Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μπάμπης: Μολυβοθήκες στη σκόνη...

Τη Δευτέρα που πέρασε, ο Μπάμπης, βιβλιοπώλης - χαρτοπώλης της Θεμιστοκλέους, καθόταν στο γραφείο του βουρκωμένος. Μετά από δεκαετίες, το μαγαζί του θα έμενε ανοικτό για...

Τη Δευτέρα που πέρασε, ο Μπάμπης, βιβλιοπώλης - χαρτοπώλης της Θεμιστοκλέους, καθόταν στο γραφείο του βουρκωμένος. Μετά από δεκαετίες, το μαγαζί του θα έμενε ανοικτό για τελευταία φορά, καθώς πια δεν "πήγαινε άλλο". Το ταμείο έβγαζε καιρό τώρα περισσότερα τα έξοδα από τις εισπράξεις.

Μετά από 70 χρόνια, για πρώτη φορά στο σημείο, δεν θα υπάρχει ζωή. Οι περαστικοί θα έχουν έναν λόγο λιγότερο να κοντοσταθούν και να ξεχαστούν με τα ξύλινα παιχνίδια, τα χρωματιστά αερόστατα, τα πορτοφολάκια σε σχέδιο κασέτα και τις τσάντες σε σχέδιο ραδιόφωνο.

Την αρχή είχε κάνει ο πατέρας του το '50, όταν άνοιξε το δικό του κατάστημα. Μεγαλώνοντας ο Μπάμπης πήρε αργότερα τη σκυτάλη και την πρωτοβουλία να φτιάξει βιβλιοπωλείο. Με τα δικά του μολύβια έχουν γράψει τις πρώτες τους λέξεις παιδιά απ’ όλες τις γενιές, καθώς απέναντι από το μαγαζί του βρίσκεται εδώ και 87 χρόνια το 35ο δημοτικό σχολείο. Πόσοι Εξαρχειώτες πέρασαν στο χαρτί σκέψεις τους με το μελάνι των δικών του στυλό, πάνω στα δικά του ημερολόγια.

Η εικόνα του βιβλιοπωλείου τη Δευτέρα, δεν είχε καμία σχέση με πριν. Το μαγαζί ήταν άδειο και στους τοίχους είχαν μείνει μόνο τα σημάδια από τα ράφια. Οι τζαμαρίες είχαν κολλημένα πάνω τους χαρτόνια για να μη φαίνεται μέσα ο χώρος, που παρέμενε πάντως περιποιημένος.

Τα ελάχιστα πράγματα που δεν πουλήθηκαν κοψοχρονιά, βρίσκονταν μαζεμένα δίπλα στον Μπάμπη και ο ίδιος καθόταν μια τελευταία φορά στο γραφείο του. Όλο τον υπόλοιπο καιρό σπάνια τον έβλεπες εκεί.

Συνήθως, έστεκε όρθιος στην είσοδο και σε υποδεχόταν με ευγένεια. Μιλούσε με τους δίπλα μαγαζάτορες και μαζί είχαν φτιάξει τη δική τους κοινότητα. Τους ένωνε ο κοινός αγώνας για την επιβίωση. Δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν, αλλά και τίποτα να χωρίσουν.

Αυτή η μικρή κοινότητα έχει αρχίσει να μικραίνει με τα χρόνια. Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που κατέβασε τα ρολά του το ψαράδικο. Κάποτε η μυρωδιά από θάλασσα συνδυαζόταν -με κάποιο τρόπο- ευχάριστα μ’ εκείνη του φρεσκοψημένου λουκουμά. Ο φούρνος αντέχει ακόμη.

Το μαγαζί πάλι με τα ηλεκτρονικά είδη ετοιμάζεται να βάλει κι αυτό λουκέτο κι έχει κρεμάσει ανακοίνωση στη βιτρίνα για το ξεπούλημα των προϊόντων του. Πολλά είναι ακόμη τα καταστήματα που δυσκολεύονται.

Στη θέση όσων κλείνουν ανοίγουν κυρίως φαγάδικα. Είναι τα μόνα που μπορούν να “πιάσουν” πλέον, λέει ο Μπάμπης, υπογραμμίζοντας ότι η περιοχή έχει αλλάξει φυσιογνωμία. Στην αγορά επίσης κυριαρχούν πια κατά κράτος οι αλυσίδες, οι οποίες “έχουν ρίξει τις τιμές πάρα πολύ” και "έχουν μεγάλο όγκο σε προϊόντα".

"Ήθελα να κρατήσω το μαγαζί για 2 - 3 χρόνια ακόμη, όμως δεν έβγαινε”, λέει με πίκρα και κοιτάζει μια ακόμη φορά προς τη Σόλωνος. Τώρα το κάθε βλέμμα μετράει. Ποτέ ξανά δεν θα είναι εκεί η καθημερινότητά του.

Χωρίς να έχει προλάβει να ολοκληρώσει τον μεγάλο του κύκλο όπως ήθελε, ο Μπάμπης θα πρέπει να δουλέψει λίγο ακόμα μέχρι να συμπληρώσει τα απαραίτητα ένσημα για τη σύνταξη. "Με φώναξαν από κάπου για 500 ευρώ και θα πάω". Κάθε ένα τους είναι πολύτιμο για την κόρη του, η οποία φέτος θα είναι στην Α' Λυκείου.

Το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου συμβολίζει το τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής που τα μαγαζάκια συμπλήρωναν το ένα το άλλο. Σε χρώματα, αισθήσεις και προϊόντα. Τουλάχιστον ο Μπάμπης δεν είχε ταμπέλα. Δεν θα χρειαστεί να ξεκρεμάσει μια πολύτιμη ανάμνηση, ούτε και να την αφήσει να ξεθωριάσει. Θα λείψει όμως η δική του παρουσία. Το πολύ στενό πεζοδρόμιο της Θεμιστοκλέους χωρούσε και με το παραπάνω την καλημέρα του.

 

Δείτε όλα τα σχόλια