Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

To τικ-τακ της κλιματικής αλλαγής καθορίζει και επιβάλλει το νέο ενεργειακό πρότυπο

Το «νέο ενεργειακό πρότυπο» περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και προσπαθεί να δώσει μια απάντηση στις αρνητικές επιπτώσεις της οικολογικής αντίθεσης.

Του Στάθη Λουκά

Ο κ. Χατζηδάκης διαμαρτύρεται κατά κάποιον τρόπο με τη δημιουργία fake news για την κατάσταση της ΔΕΗ. Είναι υπεύθυνη η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ γιατί η συμμετοχή της ΔΕΗ «στη αγορά των ΑΠΕ είναι μόνο 2,9%». Η υποκρισία δεν έχει όρια. Είχε σχεδόν μια δεκαετία (2004-2015) για να τις αυξήσει, «αλλά περί άλλων τύρβαζε).

Φαίνεται ότι η ξεφεύγουν από την προσοχή του δύο βασικά στοιχεία της ενεργειακής πραγματικότητας της χώρας. Πρώτον, ότι η υδροδυναμική ενέργεια δεν ανήκει στα ορυκτά, γι’ αυτό φαίνεται ήθελε να την πουλήσει μαζί με τους λιγνιτικούς.

Δεύτερον, ότι επιστημονική και πολιτική διερεύνηση της σχέσης μεταξύ ενέργειας και περιβάλλοντος έχει αρχίσει εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια. Ενώ υπάρχει από το 1996 η Οδηγία 96/92/ΕΚ για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και ακολούθησαν και άλλες σχετικά με το θέμα και την εισροή των ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας), για τους ηλεκτρονικούς μετρητές κ.ά. Μέχρι το 2015, που έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι μια σχεδόν εικοσαετία. Tο 2006, δε, που ισχύει το Πρωτόκολλο του Κιότο, όπου επίσημα μπαίνει σε αμφισβήτηση το κρατούν ενεργειακό πρότυπο, είναι σχεδόν μια δεκαετία που κατασκευάζονται λιγνιτικές μονάδες, δηλαδή αρχές του 21ού αιώνα, και η τελευταία με ευθύνη και του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν ενεργειακή απερισκεψία, όπως και το να θέλεις να τις πουλήσεις, σε καλή τιμή, μετά την COP21 του Παρισιού.

Μια τριακονταετία με διεθνείς εκθέσεις, Συνδιασκέψεις και συναντήσεις που έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να βάλουν «ψύλλους στα αυτιά» πολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησαν τη χώρα. Το αντίθετο, συνέχισαν την ίδια λογική και από τη μεριά της προσφοράς (λιγνιτικοί σταθμοί, τέλος 20oύ αιώνα και αρχές του 21ου) και από τη μεριά της ζήτησης (Ολυμπιακοί και Μετρό χωρίς παραγωγικότητα και εξοικονόμηση ενέργειας). Δεν είναι τυχαίο ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από ενέργεια, ανά μονάδα πρωτογενούς ενέργειας (μη ΑΠΕ) παραμένουν στα ίδια επίπεδα του 1990 μέχρι το 2010, ενώ στην Ε.Ε. των 28 παρατηρείται μείωση κατά 11,5%. Για την ίδια περίοδο, οι εκπομπές για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται κατά 19,4%, ενώ στην Ε.Ε. των 28 μειώνονται κατά 8,7%. Λαμβάνεται για τη σύγκριση η συγκεκριμένη περίοδος, γιατί μετά το 2010 έχουμε σημαντική μείωση λόγω μείωσης του ΑΕΠ.

Ενώ τα μηνύματα από ενεργειακή και περιβαλλοντική σκοπιά ήταν πρόδηλα, δεν έγινε τίποτε το ουσιαστικό για να ανοίξει ο δρόμος μεταρρυθμίσεων στη ΔΕΗ, ώστε να μπει ηγεμονικά στην υπό διαμόρφωση νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Ακριβώς τίποτε, ενώ είναι γνωστό ότι, σε επίπεδο Ε.Ε., στις επιμέρους χώρες και ενεργειακές ηλεκτρικές επιχειρήσεις είχαν αρχίσει με σάρκα και οστά οι μεταρρυθμιστικές διαδικασίες και οι ανιχνεύσεις του νέου ενεργειακού προτύπου εδώ και αρκετά χρόνια. Μια και οι μεγάλες αυτές επιχειρήσεις παρουσιάζουν, εκ των πραγμάτων, μεγάλη ροπή αδρανείας στη διαδικασία αλλαγής του ενεργειακού προτύπου. Ενώ στην ελληνική πραγματικότητα η ροπή αυτή ήταν -και είναι- πιο έντονη λόγω του κοινωνικού μπλοκ συντεχνιακο-πολιτικής συναλλαγής, που χαρακτηρίζει τον συνδικαλισμό του ενεργειακού -και όχι μόνο- τομέα. Αντίθετα, προσπάθησαν να ιδιωτικοποιήσουν το σύστημα μεταφοράς, αναγκαίο για τη διαχείριση της παραγωγής. Που είναι αναγκαία, αν θέλουμε η συμμετοχή των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση να ξεπερνάει το 32%, που σημαίνει ότι η παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπερβαίνει το 60%.

O ΣΥΡΙΖΑ γίνεται κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015. Χρονιά στην οποία (Δεκέμβριο) γίνεται η Συμφωνία των Παρισίων COP 21 και επισημοποιείται η αναγκαιότητα αλλαγής του ενεργειακού προτύπου, καθώς και «οδικός χάρτης» για την επιτυχία του σκοπού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έστω, μέσα από μια σειρά λαθών, αδυναμιών και αντιφάσεων που έχουν προσδιοριστεί, προσπάθησε να απαντήσει στις προκλήσεις της συμφωνίας του Παρισιού και στο τικ-τακ του ρυθμού της κλιματικής αλλαγής που καθορίζει τους όρους της ενεργειακής μετάβασης και επιβάλλει το νέο ενεργειακό πρότυπο και, κατά συνέπεια, το ηλεκτρικό. Προσπάθησε να δημιουργήσει τη ΔΕΗ του μέλλοντος, που θα ήταν ένας συνδυασμός της μεταρρυθμισμένης ΔΕΗ -ΔΕΔΔΗΕ, του ΑΔΜΗΕ, που θα δημιουργούσαν την υποδομή του “τογιοτικού” εργοστασίου παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας.

Το πέρασμα στο «νέο ενεργειακό πρότυπο» που βασίζεται, πέρα από την εξοικονόμηση και την αποδοτικότητα της ενέργειας και σε μια διαφορετική σχέση με τους καταναλωτές - παραγωγούς, στην εκμετάλλευση των διάχυτων στον χώρο ΑΠΕ, κατά κάποιον τρόπο μοιάζει αναλογικά με το πέρασμα από το “φορντικό” πρότυπο παραγωγής στο “τογιοτικό” ή «μεταφορντικό».

Στο «μεταφορντικό» πρότυπο, η συνάντηση του κεφαλαίου (με ισχυρή τη χρηματιστηριακή ένταση) με τη σύγχρονη τεχνολογία δημιουργεί ένα ισχυρό αμάλγαμα μέσω του οποίου από τη μια μεριά συγκεντροποιείται η εξουσία και η γνώση και από την άλλη αποκεντρώνονται «δικτυακά» οι παραγωγικές δομές, συντροφιά με την ιδεολογία του «ευλύγιστου» εργοστασίου, τις δικτυακές πλατφόρμες, την τμηματοποίηση και την προσωρινότητα της εργασίας. Επεκτείνεται, δε, αυτό το πρότυπο σε κάθε οικονομική και παραγωγική δραστηριότητα.

Με το «νέο ενεργειακό πρότυπο» θα περιορίζεται σταδιακά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα (βασικά, άνθρακα και πετρέλαιο, ενώ το φυσικό αέριο θα παίξει ρόλο μετάβασης). Αυτή η μείωση των ορυκτών καυσίμων θα συνοδεύεται από την αντίστοιχη αύξηση των ΑΠΕ. Θα έχουμε ένα σταδιακό πέρασμα από τη συγκεντροποιημένη από ορυκτά καύσιμα παραγωγή σε εκείνη από τις διάχυτες στον χώρο. Πέρασμα από τη “φορντική” παραγωγή στη διάχυτη στον χώρο δικτυακή - “τογιοτική” - παραγωγή, το δε “μεταφορντικό τογιοτικό” εργοστάσιο σύνθεσης -των επιμέρους συνιστωσών- είναι το σύστημα μεταφοράς και διανομής.

Από εδώ προκύπτει και η κεντρικότητα που αποκτά, πάρα πολύ περισσότερο σε σχέση με το παρωχημένο πρότυπο, το σύστημα μεταφοράς και διανομής, καθώς και η αναγκαιότητα δημοσίου ελέγχου και μεταρρύθμισης της αρχιτεκτονικής του.

Αντίθετα, το ενεργειακό «τογιοτικό» πρότυπο δίνει μια νέα προοπτική στην εργασία και στο «γενικό συνδικάτο». Όχι μόνο στο πλαίσιο των ενεργειακών επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλά συνολικά, μια και βάζει στο τραπέζι την αναγκαιότητα της σταδιακής μεταρρύθμισης του παραγωγικού συστήματος (ενέργεια, μεταφορές, οικοδομική βιομηχανία, βιομηχανία αυτοκινήτου και συντήρησής του κ.λπ.), μια και επί τάπητος μπαίνει η καλύτερη διαβίωση του ανθρώπου -και βασικά της πλειονότητας του ανθρώπινου γένους- στην επιφάνεια της «Αδελφής Γης». Διαφορετικά, η «Αδελφή Γη» θα βρει μια καινούργια ισορροπία, που θα είναι πιο δύσκολη για την επιβίωση της πλειονότητας του ανθρώπινου γένους.

Το «νέο ενεργειακό πρότυπο» περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και προσπαθεί να δώσει μια απάντηση στις αρνητικές επιπτώσεις της οικολογικής αντίθεσης, και από τη σκοπιά του ρόλου της εργασίας. Επομένως, θετικά πρέπει να αντιμετωπιστεί από μια ριζοσπαστική και μεταρρυθμιστική Αριστερά και από ένα συνδικαλιστικό κίνημα που επιδιώκει να γίνει γενικό συνδικάτο και όχι συντεχνιακό. Στο θέμα του ΑΔΜΗΕ ο ΣΥΡΙΖΑ άκουσε, έστω αδύναμα, τον ρυθμό του κλιματικού ρολογιού, όχι όμως για τη συνολική του ενεργειακή πολιτική· πράσινη ανάπτυξη, όμως, με τρύπες στον Πατραϊκό και Κατάκολο δεν γίνεται.

Το μεγάλο ερωτηματικό είναι γιατί, τις ημέρες που επιβεβαιώνεται κατά κάποιο τρόπο η προφητεία της Greta Thunberg, ο υπουργός Ενέργειας προβαίνει σε ανακοίνωση πρωτοβουλιών που είναι αντίθετες με τη δόμηση της Νέας ΔΕΗ που επιβάλλει ο ρυθμός της κλιματικής αλλαγής. Η απάντηση μπορεί, πέρα από τις απόκρυφες τραμπιστικές τάσεις, που έρχονται από το παρελθόν, να εντοπιστεί στον ρόλο που το σύστημα διανομής θα παίξει στην ανάπτυξη της διάχυτης στον χώρο παραγωγής.

Το δίκτυο συλλογής-διανομής, πρέπει: Πρώτον, να εκσυγχρονιστεί μέσω των «έξυπνων δικτύων» με την ψηφιοποίησή τους και την πρόσληψη νέου ανθρώπινου δυναμικού. Δεύτερον, να γίνει φορέας των λύσεων για τους πελάτες-παραγωγούς για την εξοικονόμηση ενέργειας και την καλυτέρευση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας με το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογίες. Από αυτό θα εξαρτηθούν οι διαδικασίες των υποδομών της ηλεκτρικής μετακίνησης και της ηλεκτρικής συσσώρευσης, αναγκαίων συνθηκών για την επίτευξη των στόχων του 2030. Προοπτικά μπαίνει το πρόβλημα μιας νέας ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς και της διάχυτης που συνδέεται με το σύστημα διανομής. Μπορεί να διανοηθεί κανείς τις «δουλειές» που ανοίγονται σε διάφορα επίπεδα για μια κεντροδεξιά -μορφής «Visegrad» σε συγκεκριμένα θέματα- που συνέβαλε σημαντικά ώστε η ενεργειακή ένταση της ελληνικής οικονομίας να είναι μεγαλύτερη κατά 16,4% από τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 19.

 

Δείτε όλα τα σχόλια