Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ηθική της ευθύνης και οι πολιτικοί

Απόσπασμα από το κλασικό βιβλίο του Μαξ Βέμπερ Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα που κυκλοφόρησε ξανά από τις εκδόσεις Δώμα, μτφρ Κώστας Κουτσουρέλης (σ.96-104)

 

- Πολιτική σημαίνει να τρυπάς σκληρά σανίδια, αργά και σθεναρά, με πάθος και με μέτρο ταυτόχρονα. Ισχύει άλλωστε απόλυτα, κι όλη η ιστορική πείρα το βεβαιώνει, ότι δεν θα κατόρθωνε κανείς το εφικτό, εάν δεν κυνηγούσε πάλι και πάλι μέσα σε τούτο τον κόσμο το ανέφικτο. Εκείνος όμως που το κάνει αυτό, πρέπει να είναι ηγέτης. Kαι όχι μόνον: πρέπει επιπλέον να είναι -με τη λιτότερη έννοια του όρου- και ήρωας. Όμως κι αυτοί ακόμη που δεν είναι τίποτε απ’ τα δύο, πρέπει ν’ αρματωθούν, σήμερα κιόλας, μ’ εκείνη την ακράδαντη καρδιά που μπορεί να υπομείνει το ναυάγιο όλων των ελπίδων· ειδάλλως δεν θά ’ναι σε θέση να κατορθώσουν ούτε καν αυτό που είναι σήμερα εφικτό. Μόνον όποιος είναι βέβαιος πως δεν θα συνθλιβεί όταν ο κόσμος, απ’ τη δική του τη σκοπιά ιδωμένος, αποδειχθεί πολύ μωρός ή ποταπός για όσα αυτός θέλει να του προσφέρει, μόνον όποιος μ’ όλα αυτά αντιμέτωπος μπορεί να πει «και όμως!», μόνον αυτός διαθέτει το «κάλεσμα» της πολιτικής.

 

Την ιδιαιτερότητα όλων των ηθικών προβλημάτων της πολιτικής την καθορίζει το ειδικό μέσο της νόμιμης βίας ως τέτοιας, όταν αυτή περιέρχεται στα χέρια των ανθρώπινων ομάδων.

Όποιος προσφεύγει σε τούτο το μέσο, για τους όποιους σκοπούς, και κάθε πολιτικός το κάνει, είναι εκτεθειμένος στις ειδικές του συνέπειες. Σε ιδιαίτερα υψηλό βαθμό είναι εκτεθειμένος ο μαχητής της πίστεως, τόσο της θρησκευτικής όσο και της επαναστατικής. Ας πάρουμε νηφάλια για παράδειγμά μας το παρόν.

Όποιος επιζητεί να πραγματώσει την απόλυτη δικαιοσύνη επί της γης διά της βίας, χρειάζεται για το σκοπό αυτό οπαδούς: έναν ανθρώπινο «μηχανισμό». Και σ’ αυτούς τους οπαδούς πρέπει να τάξει τις απαραίτητες εσωτερικές και εξωτερικές ανταμοιβές -έναν ουράνιο ή επίγειο μισθό-, αλλιώς το πράγμα δεν λειτουργεί. Στις συνθήκες της σύγχρονης ταξικής πάλης, εσωτερικές ανταμοιβές είναι: η ικανοποίηση του μίσους και της φιλεκδικίας, ιδίως της μνησικακίας και της ανάγκης για ψευδοηθική αυτοδικαίωση, δηλαδή της ανάγκης να στιγματιστούν οι αντίπαλοι ως βέβηλοι και αιρετικοί. Εξωτερικές αμοιβές είναι: η περιπέτεια, η νίκη, τα λάφυρα, η ισχύς και οι πρόσοδοί της. Από τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού εξαρτάται πλήρως η επιτυχία του ηγέτη. Συνεπώς, και από τα κίνητρα του μηχανισμού, όχι από τα δικά του. Από το αν δηλαδή οι οπαδοί του -οι ερυθροφρουροί, οι καταδότες, οι αγκιτάτορες που έχει ανάγκη- μπορούν να εισπράττουν σταθερά την αμοιβή τους. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το αποτέλεσμα της δράσης του δεν είναι στο δικό του χέρι αλλά του το προδιαγράφουν τα, ως επί το πλείστον ηθικώς ποταπά, κίνητρα των πράξεων των οπαδών του, που μπορούν να χαλιναγωγηθούν μόνον όσο ένα μέρος των οπαδών αυτών -που πουθενά στον κόσμο δεν υπήρξε ποτέ πλειοψηφικό- διαπνέεται από ειλικρινή πίστη προς το πρόσωπο και το σκοπό του. Όμως τελικά η πίστη αυτή, κι εκεί ακόμη που είναι υποκειμενικά ειλικρινής, στην πλειονότητα των περιπτώσεων αποτελεί απλώς και μόνο την ηθική «νομιμοποίηση» της δίψας για εκδίκηση, για εξουσία, για λάφυρα και προσόδους. Ας αφήσουμε λοιπόν τα παραμύθια στην άκρη, γιατί η υλιστική ερμηνεία της ιστορίας δεν είναι άμαξα για να μπαινοβγαίνουμε όποτε μας αρέσει ούτε και κάνει εξαιρέσεις για τους σημαιοφόρους της Επανάστασης! Και πάνω απ’ όλα: μετά την εξέγερση των συναισθημάτων έρχεται η καθημερινότητα της συνήθειας, ο ήρωας της πίστης, η πίστη η ίδια μάλιστα, φθίνει ή -πράγμα ακόμη πιο δραστικό- γίνεται συστατικό της συμβατικής συνθηματολογίας των αγροίκων και των τεχνικών της πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή συντελείται ταχύτατα ιδίως στους αγώνες της πίστης, γιατί κατά κανόνα τους αγώνες αυτούς τους καθοδηγούν ή τους εμπνέουν γνήσιοι ηγέτες: προφήτες της επανάστασης. Όμως αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας για κάθε μηχανισμό που υπηρετεί έναν ηγέτη το να επιστρέψουν οι οπαδοί του σε μια κενή και πεζή καθημερινότητα, το να επιτευχθεί μια ψυχική προλεταριοποίηση προς όφελος της «πειθαρχίας». Οι οπαδοί του μαχητή της πίστεως, στους θώκους της εξουσίας πλέον, εκφυλίζονται τις περισσότερες φορές πανεύκολα σε εντελώς συνηθισμένους εισοδηματίες.

 

Όποιος θέλει να εμπλακεί με την πολιτική, και όποιος θέλει να την ασκήσει πλήρως ως επάγγελμα, πρέπει να έχει επίγνωση αυτών των ηθικών παραδόξων και της ευθύνης του απέναντι στο τι ενδέχεται κι ο ίδιος ν’ απογίνει κάτω απ’ την πίεσή τους. Ξεκινάει δοσοληψίες, θα το ξαναπώ, με τις διαβολικές δυνάμεις που καραδοκούν μέσα σε κάθε μορφή βίας. Οι σπουδαίοι βιρτουόζοι της υπερκόσμιας φιλαλληλίας και αγαθότητας, είτε κρατούν απ’ τη Ναζαρέτ είτε απ’ την Ασίζη είτε απ’ τους ανακτορικούς οίκους της Ινδίας, δεν εργάζονται με το ιδιαίτερο μέσον της πολιτικής: τη βία. Το βασίλειό τους «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Κι όμως, έδρασαν και εξακολουθούν να δρουν μέσα σε τούτο τον κόσμο, κι οι μορφές του Πλατόν Καρατάγιεφ και των αγίων του Ντοστογιέφσκι παραμένουν πάντα οι πιο πιστές αναπλάσεις τους.

Όποιος επιζητεί τη σωτηρία της ψυχής του και τη σωτηρία άλλων ψυχών, ας μην το κάνει μέσω της πολιτικής, η οποία έχει τελείως διαφορετικά μελήματα: μελήματα που διευθετούνται μόνο μέσω της βίας. Το πνεύμα ή ο δαίμων της πολιτικής βρίσκεται σε βαθιά αντιμαχία προς τον θεό της αγάπης, αλλά και τον Κύριο των χριστιανών στην εκκλησιαστική του εκδοχή. Και η αντιμαχία αυτή μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή και να μετατραπεί σε ανυπέρβλητη σύγκρουση.

Αυτό το γνώριζαν οι άνθρωποι και επί εκκλησιοκρατίας ακόμη. Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής και για τις ψυχές τους, ο αναθεματισμός αποτελούσε δύναμη πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι (για να επαναλάβουμε τα λόγια του Φίχτε) η «παγερή επιδοκιμασία» της καντιανής ηθικής κρίσης. Το ανάθεμα έπεφτε πάλι και πάλι στη Φλωρεντία, κι όμως οι πολίτες της δεν κάμπτονταν και πολεμούσαν το εκκλησιαστικό κράτος. Μια παρόμοια περίσταση μνημονεύει ο Μακιαβέλι στο ωραίο εκείνο απόσπασμα των Φλωρεντινών ιστοριών, αν δεν απατώμαι, όπου βάζει έναν ήρωά του να εγκωμιάζει τους ανθρώπους εκείνους που έβαζαν το μεγαλείο της πατρικής τους πόλης πάνω απ’ τη σωτηρία της ψυχής τους.

Τώρα αν, αντί για πόλη πατρική ή για «πατρίδα», λέξεις που στον καιρό μας ίσως να μην σημαίνουν το ίδιο πράγμα για όλους, πείτε «το μέλλον του σοσιαλισμού» ή έστω «η παγκόσμια ειρήνη», θα έχετε το πρόβλημα στη σημερινή του μορφή. Διότι όλα αυτά τα ιδεώδη, όταν επιδιώκονται μέσω της πολιτικής πράξης, η οποία εργάζεται με βίαια μέσα και πορεύεται επί της οδού της ηθικής της ευθύνης, απειλούν τη «σωτηρία της ψυχής». Αν η πολιτική πράξη επιδιώξει αυτά τα ιδεώδη σ’ έναν αγώνα υπέρ πίστεως στηριζόμενη σε μια ηθική του φρονήματος, τότε αυτά κινδυνεύουν να ζημιωθούν και ν’ απαξιωθούν για γενιές ολόκληρες, μιας και θ’ απουσιάζει το αίσθημα ευθύνης για τις συνέπειες. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο πράττων δεν έχει επίγνωση των διαβολικών δυνάμεων που καραδοκούν. Όμως οι δυνάμεις αυτές είναι αμείλικτες, κι εκείνος που δεν τις αντιλαμβάνεται στέκει εντελώς ανυπεράσπιστος απέναντί τους, μιας κι οι συνέπειές τους θα επηρεάσουν όχι μόνο τις πράξεις του αλλά και τον ίδιο εσωτερικά.

«Γέροντας είναι ο διάβολος». Και δεν εννοούν τα χρόνια του, την ηλικία του, οι στίχοι αυτοί του Φάουστ: «Σαν θα γεράσεις θα τον καταλάβεις». Να επισείει κανείς στο διάλογο το πιστοποιητικό γεννήσεώς του, δεν ήταν ποτέ της αρεσκείας μου. Αλλά ούτε και το ότι κάποιος είναι είκοσι ετών κι εγώ πάνω από πενήντα μπορεί να με πείσει από μόνο του ότι έχω να κάνω με κάτι σπουδαίο εμπρός στο οποίο οφείλω να υποκλιθώ. Δεν είναι η ηλικία που κάνει τη διαφορά αλλά το ασκημένο και απροκατάληπτο βλέμμα μπροστά στην πραγματικότητα της ζωής, η ικανότητα να υπομείνεις αυτή την πραγματικότητα και το ψυχικό σθένος να την αντιμετωπίσεις ως έχει.

Είναι αλήθεια: η πολιτική γίνεται με το μυαλό. Αλλά όχι μόνον. Σ’ αυτό έχουν απόλυτα δίκιο οι οπαδοί της ηθικής του φρονήματος. Όμως το πώς οφείλουμε να πράξουμε, με βάση την ηθική του φρονήματος ή την ηθική της ευθύνης, και πότε με τη μία ή την άλλη, αυτό δεν μπορεί να μας το υπαγορεύσει κανένας. Ένα μόνον μπορεί να λεχθεί: όταν αυτόν τον καιρό του αναβρασμού, που εσείς δεν τον πιστεύετε για «στείρο» -αν κι ο αναβρασμός δεν είναι πάντοτε γνήσιο πάθος· κάθε άλλο-, όπου αίφνης οι πολιτικοί του φρονήματος ξεφυτρώνουν κατά μάζες με το σύνθημα «Μωρός και ποταπός είναι ο κόσμος, όχι εγώ· η ευθύνη για τις συνέπειες δεν βαραίνει εμένα αλλά τους άλλους, για το καλό των οποίων εργάζομαι, και των οποίων τη μωρία ή ποταπότητα θα εξολοθρεύσω», τότε λέω ανοιχτά: Πρώτα-πρώτα ενδιαφέρομαι να εκτιμήσω το μέτρο της ψυχικής σοβαρότητας που υποβαστάζει αυτή την ηθική του φρονήματος. Κι έχω την εντύπωση ότι εννιά στις δέκα περιπτώσεις έχω να κάνω με κοκορόμυαλους, που δεν νιώθουν πράγματι με τι τα βάζουν, αλλά παραδίδονται στη μέθη ρομαντικών εντυπώσεων. Αυτό ως άνθρωπο και δεν μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα και ποσώς με συγκλονίζει. Απεναντίας, με συγκλονίζει απροσμέτρητα ένας ώριμος άνθρωπος -ασχέτως του αν είναι μικρός ή μεγάλος στα χρόνια-, που αισθανόμενος πραγματικά κι ολόψυχα την ευθύνη για τις συνέπειες των πράξεών του και πράττοντας με βάση την ηθική της ευθύνης, κάποια στιγμή θα πει: «Eδώ σταματώ, αυτό πιστεύω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Αυτή είναι μια στάση βαθιά ανθρώπινη που συγκινεί. Διότι μια τέτοια στιγμή μπορεί να προκύψει κάποια στιγμή στον καθέναν από εμάς, αν δεν έχει απονεκρωθεί εσωτερικά. Στο μέτρο αυτό η ηθική της ευθύνης και η ηθική του φρονήματος δεν είναι οι απόλυτοι αντίποδες, αλλά τμήματα συμπληρωματικά, και μόνον από κοινού συγκροτούν τον γνήσιο εκείνον άνθρωπο που είναι ικανός ν’ ανταποκριθεί στο «κάλεσμα της πολιτικής».

Και τώρα, αξιότιμοι παριστάμενοι, ας επανέλθουμε σ’ αυτό το ζήτημα μετά από δέκα χρόνια. Τότε που, όπως αλίμονο φοβούμαι, για μια σειρά από λόγους, θα έχει ήδη από καιρό ξεσπάσει η Αντίδραση, κι όπου απ’ αυτά που ασφαλώς πολλοί από εσάς και, το ομολογώ ανοιχτά, κι εγώ επίσης έχω ευχηθεί και ελπίσει, θα έχουν εκπληρωθεί ελάχιστα - ίσως όχι απολύτως τίποτε, αλλά ελάχιστα, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πρόκειται για ενδεχόμενο πολύ πιθανό. Προσωπικά δεν θα με καταβάλει φυσικά, όμως η επίγνωσή του αποτελεί για μένα εσωτερικό βάρος. Τότε θά ’θελα να δω τι «απέγιναν», με τη βαθύτερη έννοια του όρου, όλοι εκείνοι από εσάς που αισθάνονται τώρα γνήσιοι «πολιτικοί του φρονήματος» και συμμετέχουν στη μέθη αυτής της επανάστασης. Θα ήταν άλλωστε ωραίο, να έχουν έτσι τα πράγματα ώστε να βγει αληθινό το σονέτο 102 του Σαίξπηρ:

Καινούργια ’ταν η αγάπη μας, ότι άνθιζε αυτή
σαν βάλθηκαν οι στίχοι μου γλυκά να τη δοξάσουν·

κι η Φιλομήλα τραγουδά στου θέρους την αρχή
μα παύει ο αυλός της όταν πια οι μέρες του γεράσουν.

 

Όμως δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Μπροστά μας δεν έχουμε την ανθοφορία του θέρους, αλλά αρχικά μια πολική νύχτα παγερής σκοτεινιάς και σκαιότητας, όποια κι αν είναι η παράταξη που φαίνεται σήμερα να επικρατεί. Διότι εκεί όπου τίποτε πια δεν υπάρχει, δεν χάνει μόνο ο Κάιζερ, αλλά κι ο προλετάριος τα δικαιώματά του. Όταν η νύχτα αυτή σιγά-σιγά υποχωρήσει, ποιος θα είναι τότε ακόμη ζωντανός από εκείνους που η ανθοφορία τους έμοιαζε τόσο πλούσια; Και τι θα έχετε απογίνει όλοι εσείς βαθιά μέσα σας; Πικρία ή χυδαιότητα, η βουβή αποδοχή του κόσμου και του εσωτερικού καλέσματος ή, τρίτο αυτό και όχι πιο σπάνιο, ο φυγόκοσμος μυστικισμός για όσους τουλάχιστον έχουν το χάρισμα ή -συχνά και κάκιστα- θελήσουν να τον υιοθετήσουν σαν μόδα, κι ας τους είναι βάρος οδυνηρό;

Για όλους αυτούς προοικονομώ το συμπέρασμα: δεν ήταν στο ύψος του καθήκοντος, δεν ήταν έτοιμοι να δουν τον κόσμο έτσι όπως πραγματικά είναι, αυτός κι η καθημερινότητά του. Νομίζουν ότι ακούν τη μύχια κλήση, το κάλεσμα της πολιτικής. Στην πράξη, στην ουσία, όμως, το κάλεσμα αυτό, με τη βαθύτερη έννοια του όρου, δεν υπήρχε μέσα τους. Θα είχαν πράξει καλύτερα αν καλλιεργούσαν απλώς την αδελφοσύνη από άνθρωπο σε άνθρωπο και κατά τα λοιπά έκαναν ήσυχα και πρακτικά τη δουλειά τους.

Πολιτική σημαίνει να τρυπάς σκληρά σανίδια, αργά και σθεναρά, με πάθος και με μέτρο ταυτόχρονα. Ισχύει άλλωστε απόλυτα, κι όλη η ιστορική πείρα το βεβαιώνει, ότι δεν θα κατόρθωνε κανείς το εφικτό, εάν δεν κυνηγούσε πάλι και πάλι μέσα σε τούτο τον κόσμο το ανέφικτο. Εκείνος όμως που το κάνει αυτό, πρέπει να είναι ηγέτης. Kαι όχι μόνον: πρέπει επιπλέον να είναι -με τη λιτότερη έννοια του όρου- και ήρωας. Όμως κι αυτοί ακόμη που δεν είναι τίποτε απ’ τα δύο, πρέπει ν’ αρματωθούν, σήμερα κιόλας, μ’ εκείνη την ακράδαντη καρδιά που μπορεί να υπομείνει το ναυάγιο όλων των ελπίδων· ειδάλλως δεν θα ’ναι σε θέση να κατορθώσουν ούτε καν αυτό που είναι σήμερα εφικτό. Μόνον όποιος είναι βέβαιος πως δεν θα συνθλιβεί όταν ο κόσμος, απ’ τη δική του τη σκοπιά ιδωμένος, αποδειχθεί πολύ μωρός ή ποταπός για όσα αυτός θέλει να του προσφέρει, μόνον όποιος μ’ όλα αυτά αντιμέτωπος μπορεί να πει «και όμως!», μόνον αυτός διαθέτει το «κάλεσμα» της πολιτικής.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Όλοι στην απεργία

Η εργασιακή αξιοπρέπεια και οι αποδοχές χιλιάδων εργαζομένων απειλούνται από μια κυβέρνηση που θεωρεί ότι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη είναι ο εργασιακός μεσαίωνας, η εργοδοτική αυθαιρεσία και η συμπίεση των μισθών.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο