Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι εμβληματικοί στόχοι της Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής

Του Λόη Λαμπριανίδη. Η επιτυχής υλοποίηση εξαρτάται και από τη θεμελίωση μιας νέας οργανωτικής δομής και λειτουργικής φιλοσοφίας στο σύνολο σχεδόν της κρατικής μηχανής, εγχείρημα που απαιτεί χρόνο, προσπάθεια και μια νέα νοοτροπία.

Του Λόη Λαμπριανίδη

Η πρόταση για την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική 2021 (ΕΑΣ 2021) αρθρώνεται γύρω από έξι εμβληματικούς στόχους: 1. Ενίσχυση της απασχόλησης - Μείωση της ανεργίας, 2. Δημογραφική ανασυγκρότηση και συγκράτηση πληθυσμού, 3. Αντιμετώπιση της φυγής εξειδικευμένου δυναμικού, 4. Βελτίωση ανταγωνιστικότητας - Επιχειρηματικό Περιβάλλον, 5. Προώθηση της κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής, 6. Περιβαλλοντικός επανασχεδιασμός της οικονομίας.

Γιατί επιλέχθηκαν αυτοί οι στόχοι και όχι κάποιοι άλλοι; Για να γίνει κατανοητό, θα πρέπει να δούμε κριτικά και να αποδομήσουμε ορισμένους πολύ βολικούς και δυστυχώς εμπεδωμένους πλέον μύθους. Ο πρώτος είναι πως αρκεί ο στόχος της αύξησης του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης, δηλαδή το ποσοστό ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ. Παρόλο που η αύξηση του ΑΕΠ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, αυτό που έχει σημασία ως προς το ΑΕΠ είναι η κατεύθυνσή του: σε τι συνίσταται και από τι είδους δραστηριότητες παράγεται το ΑΕΠ, ποιες εθνικές, οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές δραστηριότητες προτεραιοποιούνται, ποιες έπονται, ποιες αποκλείονται κ.λπ.

Για να το πούμε σχηματικά, το ΑΕΠ θα μπορούσε ενδεχομένως να αυξηθεί εύκολα και γρήγορα, αλλά βραχυπρόθεσμα, καταστρέφοντας συνειδητά περιβαλλοντικούς, πολιτιστικούς ή και ανθρώπινους πόρους. Πολύ γρήγορα όμως θα γίνονταν αντιληπτές οι επιπτώσεις μιας τέτοιας επιλογής: υπονόμευση της ζωτικότητας του πληθυσμού, υπερβάλλουσα αύξηση των ιατροφαρμακευτικών δαπανών, περιβαλλοντικές καταστροφές κ.λπ. Ας θυμηθούμε επίσης ότι στα χρόνια της πλαστής ευημερίας (μέσα της δεκαετίας του 1990 με 2008) η διαρκής αύξηση του δείκτη του ΑΕΠ απέκρυπτε την αύξηση ιδιωτικού και δημόσιου χρέους και τη διαρκή διεύρυνση των ανισοτήτων σε μια οικονομία δανειστών και χρεωμένων, τις αιτίες δηλαδή αυτού που βιώσαμε μετά το 2010.

Ένας άλλος μύθος υποστηρίζει πως αρκεί η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος (στόχος 4 της ΕΑΣ 2021) για να μπει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης. Τα υπόλοιπα θα έρθουν από μόνα τους, η μείωση της ανεργίας θα προκύψει αυτόματα και χωρίς κανέναν προβληματισμό τόσο για την ποιότητα της εργασίας (μερική απασχόληση, μαύρη εργασία, πενιχροί μισθοί κ.λπ.) όσο και για το ποσοστό του εργατικού δυναμικού της χώρας επί του συνόλου του πληθυσμού της (που μπορεί να υποκρύπτει αποθάρρυνση και εγκατάλειψη και όχι αύξηση της απασχόλησης) και για τους μακροχρόνια ανέργους κ.λπ.

Τρίτος και συναφής μύθος είναι η πίστη στην αποτελεσματικότητα των αυτοματισμών της αγοράς στη διαχείριση και κατανομή των σπάνιων πόρων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, του ουσιωδέστερου ίσως περιβαλλοντικού διαρκούς εγκλήματος. Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ (και παλιότερα Μπους) είναι εξαιρετικά δηλωτική: μια ανορθολογική άρνηση του προβλήματος και ταυτόχρονα απόλυτη εμπιστοσύνη στις "δυνάμεις της αγοράς" για να το επανορθώσει. Εξίσου επαφίεται συχνά στην «αόρατη χείρα της αγοράς» η αντιμετώπιση της δημογραφικής παρακμής και της μετανάστευσης εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain). Υποτίθεται ότι μια σχετικά ικανοποιητική ανάπτυξη θα ωθήσει τις γεννήσεις και θα αποτρέψει τη μετανάστευση εξειδικευμένου προσωπικού. Βέβαια, όλα αυτά δεν συνέβησαν τα χρόνια της επίπλαστης ευημερίας στη χώρα μας, όταν είχαμε πράγματι επί σειρά ετών σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τα ποσοστά γεννητικότητας κατρακύλησαν κοντά στο 1,2 παιδί ανά γυναίκα (σχεδόν στο 60% του αναγκαίου ορίου των 2,1 παιδιών για την απλή αναπαραγωγή του πληθυσμού), αλλά και η μετανάστευση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, καθώς η χώρα παρέμενε καθηλωμένη (stuck in the middle) στην «παγίδα των χωρών μεσαίου εισοδήματος», αποτυγχάνοντας να μετεξελιχθεί σε μια αναπτυγμένη οικονομία της γνώσης.

Όμως η μετεξέλιξη προς την οικονομία της γνώσης δεν θα είναι προϊόν αυτοματισμών της αγοράς. Η αγορά δεν μπορεί από μόνη της να αναδείξει δυνητικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και δυνητικούς ορίζοντες οικονομικού μετασχηματισμού, καθώς λειτουργεί βραχυπρόθεσμα με στόχο το άμεσο κέρδος. Η μεταστροφή της οικονομίας από το στάδιο της μαζικής φορντικής και της μεταφορντικής πλέον παραγωγής προς μια πλήρως αναπτυγμένη οικονομία της γνώσης αποτελεί ακριβώς ένα εγχείρημα που εκτείνεται στον μακρό χρόνο και εμπεριέχει υψηλή διακινδύνευση. Κανένας αυτοματισμός των αγορών δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει αυτή τη μεταστροφή, πολύ περισσότερο με παράλληλη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της δημογραφικής παρακμής και της μετανάστευσης εξειδικευμένων.

Καθώς όλα αυτά τα επιμέρους εγχειρήματα είναι μακράς διάρκειας και υψηλής διακινδύνευσης, απαιτείται υψηλού επιπέδου δημόσιος σχεδιασμός, ο οποίος θα εμπλέκει μεγάλο αριθμό δημόσιων υπηρεσιών και σχεδόν το σύνολο των κοινωνικών εταίρων. Με την έννοια αυτή, δεν θα προσομοιάζει βέβαια με τα αλήστου μνήμης κρατικά σοβιετικά πενταετή προγράμματα, αλλά θα υπερβαίνει και τα πιο ευέλικτα δυτικοευρωπαϊκά αντίστοιχά τους (ενδεικτικός προγραμματισμός κ.λπ.), καθώς η επιδίωξη θα είναι μια μεταβολή μεγάλου βάθους και διάρκειας στο οικονομικό αλλά και το κοινωνικό επίπεδο.

Ας είμαστε σαφείς στο σημείο αυτό: σήμερα δεν διαθέτουμε την αναγκαία θεσμική επάρκεια για τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση αυτού του πολύπλοκου μετασχηματισμού. Αλλά εξίσου ανέτοιμοι είναι και οι κοινωνικοί εταίροι, οι οποίοι χρειάζεται να εμβαθύνουν τόσο τις σχεδιαστικές τους δεξιότητες όσο και την ικανότητα εκφοράς ενός συγκροτημένου και πειστικού λόγου προς τα μέλη τους και την κοινωνία. Ακόμη, για ένα τέτοιο μείζον έργο θα πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε υπ’ όψιν η αντίσταση κατεστημένων ομάδων συμφερόντων εντός και εκτός Δημοσίου.

Αυτό που διαθέτουμε είναι μια συνολική επεξεργασία των στόχων και μέσων που πρέπει να έχει μια αναπτυξιακή στρατηγική και προχωρούμε στην οργανωτική και τεχνική επεξεργασία της ΕΑΣ 2021 ώστε να γίνει ένα λειτουργικό και εφαρμόσιμο αναπτυξιακό σχέδιο. Είναι σαφές ότι οι αναπτυξιακοί στόχοι διαπλέκονται μεταξύ τους. Επομένως, η ΕΑΣ 2021 δεν μπορεί να θυμίζει τις παλιές κλαδικές αναπτυξιακές πολιτικές της δεκαετίας του 1950 και 1960, όπου η καθεμία αναπτυσσόταν ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες. Βεβαίως, κλαδικές πολιτικές είναι αναγκαίο να υπάρχουν, αλλά ενταγμένες σε ένα σύνολο ευρύτερων στοχεύσεων -mission oriented strategy- όπως οι έξι μεγάλοι άξονες - στόχοι που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου. Φυσικά, η επιτυχής υλοποίηση εξαρτάται και από τη θεμελίωση μιας νέας οργανωτικής δομής και λειτουργικής φιλοσοφίας στο σύνολο σχεδόν της κρατικής μηχανής, εγχείρημα που απαιτεί χρόνο, προσπάθεια και μια νέα νοοτροπία.

Οι μεγάλοι αυτοί στόχοι συναποτελούν ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης που εκδιπλώνεται πάνω σε ένα τρίπτυχο κεντρικής σημασίας για τη χώρα μας: προσανατολισμός εθνικός, κοινωνικός και περιβαλλοντικός. Είναι καιρός να γίνει κοινή μας συνείδηση ότι η οικονομική μεγέθυνση, η αύξηση του ΑΕΠ, δεν είναι στόχος άξιος να υπηρετηθεί εάν δεν συνοδεύεται από εθνική, οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη. Και αυτό με τη σειρά του απαιτεί μια ελάχιστη συναίνεση όλων στα θεμελιώδη του εθνικού αναπτυξιακού εγχειρήματος· δυστυχώς, ακόμη απέχουμε πολύ από εκεί. Είναι όμως καιρός η κοινωνία μας να κάνει κτήμα αυτό το σύνολο στόχων και κατευθύνσεων και να προχωρήσει στην υλοποίησή τους για να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις ενός καλύτερου μέλλοντος.

* Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι γενικός γραμματέας Επενδύσεων στο υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Φως και δικαιοσύνη

Τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής εξέτασης έδειξαν ότι ο Ζακ Κωστόπουλος πέθανε από ισχαιμικό επεισόδιο που προκλήθηκε από πολλαπλά τραύματα. Για να τα λέμε όπως είναι: ο άνθρωπος πέθανε από την...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο