινοβουλευτικής υπευθυνότητας στην πίεση και την τρομοκρατία της αστικής ηγεμονίας οφείλει να το διατηρήσει, αναβαθμίζοντάς το μέσα από την ενεργοποίηση της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Κατάντια για μια παραγραφή

Η κωμωδία που ανεβάζουν στην Προανακριτική η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. συνεχίστηκε και χθες. Το υπόμνημα που είχε καταθέσει ο εισαγγελέας Αγγελής από τις 6 Δεκεμβρίου διέρρευσε σε ιστοσελίδες πριν δοθεί στα ίδια τα μέλη της Επιτροπής. Και η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων έδωσε και πήρε.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο