Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα αποτελέσματα των εκλογών και η στρατηγική της Κέντρο - Αριστεράς

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρησιμοποιήσει την πολιτική και εκλογική του διεύρυνση και διείσδυση σε κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά εκφράζονταν κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, για να οικοδομήσει ένα κόμμα-δίκτυο, να μετασχηματιστεί δηλαδή από κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μια χαλαρή παράταξη με χαρακτηριστικά Κεντροαριστεράς, ή θα προσπαθήσει να οικοδομήσει ένα μαζικό κόμμα το οποίο θα εκφράσει εκείνες τις κοινωνικές ομάδες και στρώματα τα οποία πλήττονται από τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές του «ολικού καπιταλισμού».

Του Χρύσανθου Δ. Τάσση*

 

Το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών επηρεάστηκε αποφασιστικά από το αποτέλεσμα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό η απόφαση του Α. Τσίπρα να αναγάγει τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από εκλογές «δεύτερης τάξης», σε εκλογές «πρώτης τάξης», και η «αναπάντεχη» ήττα οδήγησε αναπόφευκτα στις εθνικές εκλογές με τη «βέβαιη» εκλογική επικράτηση της Ν.Δ. Η συγκεκριμένη απόφαση βασίστηκε σε μια πρακτική που έχει υιοθετήσει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη πριν από τις εκλογές του 2015, να θέτει τη στρατηγική του κόμματος (που για ένα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς σημαίνει την αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας) υπό την τακτική και την εκλογική στόχευση, μια τακτική που ήταν πετυχημένη στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας το 2015.

Ωστόσο, η συγκυρία του 2019 είχε διαφοροποιηθεί σημαντικά για το (κυβερνητικό πλέον) κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ύστερα από 4,5 χρόνια κυβερνητικής πορείας ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει σημάδια προσαρμογής, καθώς η πολιτική πρακτική έδωσε έμφαση σχεδόν αποκλειστικά στο κυβερνητικό σκέλος (party in public office), ενώ ο παράγοντας κόμμα, είτε σε κεντρικό επίπεδο (party in central office) είτε σε τοπικό επίπεδο (party on the ground) έμειναν ανενεργά τόσο ως προς το σχεδιασμό και την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής όσο και ως προς την παραγωγή του πολιτικού προσωπικού. Η υποχώρηση του παράγοντα πολιτικό κόμμα και η έμφαση στο εκτελεστικό σκέλος της πολιτικής οδηγεί στη γρήγορη ενσωμάτωση του (κυβερνητικού) κόμματος στη λογική του (καπιταλιστικού) κράτους, καθώς ο παράγοντας κόμμα αποτελεί σύνδεσμο μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Επίσης, ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρχε μόνο μια πολιτική συμμαχία (επιχειρηματικά συμφέροντα των ΜΜΕ, Ν.Δ., ΚΙΝ.ΑΛΛ.), αλλά και μια κοινωνική συμμαχία, με όσους τάχθηκαν υπέρ του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, τη μικρή επιχειρηματική τάξη, η οποία επιβαρύνθηκε με μεγάλους φόρους, αλλά και ένα κομμάτι των συνταξιούχων για τους οποίους η εκλογική συμπεριφορά παραμένει παραδοσιακά σχετικά αμετάβλητη. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί και η αρνητική συγκυρία του 2015, όπου τόσο η ευρωπαϊκή Χριστιανοδημοκρατία όσο και η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία αδυνατούσαν να αποδεχθούν ένα κυβερνητικό κόμμα με εναλλακτική πολιτική.

Η σκληρή διαπραγμάτευση, η οποία οδήγησε στο αδιέξοδο του Ιουλίου του 2015, είχε ως αποτέλεσμα την οδυνηρή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, όπως καταγράφηκε στη συμφωνία με του εταίρους, αλλά και τη μεγάλη διάσπαση του κόμματος. Η δημιουργία των ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Μέρα25, παρότι δεν προκάλεσε εκλογικές απώλειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δημιούργησε ωστόσο κριτική πίεση και αμφισβήτηση από τα αριστερά του κομματικού ανταγωνισμού. Σε συνδυασμό με την αδυναμία του κόμματος να οικοδομήσει μια μεγάλη κομματική οργάνωση, στέρησε από το ΣΥΡΙΖΑ την δυνατότητα να πολιτικοποιήσει την κοινωνία, μια τάση η οποία καταγράφηκε με την εκλογική κατάρρευση στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές.

Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. ηττήθηκε στρατηγικά, καθώς η στρατηγική ίσων αποστάσεων, «διμέτωπου αγώνα» κατά της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, με περισσότερο αντι-ΣΥΡΙΖΑ λογική, με σκοπό να επαναπατρίσει ψηφοφόρους, δεν πέτυχε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά συνεχίζεται η διαρροή στελεχών και προς τη Ν.Δ. πλέον, όπως έδειξε η σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Η συγκεκριμένη στρατηγική έχει δοκιμαστεί στο ελληνικό κομματικό σύστημα σε δυο περιπτώσεις με καταστροφικά αποτελέσματα: στην περίπτωση του 1946, όταν το φιλελεύθερο κόμμα συμμάχησε με τη Δεξιά και ουσιαστικά διεξήγαγε τον Εμφύλιο, αλλά και όταν η μεταπολιτευτική Ε.Κ. - Ν.Δ. κράτησε ίσες αποστάσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Αντίθετα, η προδικτατορική Ε.Κ. απέκτησε πολιτική και εκλογική δυναμική, γιατί υιοθέτησε τον ανένδοτο αντιδεξιό αγώνα μετά τις εκλογές του 1961, και γιατί κατάφερε να εκφράσει τη μεγάλη κοινωνική συμμαχία της Κεντροαριστεράς της δεκαετίας του 1960. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής είναι η απόφαση της ΕΔΑ στις εκλογές του 1964 να μην κατεβάσει υποψήφιους στις περιφέρειες που δεν είχε εκλογική δυναμική (υπο)στηρίζοντας ουσιαστικά την Ε.Κ.

Και βέβαια το ΠΑΣΟΚ, το οποίο με την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη και την υιοθέτηση της οργανωτικής δομής του κόμματος μαζών αυτοπροσδιορίστηκε στη σοσιαλιστική Αριστερά και υιοθέτησε αντιδεξιά ρητορεία. Με αυτό τον τρόπο αναδείχθηκε ως το βασικό κόμμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και εξέφρασε τα βασικά προτάγματα της ελληνικής κοινωνίας: το ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του 1970, την Αλλαγή της δεκαετίας του 1980 και τον εκσυγχρονισμό της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, η όσμωση του κόμματος με το κράτος οδήγησε τελικά στην πολιτική του κρατικοποίηση, που εκφράζεται με την αλλαγή στην οργανωτική του δομή, στον μετασχηματισμό του δηλαδή σε ένα ιδιότυπο κόμμα καρτελοποιημένων στελεχών, και την αλλαγή της ιδεολογία του, με την πλήρη αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού, και την αλλαγή στη στρατηγική του, με τη συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ. Οι συγκεκριμένοι (οργανωτικοί, ιδεολογικοί και στρατηγικοί) μετασχηματισμοί, οι οποίοι πραγματοποιούνται σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οδηγούν τελικά στην εκλογική κατάρρευση στις εκλογές του 2012, μια διαδικασία κρίσης η οποία έχει περιγραφεί με τον όρο «πασοκοποίηση» (pasokification), ο οποίος περιγράφει την πολιτική και εκλογική κατάρρευση του κόμματος των Ελλήνων σοσιαλιστών.

Παρά το γεγονός ότι συνολικά η Κεντροαριστερά φαίνεται να βρίσκεται σε πολιτική υποχώρηση, το 31,5% που κατάφερε να συγκεντρώσει ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει πως το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν αποτελεί συγκυριακό πολιτικό φαινόμενο στο κομματικό σύστημα. Αντίθετα παγιώνεται και ηγεμονεύει στο κεντροαριστερό φάσμα του κομματικού ανταγωνισμού ως δυνάμει κυβερνητικό κόμμα. Ωστόσο, η κοινωνική αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγαλύτερη από την πολιτική του αποδοχή. Έτσι, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 αποτέλεσε τη δημοκρατική απάντηση στην κρίση εκπροσώπησης, το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Για να ηγεμονεύει ένα κόμμα, θα πρέπει να συνδυάζει μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, σε συνδυασμό με μια μορφή οργανωτικής δομής μαζικού κόμματος, ώστε να μπορέσει να πολιτικοποιήσει την κοινωνία με βάση ένα πολιτικό/κυβερνητικό πρόγραμμα. Με αυτό τον τρόπο ένα κόμμα κυριαρχεί και εκλογικά. Αυτή είναι η κλασσική μορφή κόμματος μαζών με όρους εκλογικής κινητοποίησης που κυριάρχησε την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στις σύγχρονες συνθήκες, ωστόσο, εγείρονται ερωτηματικά γύρω από την αποτελεσματικότητα της δομής του κόμματος μαζών, καθώς φαίνεται να ανταποκρίνεται σε ένα διαφορετικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο οι επικριτές της μαζικής οργάνωσης οδήγησαν τον κύριο εκφραστή της, τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας, στον πλήρη μετασχηματισμό τους σε κρατικοποιημένα/νεοφιλελεύθερα κόμματα.

Έτσι, το μεγάλο ερωτηματικό για την επόμενη ημέρα είναι η οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ανέφερε στην ομιλία του ο Α. Τσίπρας. Ωστόσο, ο μετασχηματισμός της οργανωτικής δομής του κόμματος και η διαδικασία της διεύρυνσης δεν είναι μια απλή αριθμητική διαδικασία, αλλά είναι πρωτίστως πολιτική και δυναμική. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρησιμοποιήσει την πολιτική και εκλογική του διεύρυνση και διείσδυση σε κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά εκφράζονταν κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, για να οικοδομήσει ένα κόμμα-δίκτυο, να μετασχηματιστεί δηλαδή από κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μια χαλαρή παράταξη με χαρακτηριστικά Κεντροαριστεράς, ή θα προσπαθήσει να οικοδομήσει ένα μαζικό κόμμα το οποίο θα εκφράσει εκείνες τις κοινωνικές ομάδες και στρώματα τα οποία πλήττονται από τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές του «ολικού καπιταλισμού». Σε αυτό το πλαίσιο το άνοιγμα της οργάνωσης σε ευρύτερες δυνάμεις της Κομμουνιστικής, της Σοσιαλιστικής, της Ριζοσπαστικής και της Οικολογικής Αριστεράς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την πολιτικοποίηση της κοινωνίας, στα ζητήματα του κοινωνικού κράτους, της συλλογικής κατανάλωσης, των δημοσίων αγαθών, της μείωσης των ανισοτήτων, της προοδευτικής φορολόγησης, του εκδημοκρατισμού της Ε.Ε. Τα συγκεκριμένα ζητήματα αποτελούν τους κρίσιμους τομείς της πολιτικής, το πεδίο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης και αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, και τελικά, σε συνδυασμό με μια μεγάλη πολιτικοποιημένη και δημοκρατική οργάνωση, προσφέρουν όχι μόνο τη δυνατότητα για την εκλογική επιτυχία, αλλά και την εφαρμογή ενός εναλλακτικού/ριζοσπαστικού κυβερνητικού προγράμματος.

 

* Λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Μετρό Θεσσαλονίκης: Αργότερα, δεν μας πειράζει...

Ύστερα από όλη αυτή τη φασαρία με το μετρό Θεσσαλονίκης, παρουσιάστηκε και μία έρευνα που δείχνει ότι το 51% των κατοίκων της πόλης είναι υπέρ της απόσπασης των αρχαίων και μόλις το 38% είναι υπέρ της παραμονής τους στον χώρο.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο