Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η κεντρώα πολιτική δεν θα νικήσει το δεξιό λαϊκισμό του Boris Johnson 1

Της Chantal Mouffe*

 

- Στη Βρετανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο τρόπος για να απαντήσουμε στην επίθεση του δεξιού λαϊκισμού είναι η κατασκευή ενός άλλου «λαού», μέσω της κατασκευής ενός σχεδίου που να μπορεί να συνδέσει διάφορα αιτήματα εναντίον του status quo. Ένα έργο στο οποίο τόσο αυτοί που θέλουν να αποχωρήσουν όσο και αυτοί που θέλουν να μείνουν θα μπορούσαν να αισθάνονται ότι έχουν φωνή και ότι οι ανησυχίες τους λαμβάνονται υπόψη. Ένα σημαίνον για ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να είναι ένα Πράσινο Νέο Συμβόλαιο (Green New Deal), το οποίο συναρθρώνει πολλαπλούς περιβαλλοντικούς και οικονομικούς αγώνες γύρω από το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

 

Στην απόφασή του να φέρει ένα Brexit «κάντο ή πέθανε» (do or die), ο Boris Johnson σχεδιάζει να ξεκινήσει μια προεκλογική καμπάνια που να τοποθετεί το «λαό» ενάντια στο «κοινοβούλιο». Υπόσχεται να φέρει την κυριαρχία πίσω, από τις πολιτικές ελίτ στο «λαό». Η ανακοίνωση αυτής της τακτικής έχει σημάνει συναγερμό ανάμεσα σε αυτούς που φοβούνται ότι η δημοκρατία θα απειληθεί από μια λαϊκιστική πολιτική πόλωσης ανάμεσα σε «εμάς» και αυτούς».

Αλλά ο φόβος του λαϊκισμού αποκαλύπτει κάτι προβληματικό σχετικά με το πώς πλέον κατανοούμε τη δημοκρατική πολιτική. Αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν σοκαριστικό σχετικά με τη στρατηγική του Johnson είναι ότι εμπεριέχει μια αντιπαράθεση μεταξύ «ημών και αυτών», λες και η δημοκρατική πολιτική θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση μεταξύ ασυμφιλίωτων πολιτικών σχεδίων.

Ήδη από το Θουκυδίδη και το Μακιαβέλι γνωρίζουμε ότι η πολιτική εμπεριέχει σύγκρουση και ανταγωνισμό και ότι έχει εξ ορισμού έναν κομματικό χαρακτήρα. Στην πολιτική, επομένως, έχουμε πάντα να κάνουμε με μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε ένα «εμείς» και ένα «αυτοί», το οποίο σημαίνει ότι πάντα είναι απαραίτητο να χαράσσουμε ένα πολιτικό σύνορο ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Έτσι είναι ακόμα στη δημοκρατία: Αντίθετα με ό,τι συχνά υποστηρίζεται, η δημοκρατική πολιτική δεν προσδιορίζεται από την απουσία ενός τέτοιου συνόρου. Στην πραγματικότητα, αυτό που χαρακτηρίζει μια φιλελεύθερη πλουραλιστική δημοκρατία είναι ο τρόπος που αυτή η διαχωριστική γραμμή χαράσσεται - ώστε «αυτοί» να μην γίνονται αντιληπτοί ως εχθροί που πρέπει να εξολοθρευθούν, αλλά ως αντίπαλοι εμπλεκόμενοι σε μια αντιπαράθεση μεταξύ ανταγωνιστικών αντιλήψεων για το κοινό καλό. Όταν μορφοποιείται με όρους αντίθεσης μεταξύ Αριστεράς - Δεξιάς, αντί για θρησκευτικούς ή εθνοτικούς όρους, αυτό το σύνορο είναι κρίσιμο για τη δημοκρατία, γιατί προσφέρει το απαραίτητο πλαίσιο για μια αντιπαράθεση μεταξύ δύο νομιμοποιημένων θέσεων.

Με την έλευση του Τρίτου Δρόμου τη δεκαετία του ’90, έγινε μόδα σε ορισμένους κύκλους να δηλώνουν ότι το αντιπαραθετικό μοντέλο πολιτικής ήταν παρωχημένο, και επομένως οι κατηγορίες «Αριστερά» και «Δεξιά» δεν χρειάζονταν πλέον. Αλλά ακόμα και οι πρωταθλητές της μεταπολιτικής συναίνεσης δεν μπορούν να αποφύγουν τη χάραξη ενός συνόρου μεταξύ των ίδιων και των αντιπάλων τους. Από τη στιγμή που θα αρνηθούν να το διαμορφώσουν με έναν αντιπαραθετικό τρόπο, δημιουργούν έναν ηθικό διαχωρισμό, που δεν επιτρέπει ένα πραγματικά αγωνιστικό ντιμπέιτ. Ο Tony Blair αντιπαρέθεσε τους εκσυγχρονιστές στους παραδοσιακούς. Για τον Emmanuel Macron ο διαχωρισμός είναι μεταξύ των προοδευτικών και των συντηρητικών.

Καθώς τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα προσηλυτίστηκαν στο νεοφιλελευθερισμό τη δεκαετία του 1990 και του 2000, αυτή η μη ανταγωνιστική αντίληψη της πολιτικής, η οποία θεωρήθηκε πρόοδος για τη δημοκρατία, έγινε κυρίαρχη στη Δυτική Ευρώπη. Τα κεντροαριστερά κόμματα πείστηκαν ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση στην ηγεμονία του οικονομικού καπιταλισμού και εφάρμοσαν τις πολιτικές που ευνοούσαν το χρηματιστικό κεφάλαιο, οι οποίες οδήγησαν σε μια εκθετική αύξηση της ανισότητας και στην εμφάνιση νέων μορφών υποτέλειας, όχι μόνο για τις εργατικές τάξεις, αλλά και για σημαντικά κομμάτια των μεσαίων τάξεων.

Από την οικονομική κρίση του 2008, ωστόσο, υπήρξε αυξανόμενη αντίσταση σε μια οικονομική διευθέτηση που δημιούργησε μια νέα τάξη ολιγαρχών και ένα αυξανόμενο πρεκαριάτο. Μετά από δεκαετίες «μεταπολιτικής», κατά τη διάρκεια των οποίων οι πολίτες στερήθηκαν τη φωνή τους για τον τρόπο που κυβερνώνταν - υπό το πρόσχημα ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση - τώρα διανύουμε μια λαϊκιστική περίοδο. Οι πολιτικές διαχωριστικές γραμμές, που υποτίθεται ότι είχαν εξαφανιστεί, τώρα αποκαθίστανται, στο όνομα της ανάκαμψης της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κατανοήσουμε την πρόσφατη επιτυχία των δεξιόστροφων λαϊκιστικών κομμάτων. Απορρίπτοντας την κεντρική συναίνεση και επαναχαράσσοντας ένα πολιτικό σύνορο μεταξύ του «λαού» και του «κατεστημένου», έχουν τροφοδοτήσει μια πρόκληση προς το status quo που επικοινωνεί με τα συναισθήματα πολλών διαφορετικών εκλογικών ακροατηρίων που έχουν επηρεαστεί αρνητικά από τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης μεταδημοκρατίας.

Στη Βρετανία, μεγάλο μέρος αυτής της αντίστασης πήρε μορφή μέσω της ψήφισης του Brexit, το 2016. Η μεγάλη επιτυχία της εκστρατείας υπέρ της αποχώρησης ήταν να συνδέσει τις διαμαρτυρίες πολλών διάσπαρτων ομάδων συναρθρώνοντας αιτήματα κατά της λιτότητας και του κατεστημένου με ένα εθνικιστικό άρωμα. Το σύνθημα «πάρτε πίσω τον έλεγχο» συνιστούσε ένα συσπειρωτικό κάλεσμα γι αυτές τις διαφορετικές απαιτήσεις. Κατηγορώντας την ΕΕ για την επιδείνωση των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Brexit έγινε ένα ηγεμονικό σημαίνον γύρω από το οποίο συγκεντρώθηκε ένας νέος «λαός», που χαρακτηρίστηκε «αποχωρούντες» (leavers). Αυτός είναι ο «λαός» που ο Τζόνσον φέρεται να αντιπροσωπεύει και του οποίου τη βούληση κατηγορεί το κοινοβούλιο ότι αγνοεί.

Πώς μπορούμε να απαντήσουμε σε μια τέτοια επίθεση; Δεν πρέπει να μπούμε στον πειρασμό να αντιπαρατεθούμε στο λαϊκισμό του Τζόνσον με την επιστροφή στην κεντρώα πολιτική. Αυτή ακριβώς η κεντρώα πολιτική είναι η αιτία της σημερινής δημοκρατικής κρίσης στη Δυτική Ευρώπη.

Ομοίως, δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε όλους τους οπαδούς του Brexit ως αξιοθρήνητους ή να τους απορρίπτουμε επειδή δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την πνευματική και ηθική υπεροχή του ευρωπαϊκού σχεδίου. Η εκστρατεία υπέρ της αποχώρησης επιτεύχθηκε εν μέρει επειδή στον πυρήνα τους αυτά τα αιτήματα είναι δημοκρατικά - γεγονός που αντανακλά μια ευρεία δυσαρέσκεια για τη μεταδημοκρατία.

Στη Βρετανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο τρόπος για να απαντήσουμε στην επίθεση του δεξιού λαϊκισμού είναι η κατασκευή ενός άλλου «λαού», μέσω της κατασκευής ενός σχεδίου που να μπορεί να συνδέσει διάφορα αιτήματα εναντίον του status quo. Ένα έργο στο οποίο τόσο αυτοί που θέλουν να αποχωρήσουν όσο και αυτοί που θέλουν να μείνουν θα μπορούσαν να αισθάνονται ότι έχουν φωνή και ότι οι ανησυχίες τους λαμβάνονται υπόψη. Ένα σημαίνον για ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να είναι ένα Πράσινο Νέο Συμβόλαιο (Green New Deal), το οποίο συναρθρώνει πολλαπλούς περιβαλλοντικούς και οικονομικούς αγώνες γύρω από το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

Βεβαίως, ένα τέτοιο «εμείς» δεν θα περιλαμβάνει ποτέ τους πάντες. Φυσικά, απαιτεί ένα «αυτοί», καθώς και τη χάραξη ενός πολιτικού συνόρου. Αλλά μπορούμε να έχουμε ένα σύνορο που να καθιστά τη δημοκρατία πιο ριζοσπαστική, η οποία να τοποθετεί το λαό ενάντια στην ολιγαρχία και τους πολλούς ενάντια στους λίγους.

 

* Καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Westminster

Μετάφραση: Δημήτρης Παπανικολόπουλος

 

1 Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στον Guardian, την 1η Οκτωβρίου 2019

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία

Ολόκληρη η χθεσινή ενημέρωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Στ. Πέτσα ήταν αφιερωμένη στο θέμα της ανομίας. Η κυβέρνηση παίζει το χαρτί της «μηδενικής ανοχής» και κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για ψυχική συνδρομή στους μπαχαλάκηδες.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο