Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κώστας Δουζίνας: Η ψήφος των αποδήμων είναι ζήτημα δημοκρατίας

Η κλασική δημοκρατία είναι συμμετοχική και διαβουλευτική. Οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά στα κοινά. Τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα συμπληρώνουν τα ατομικά και η άμεση μορφή δημοκρατίας δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να παίρνουν αποφάσεις για τη ζωή τους. Ο πολίτης έχει συνείδηση του εαυτού του ως μέλους μιας ζωντανής αυτοδιοικούμενης κοινότητας με κοινή δημοκρατική κουλτούρα, η οποία συνεπάγεται υποχρεώσεις, ευθύνες και δικαιώματα

Του Κώστα Δουζίνα*

Στα σαράντα χρόνια που έζησα στο Λονδίνο δεν έχασα εκλογές στην Ελλάδα. Ερχόμουνα κάθε φορά, πήγαινα στις τελευταίες προεκλογικές συγκεντρώσεις και ψήφιζα στον Πειραιά. Παραπονιόμαστε μόνιμα οι απόδημοι γιατί δεν μπορούμε να ψηφίζουμε στον τόπο κατοικίας μας όπως οι Βρετανοί. Είναι ένα δίκαιο αίτημα. Τώρα ήρθε η ώρα. Γιατί υπάρχουν διαφωνίες με το σχέδιο της κυβέρνησης;

Μετά τη μεταπολίτευση έγιναν πέντε αποτυχημένες πρωτοβουλίες για ψήφιση νόμου που θα έδινε το δικαίωμα ψήφου στους αποδήμους, η πιο πρόσφατη το 2009 από τον υπουργό Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλο. Ο κύριος λόγος της αποτυχίας ήταν ο φόβος των κομμάτων του δικομματισμού ότι η ψήφος των αποδήμων θα επηρέαζε το αποτέλεσμα εναντίον τους.

Το 2007, σε προσφυγή δυο Ελλήνων κατοίκων Γαλλίας εναντίον της Ελλάδας στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για άρνηση του εκλογικού τους δικαιώματος, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είπε δημόσια ό,τι όλοι πίστευαν αλλά δεν αναγνώριζαν. Δεν υπάρχει δικαίωμα ψήφου γιατί διαμένουν στο εξωτερικό περίπου 3.700.000 ομογενείς, 1.850.000 στις ΗΠΑ και 558.000 στην Αυστραλία.

Μία de facto αύξηση του εκλογικού σώματος με δικαίωμα ψήφου όλων τρομοκρατούσε τα κόμματα και δεν μπορούσε να δημιουργήσει την απαραίτητη ευρύτερη συναίνεση. Δεν ξέρω πώς βγήκαν αυτοί οι αριθμοί πριν από την κρίση που κατά την ΕΛ.ΣΤΑΤ. οδήγησε σε μετανάστευση άλλους 600.000.

Είναι επομένως αναληθής η πρόσφατη κυβερνητική δήλωση ότι μόνο 300.000 απόδημοι θα ψηφίσουν και δεν θα αλλοιωθεί το αποτέλεσμα. Αλλά διαφωνεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί φοβάται ότι η Αστόρια και η Μελβούρνη θα ψηφίζουν τη Δεξιά και θα αποτρέπουν "θεσμικά" μελλοντική νίκη; Μόνο εν μέρει υιοθετεί η Αριστερά τους φόβους του παλιού δικομματισμού. Η δική μας λογική αντίθετα είναι ιδεολογική και θεσμική, αλλάζουμε τις μικροπολιτικές λογικές.

Πολιτειότητα και δημοκρατία

Οι δύο άξονες πολίτης / ιθαγενής και δημοκρατική συμμετοχή / πολιτική εκπροσώπηση καθορίζουν τις αρχές και αξίες που διέπουν το δικαίωμα ψήφου των αποδήμων. Το δικαίωμα είναι ένα μόνο από τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις του πολίτη ως μέλους του λαού σε μια πολιτειακά συντεταγμένη κοινωνία. Πολιτικές και νομικές αποφάσεις καθορίζουν σε κάθε κράτος ποιος είναι πολίτης.

Σε μας η ιδιότητα του πολίτη ονομάζεται ιθαγένεια ή υπηκοότητα. Ετυμολογικά ενδιαφέροντες, αλλά προβληματικοί όροι. Ο ιθαγενής είναι ο αυτόχθονας, κάποιος που γεννήθηκε εδώ (-ιθε) και/ή ανήκει στο γένος. Ονομάζουμε ιθαγενείς π.χ. τους αυτόχθονες της Αμερικής και της Αφρικής. Ο όρος δεν καλύπτει επομένως τους μη ομογενείς πολίτες. Ο υπήκοος, από την άλλη, είναι ο υπάκουος, κάποιος που ακούει και υπακούει τους ανωτέρους. Αλλά στη δημοκρατία ο πολίτης είναι αυτόνομος, δίνει τον νόμο στον εαυτό του, άμεσα τον ηθικό μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων τον δημόσιο.

Η “εθνικότητα” από την άλλη πλευρά αναφέρεται στο έθνος, τη φυλετική καταγωγή, το άτομο ως μέλος ενός γένους με όλα τα προβλήματα ορισμού του “έθνους”. Αυτές οι επιφανειακά λεξικολογικές αλλά βαθιά ιδεολογικές διαφοροποιήσεις κυριάρχησαν στη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο νομικός όρος “ιθαγένεια” που χρησιμοποιεί αναφέρεται στην πολιτική σχέση με το κράτος και προφανώς δεν αναγνωρίζει μακεδονικό έθνος, μια που το ένα τρίτο των πολιτών είναι εθνοτικά Αλβανοί. Τα εξηγήσαμε αυτά στον κ. Μητσοτάκη, που παρά τη γνώση της αγγλικής δεν καταλάβαινε. Τώρα τα άλλαξε.

Σήμερα αναδεικνύεται μια άλλη, εξίσου σημαντική διάσταση της ορολογίας. Ο δεσμός του πολίτη με το κράτος είναι πολιτικός, ανεξάρτητος της καταγωγής. Του ομογενούς εθνοτικός. Ο Αντετοκούνμπο είναι Έλληνας πολίτης, μέλος του ελληνικού λαού, αλλά όχι του έθνους. Ένας ομογενής στη Μελβούρνη χωρίς ελληνική ιθαγένεια είναι μέλος του έθνους, αλλά όχι του λαού.

Η αγγλική γλώσσα προτίμησε τον όρο citizenship γιατί στη διάρκεια της αποικιοκρατίας άνθρωποι από τις αποικίες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα στη μητρόπολη, αλλά ήταν Ινδοί ή Νιγηριανοί εθνοτικά. Στις ΗΠΑ οι πολίτες είναι μετανάστες από πολλές εθνότητες. Έτσι διαχωρίστηκε η εθνοτική καταγωγή από την ιδιότητα του πολίτη. Τώρα όλες οι κοινωνίες περνούν, με δυσκολίες βέβαια, στην πολυπολιτισμική εποχή. Η ιδιότητα του πολίτη διαχωρίζεται πλήρως από την εθνοτική καταγωγή και σταδιακά αναγνωρίζεται ως αποκλειστικά πολιτικός και νομικός δεσμός.

Η σύγχρονη σχολή των citizenship studies, μια από τις πιο σημαντικές στις κοινωνικές επιστήμες, βάζει στο κέντρο τις πολλαπλές ταυτότητες που συνυπάρχουν στους λαούς. Ο πολιτικός δεσμός, το citizenship, δημιουργείται με την ενεργή συμμετοχή στην κοινωνία και την πολιτική. Ο Έλληνας πολίτης είναι μέλος του λαού με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όσων από τη γέννηση στην Ελλάδα ή με δήλωσή τους θέλουν να είναι νομικά και πολιτικά Έλληνες.

Ο ορθότερος όρος λοιπόν για το καθεστώς του πολίτη είναι “πολιτειότητα”. Ο όρος αποτελεί μετάφραση του citizenship (λέγεται από τον Ελεφάντη), ένα οιονεί γλωσσικό αντιδάνειο, μια και το civitas δεν είναι παρά το λατινικό της πόλης. Μια μελλοντική μεταρρύθμιση πρέπει να μετονομάσει τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας σε Κώδικα Ελληνικής Πολιτειότητας.

Αν η βασική σχέση του πολίτη με το κράτος είναι πολιτικο-κοινωνική, ποια δικαιώματα και υποχρεώσεις συνιστούν τον πολιτικό δεσμό; Η φιλελεύθερη άποψη δίνει έμφαση στον ιδιωτικό χώρο, στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου. Η πολιτική του δραστηριότητα περιορίζεται στο δικαίωμα της ψήφου, που δεν είναι υποχρεωτικό. Ο ρόλος των βουλευτών είναι να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ψηφοφόρων τους.

Όπως έλεγε ο Γάλλος φιλελεύθερος Benjamin Constant, ο πολίτης επιθυμεί «την ασφάλεια στις ιδιωτικές του απολαύσεις», ενώ δουλειά της πολιτικής είναι να εγγυάται την “ήρεμη απόλαυση του πλούτου". Πρόκειται για μια ελαφρά” και ελαττωματική άποψη της πολιτικής -ατομική ιδιοκτησία, δικαιώματα και εκλογές.

Αυτή τη μορφή της δημοκρατίας-lite επέβαλε η “συμμαχία των προθύμων” στο Ιράκ με την εισβολή. Αυτή η δημοκρατία μπορεί να γίνει εύκολα “ανελεύθερη”, όπως πέτυχαν ο Όρμπαν, ο Ερντογάν ή ο Πούτιν. Η δημοκρατία αποπολιτικοποιείται, η ιδιότητα του πολίτη έχει μόνο τυπικό χαρακτήρα.

Αντίθετα η κλασική δημοκρατία, το κράτος του δήμου, είναι συμμετοχική και διαβουλευτική. Οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά στα κοινά: στα κόμματα, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, σε συλλόγους, σωματεία και ενώσεις, αλλά και σε άτυπες συλλογικότητες κοινωνικού, πολιτικού ή πολιτιστικού χαρακτήρα. Τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα συμπληρώνουν τα ατομικά και η άμεση μορφή δημοκρατίας δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να παίρνουν στα χέρια τους αποφάσεις για τη ζωή τους. Ο πολίτης έχει συνείδηση του εαυτού του ως μέλους μιας ζωντανής αυτοδιοικούμενης κοινότητας με κοινή δημοκρατική κουλτούρα, η οποία συνεπάγεται υποχρεώσεις, ευθύνες και δικαιώματα.

Κανονιστικά θεμέλια της ψήφου των αποδήμων

Οι δύο άξονες ιθαγενής / πολίτης και πολιτική εκπροσώπηση / δημοκρατική συμμετοχή αποτελούν τα εναλλακτικά αξιακά θεμέλια για το δικαίωμα ψήφου των αποδήμων. Στη μία άκρη, όσοι έχουν ελληνική καταγωγή ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή τη χρονική απόσταση από τον Έλληνα πρόγονο δικαιούνται να γίνουν πολίτες. Ο νόμος επιτρέπει την απόκτηση ιθαγένειας σε όποιον αποδεικνύει ακόμη και μακρινή γενεαλογική σχέση με το έθνος. Οι απανταχού της Γης ομογενείς είναι εν δυνάμει Έλληνες πολίτες.

Πρόκειται για μια μεταφυσική ιστορικότητα και την ωφελιμιστική πλευρά της: η ύπαρξη και συνέχεια του έθνους εκφράζεται από τον δεσμό του αίματος που δεν χαλαρώνει ποτέ. Επιπλέον η απόδοση ιθαγένειας ενισχύει την επιβίωση του έθνους σε καιρούς χαλεπούς οικονομικά και δημογραφικά. Τα πολιτικά δικαιώματα υποβιβάζονται έτσι από βασικό τρόπο οργάνωσης της συλλογικότητας σε ρόλο υποστήριξης μιας συντηρητικής άποψης της εθνικής συνείδησης. Η καθολική ψήφος των απανταχού οιονεί Ελλήνων αποτελεί εκδοχή της μεταπολιτικής, μια ακόμη ψηφίδα στην αποπολιτικοποίηση της δημοκρατίας.

Αν περάσουμε από τη μεταφυσική στην πολιτική, πρέπει να εξετάσουμε τους λόγους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής στις εκλογές. Στη μία άκρη το Ισραήλ και η Ιρλανδία, δύο κράτη με μεγάλη διασπορά όπως και η Ελλάδα, δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα. Έτσι αποφεύγεται η αλλοίωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας από τον μεγάλο αλλά άγνωστο αριθμό ομογενών, αλλά δίνεται και η κανονιστικά συνεπής απάντηση. Η πολιτειότητα απαιτεί ενεργή συμμετοχή στη ζωή της χώρας.

Το κρίσιμο ερώτημα επομένως είναι η συμμετοχή στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτό είναι το βασικό μέλημα των επιτροπών πολιτογράφησης μεταναστών σε όλη την Ευρώπη πριν αποδώσουν την ιθαγένεια. Οι ομογενείς δεν έχουν τέτοια συμμετοχή.

Εφόσον αναγνωρίζεται κάποιας μορφής συμμετοχή, το ερώτημα και οι αντιρρήσεις αλλάζουν. Οι ομογενείς δεν ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της χώρας, δεν ασχολούνται με την πολιτική της, δεν υφίστανται άμεσα τις συνέπειες της ψήφου τους.

Μια μαζική συμμετοχή τους στις εκλογές θα μπορούσε να ανατρέψει τη θέληση των κατοίκων που θα υποστούν τα αποτελέσματα της εκλογής. Συνεπώς το δικαίωμα ψήφου πρέπει να περιορίζεται σε όσους έχουν ζωτικό δεσμό με τη χώρα.

Αυτός εξασφαλίζεται από τυπικές, χρονικές και ποιοτικές προϋποθέσεις. Πρώτον, οι ομογενείς πρέπει να έχουν εγγραφεί σε εκλογικούς καταλόγους. Στην Ελλάδα όσοι έχουν ή πάρουν ιθαγένεια γράφονται αμέσως. Η ψηφοφορία εξ αποστάσεως μπορεί να γίνεται αυτοπροσώπως σε πρεσβείες, επιστολικά ή μέσω αντιπροσώπου. Τέλος κάποια κράτη προϋποθέτουν την προσωρινή μόνο απουσία του πολίτη από τη χώρα.

Το Ηνωμένο Βασίλειο απαιτεί τη διαμονή στη χώρα και εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους την τελευταία δεκαπενταετία. Για τη Γερμανία οι απόδημοι πρέπει να μην έχουν απουσιάσει για περισσότερο από 25 χρόνια και να έχουν διαμείνει στη Γερμανία για τρεις συνεχόμενους μήνες.

Άλλοι τρόποι διαπίστωσης του δεσμού αναφέρονται στην ύπαρξη οικονομικών σχέσεων με το κράτος. Εδώ ανήκει και η ύπαρξη ΑΦΜ. Γιατί όμως μια οικονομική σχέση με τις αρχές να δίνει το δικαίωμα ψήφου; Η ψήφος είναι ένα μέρος μόνο της πολιτειότητας, ο δεσμός πρέπει να είναι πολιτικός. Η προσθήκη του ΑΦΜ εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος από την περιουσιακή κατάσταση επιστρέφοντας στον 19ο αιώνα, όταν μόνο οι ιδιοκτήτες περιουσίας είχαν το δικαίωμα ψήφου.

Τέλος έχουμε τις περιπτώσεις της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες προβλέπουν το δικαίωμα εκπροσώπησης των εκτός επικρατείας είτε μέσω προκαθορισμένου αριθμού βουλευτών που εκλέγονται από τους αποδήμους η/και ειδικών εκλογικών περιφερειών (Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη κ.λπ.). Έτσι στη Γαλλία εκλέγονται 12 γερουσιαστές από τους ομογενείς, στην Ιταλία 12 βουλευτές και 4 γερουσιαστές, στην Πορτογαλία 4 βουλευτές και στην Ελλάδα 3 έως 12 βουλευτές Επικρατείας ανάλογα με τον αριθμό των ψηφοφόρων σύμφωνα με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, μια και δεν υπάρχει απογραφή.

Παρότι οι απόδημοι είναι μερικά μόνο πολιτικά ενεργοί στη χώρα, έχουν συμφέροντα, ανάγκες και γνώμη για τη πατρίδα. Επομένως συμμετέχουν σε διαφορετική από τους κατοίκους συλλογικότητα που αναγνωρίζει τη διαφορετικότητά τους. Οι εκπρόσωποί τους είναι βουλευτές με πλήρη δικαιώματα, αλλά και εκφραστές της απόδημης ιδιαιτερότητας. Στις ιταλικές εκλογές του 2006 οι τέσσερις γερουσιαστές από την Αυστραλία έδωσαν την πλειοψηφία στον Πρόντι.

Σε τι οδηγούν αυτές οι αρχές; Εφόσον αναγνωρίζεται η περιορισμένη πολιτική συμμετοχή των αποδήμων, η εκπροσώπηση με ειδικούς κανόνες είναι προτιμότερη από την εκλογή στις υπάρχουσες εκλογικές περιφέρειες. Πρέπει επομένως να εχουν εγγραφεί σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους Επικρατείας ή μεγάλων περιοχών από τους οποίους εκλέγονται πλήρεις βουλευτές.

Η δημοκρατία ως συμμετοχή επιβάλλει την αυτοπρόσωπη ψήφο ως μικρή αναγνώριση της ανάγκης φυσικής παρουσίας. Πρέπει οι ψήφοι τους να συνυπολογίζονται στο τελικό αποτέλεσμα; Η αξιακή θεμελίωση δεν δίνει σαφή απάντηση. Εφόσον αναγνωρίζεται ο περιορισμένος δεσμός τους με τον λαό, ο συνυπολογισμός αποκλείεται αν οδηγεί στη ριζική αλλαγή του εγχώριου αποτελέσματος.

Οι προϋποθέσεις της σχετικά μικρής απουσίας από τη χώρα (είκοσι χρόνια είναι ένα λογικό όριο) ή η μεγάλη παραμονή στην τελευταία τριακονταετία (π.χ. έξι μηνών) περιορίζουν τον κίνδυνο. Σ’ αυτές μπορούν να προστεθούν ως προϋποθέσεις και άλλες μορφές κοινωνικής και πολιτικής συμμετοχής στη ζωή της χώρας: η υπεράσπιση και προώθηση εθνικών υποθέσεων, όχι όμως η ιδιοκτησία άνευ ετέρου.

Η συζήτηση για την ψήφο των αποδήμων και ομογενών δείχνει τις ριζικά διαφορετικές ιδεολογικές απόψεις για την πολιτική. Ο παλιός δικομματισμός προωθεί τα μικροκομματικά του συμφέροντα. Για την Αριστερά οι περιορισμοί και οι προϋποθέσεις επιβάλλονται εν μέρει μόνο για να μετριάσουν τις πιθανές επιπτώσεις στις κομματικές επιδόσεις. Πρέπει να τους δικαιολογούν οι δικές μας πίστεις για την πολιτική και τον πολίτη. Όπως και σε όλη τη συνταγματική συζήτηση, το διακύβευμα είναι το μέλλον της Ελλάδας του 21ου αιώνα.

 

* Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ιδρύματος Νίκος Πουλαντζάς και πρώην βουλευτής

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ούτε τα προσχήματα

Σκοπός της Προανακριτικής είναι, υποτίθεται, να διερευνήσει αν υπήρξαν παρεμβάσεις του Παπαγγελόπουλου στη Δικαιοσύνη. Αλλά τρεις μέρες τον Φρουζή τον ρωτάγανε για τις σχέσεις του με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο