Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ανοιξιάτικες εκδρομές για πεζοπόρους και... καλοφαγάδες

Έπειτα από έναν από τους σκληρότερους χειμώνες των τελευταίων 30 χρόνων, ο οποίος έχει αφήσει πολλά χιόνια να λιώνουν σιγά - σιγά στα ελληνικά βουνά και με δεδομένο ότι το φετινό Πάσχα έρχεται νωρίς, 16 Απριλίου, οι λάτρεις των νησιών και της θάλασσας μάλλον θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τα τριήμερα της Πρωτομαγιάς ή του Αγίου Πνεύματος προτού απολαύσουν τις χάρες του ελληνικού καλοκαιριού. Αντιθέτως, το φετινό Πάσχα αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια εξόρμηση στις δεκάδες ορεινές περιοχές της χώρας.

Τα καταπράσινα και λουλουδιασμένα λιβάδια, οι πασπαλισμένες με χιόνι κορυφές, τα νέα φύλλα των δέντρων θα συνθέτουν το πιο εντυπωσιακό σκηνικό ανταμείβοντας όσους τις επισκεφθούν. Όσο για τους φανατικούς του σουβλιστού αρνιού, θα βρεθούν στον επίγειο παράδεισο και θα πρέπει να προσπαθήσουν πολύ για να επιδείξουν εγκράτεια. Η «Αυγή» προτείνει στους αναγνώστες της ορεινές εκδρομές για τις μέρες του Πάσχα.

 

Επιμέλεια: Φοίβος Κλαυδιανός

 

Η μαγεία της νότιας Πίνδου

Τα αμιγώς πέτρινα βλαχοχώρια, με παραδοσιακές στέγες από σχιστόλιθο, Συρράκο και Καλαρρύτες είχαν γνωρίσει τον 17ο αιώνα τεράστια οικονομική άνθηση με πολυάριθμες και ταξικά διαστρωματωμένες κοινωνίες (αποτελούσαν τους τροφοδότες του στρατού του Μεγάλου Ναπολέοντα σε κάπες και από εκεί καταγόταν ο ιδρυτής της πασίγνωστης Bulgari, ο Σωτήρης Βούλγαρης), ωστόσο τώρα έχουν ελάχιστους κατοίκους

Τζουμέρκα, Περιστέρι (Λάκμος) και Κακαρδίτσα, τρία βουνά που συγκροτούν την μακρά κορυφογραμμή της νότιας Πίνδου, η οποία χωρίζει την Ήπειρο από τη Θεσσαλία, με ελάχιστα διάσελά της να βρίσκονται κάτω από 2.000 μέτρα. Η δυτική όψη, με τις ατελείωτες ορθοπλαγιές, αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά ορεινά τοπία της χώρας (με την πασίγνωστη «Στρογγούλα» να ξεχωρίζει όχι ως η ψηλότερη κορυφή, αλλά ως η πιο ξεχωριστή). Στη βάση τους βρίσκονται 47 πανέμορφα χωριά γύρω από τον υδάτινο άξονα του Άραχθου.

Στο πιο βόρειο κομμάτι βρίσκονται δύο αμιγώς πέτρινα βλαχοχώρια, με παραδοσιακές στέγες από σχιστόλιθο, το Συρράκο και οι Καλαρρύτες. Μολονότι είχαν γνωρίσει τον 17ο αιώνα τεράστια οικονομική άνθηση με πολυάριθμες και ταξικά διαστρωματωμένες κοινωνίες (αποτελούσαν τους τροφοδότες του στρατού του Μεγάλου Ναπολέοντα σε κάπες, αλλά και το ότι από εδώ καταγόταν ο ιδρυτής της πασίγνωστης Bulgari, ο Σωτήρης Βούλγαρης), τώρα έχουν ελάχιστους κατοίκους.

Αντιθέτως τα πιο νότια χωριά δεν είναι τόσο εντυπωσιακά καλοδιατηρημένα (οι Γερμανοί τα έκαψαν καθώς αποτελούσαν τη μεθοριακή γραμμή του ΕΛΑΣ), αλλά διατηρούν δεκάδες ή και εκατοντάδες κατοίκους (ιδίως τα Άγναντα, τα Πράμαντα -με την ιστορική Βρύση του Αράπη στην πλατεία τους- και οι Μελισσουργοί). Αυτό τους προσδίδει ασυνήθιστη ζωντάνια για τόσο ορεινά, απομονωμένα χωριά.

Πέρα από τον Άραχθο, που διατρέχει την περιοχή από Βορρά σε Νότο, παντού υπάρχουν μικρότεροι ή μεγαλύτεροι παραπόταμοι, ενώ, τώρα που θα λιώνουν τα χιόνια, στο σκηνικό προστίθενται και αναρίθμητα εποχικά ρέματα. Τα τρεχούμενα νερά εντυπωσιάζουν και κάνουν τους ανθρώπους που κατάγονται από εκεί να υπομειδιούν όταν κάτοικοι άλλων περιοχών αναφέρονται στα δικά τους ποτάμια. Δυστυχώς, μια βροχή με ασυνήθιστη σφοδρότητα κατέστρεψε το μονότοξο γεφύρι της Πλάκας (στο οποίο είχε υπογραφεί η ανακωχή ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ). Μπορεί, όμως, κάποιος να θαυμάσει αρκετούς καταρράκτες, απίστευτους σε όγκο και ύψος, να ξεπηδούν από τα σπλάχνα των βουνών. Οι πιο εύκολα προσβάσιμοι (με ένα πολύ συμπαθητικό ταβερνάκι με εκπληκτική θέα έως τον Αμβρακικό στη βάση τους) είναι αυτοί του χωριού Καταρράκτης, ενώ αρκετή πεζοπορία απαιτείται γι’ αυτούς των Μελισσουργών.

Αξίζει η επίσκεψη στη Μονή Παναγιάς της Κηπίνας, που πρωτοξεκίνησε το 1230 (το 1920 έφυγε ο τελευταίος μοναχός), η οποία φωλιάζει σε έναν κάθετο βράχο με τρόπο που κόβει την ανάσα.

Επίσης μην χάσετε την περίπου μιας ώρας πεζοπορία Συρράκο - Καλαρρύτες. Η θέα των δύο κουκλίστικων χωριών και της χαράδρας, το καλοσχεδιασμένο παραδοσιακό μονοπάτι σαν φίδι στην πλαγιά (με προστατευτικά κάγκελα) θα αποζημιώσουν ακόμη και όσους απεχθάνονται το περπάτημα. Για τους δε πεζοπόρους και ορειβάτες ανοίγεται ανεξάντλητος παράδεισος, για τον οποίο θα αναφέρουμε μόνο αυτό που έλεγαν οι αντάρτες: «Όποιος δεν περάσει χειμώνα το Αυτί των Μελισσουργών δεν είναι αντάρτης» (σ.σ.: διάσελο - πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία).

Για Ανάσταση θα προτείναμε τους Μελισσουργούς, όπου θα δείτε και το Κάψιμο του Ιούδα, ενώ στην ταβέρνα της πλατείας μπορεί κάποιος να απολαύσει τους γνωστούς πασχαλινούς μεζέδες. Γενικώς η περιοχή είναι γεμάτη από παραδοσιακούς κτηνοτρόφους και παντού υπάρχει ντόπιο κρέας, αλλά και εξαιρετικής ποιότητας πίτες, γλυκά του κουταλιού και τυριά.

 

 

Λίμνη Πλαστήρα: η κληρονομιά του Μαύρου Καβαλάρη

Πέρα από το σουβλιστό αρνί, το οποίο τιμάται δεόντως στην περιοχή, αξίζει να αναζητήσετε τις πίτες της, όπως τον Μπλαστό (διάφορα λάχανα, με τυρί και καλαμποκάλευρο), την Μπατζίνα (κουρκούτι με κολοκύθι και τυρί) και τη λαχανόπιτα (διάφορα λαχανικά, όπως σπανάκι, σε φύλλο). Στην περιοχή της λίμνης δεν θα πρέπει να παραλείψει κανείς να δοκιμάσει ψάρια ποταμίσια ή από τη λίμνη τηγανισμένα σε κατσικίσιο βούτυρο και καλαμποκάλευρο

Όταν φτιάχτηκε η τεχνητή λίμνη του Ποταμού Ταυρωπού το 1955 (γέμισε το 1962), κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η υπό γένεση λίμνη θα αποτελούσε έναν από τους πιο δημοφιλείς ορεινούς τουριστικούς προορισμούς στην Ελλάδα. Ούτε καν αυτός που εμπνεύστηκε τη δημιουργία της λίμνης, ο Νικόλαος Πλαστήρας (ή Μαύρος Καβαλάρης της Μικρασιατικής Καταστροφής) από το κοντινό χωριό Μορφοβούνι. Τώρα οι πάντα διψασμένες για νερό καλλιέργειες του Θεσσαλικού κάμπου αρδεύονται από τη Λίμνη και ταυτόχρονα πολλά από τα ορεινά χωριά γύρω της έχουν μεγάλη τουριστική κίνηση.

Το καλύτερο που μπορεί να κάνει κάποιος για να αποκτήσει μια συνολική εικόνα της λίμνης είναι ο γύρος της από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Το τοπίο χαρακτηρίζεται από την πολύ έντονη αντίθεση που δημιουργεί το βουνό με τις χιονοσκέπαστες κορυφές των Αγράφων. Στο ενδιάμεσο υπάρχουν ατελείωτα δάση ελάτης και βελανιδιών, ενώ όποιος απομακρυνθεί λιγάκι συναντά και δάση οξιάς.

Μια στάση πρέπει να γίνει οπωσδήποτε στο φράγμα της λίμνης το οποίο έχει μήκος 220 μέτρα και ύψος 83. Επίσης απαιτείται επίσκεψη στη Μονή Πελεκητής, η οποία βρίσκεται σε μια απόκρημνη πλαγιά, σε υψόμετρο 1.400 μέτρα. Από τα πιο ωραία χωριά της Λίμνης είναι η Κερασιά σε υψόμετρο 950 μέτρων.

Πέρα από το σουβλιστό αρνί, το οποίο τιμάται δεόντως στην περιοχή, αξίζει να αναζητήσετε τις πίτες της, όπως τον Μπλαστό (διάφορα λάχανα, με τυρί και καλαμποκάλευρο), την Μπατζίνα (κουρκούτι με κολοκύθι και τυρί) και τη λαχανόπιτα (διάφορα λαχανικά, όπως σπανάκι, σε φύλλο). Στην περιοχή της λίμνης δεν θα πρέπει να παραλείψει κανείς να δοκιμάσει ψάρια ποταμίσια ή από τη λίμνη τηγανισμένα σε κατσικίσιο βούτυρο και καλαμποκάλευρο.

Περίφημο είναι και το βραβευμένο μαύρο κρασί Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας του χωριού Μεσενικόλας, στο οποίο λειτουργεί και Μουσείο Οίνου (σημαντικό έκθεμά του το δοχείο μέτρησης κρασιού 12 οκάδων του 1750).

Τη Δευτέρα του Πάσχα αξίζει να επισκεφθείτε το Αηδονοχώρι Αγράφων (μόλις 50 λεπτά από την Καρδίτσα και πολύ κοντά στη Λίμνη του Σμόκοβου), όπου λαμβάνουν χώρα τα «Σίγνα». Σύμφωνα με την παράδοση, στα «Σίγνα» γίνεται εικονική δημοπρασία των εικόνων του ναού της Αγίας Παρασκευής και συγκεντρώνονται χρήματα για την εκκλησία. Μετά τη λειτουργία γίνεται λιτανεία με τα λάβαρα, τις εικόνες και τα εξαπτέρυγα, που κάνει τον κύκλο του χωριού. Μετά τα «Σίγνα» χορεύεται από τους κατοίκους ο παραδοσιακός χορός «Τάι - Τάι», ο οποίος δεν συναντάται αλλού στην Ελλάδα και πρόκειται για έναν κλειστό χορό, τον οποίο χορεύουν άντρες και γυναίκες, σε διαφορετικές σειρές, με διασταυρωμένα τα χέρια τους.

 

 

Η βυζαντινή γοητεία του Μυστρά και ο επιβλητικός Ταΰγετος

Η περιοχή του Ταΰγετου (στο ύψος της Σπάρτης) είναι, χωρίς υπερβολή, παράδεισος για τους λάτρεις της πεζοπορίας, αρχάριους και έμπειρους, καθώς, έχει γίνει καλή δουλειά από τον τοπικό ορειβατικό σύλλογο Σπάρτης στη διατήρηση, ανάδειξη και σηματοδότηση μονοπατιών της περιοχής

Όσοι θεωρούν βαρετούς τους αρχαιολογικούς χώρους εύκολα θα αλλάξουν γνώμη αν επισκεφθούν τον Μυστρά την άνοιξη. Εντυπωσιακά βυζαντινά κάστρα, εκκλησίες και παλάτια, επιβλητικές χιονοσκέπαστες κορυφογραμμές του Ταΰγετου και του Πάρνωνα, ο λακωνικός κάμπος με τις πορτοκαλιές και τις ελιές και η εγγύτητα της θάλασσας συνθέτουν ένα ανοιξιάτικο σκηνικό που θα γοήτευε ακόμη και τους πιο απαιτητικούς.

Η αρχική ονομασία του ήταν Λόφος του Μυζηθρά. Περιλαμβάνει 20 παρεκκλήσια και ερείπια 2.000 σπιτιών (το 1953 μετακινήθηκαν τα τελευταία 166 άτομα). Εδώ στέφθηκε, το 1448, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Πρόκειται για ένα σπάνιο σύνολο από μνημεία φράγκικα, βυζαντινά και οθωμανικά.

Τη στρατηγική σημασία του αναγνώρισαν πρώτοι οι Φράγκοι και το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλεαρδουίνος έχτισε στην κορυφή του κάστρο ώστε να εδραιώσει την εξουσία του στην ανατολική Πελοπόννησο. Δεκατρία χρόνια αργότερα παραδόθηκε στους Βυζαντινούς. Από τα μέσα του 14ου αιώνα ο Μυστράς υπήρξε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως. Το 1460 παραδόθηκε στους Τούρκους. Ο Μυστράς μπορεί να χωριστεί σε τρία πολεοδομικά επίπεδα: το οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, την Πάνω και την Κάτω Χώρα.

Κοντά στον Μυστρά μπορεί κάποιος να επισκεφθεί τα ορεινά χωριουδάκια του Ταΰγετου. Το σημαντικότερο, η Αναβρυτή, προσεγγίζεται από έναν δρόμο με «αεροπλανική θέα» στην κοιλάδα του Ευρώτα. Στο καφενείο - μπακάλικο - ταβέρνα της πλατείας βρίσκεις φρεσκομαγειρεμένο φαγητό και το πικάντικο χοιρινό σύγλινο με πορτοκάλι και άλλα μυρωδικά και χυλοπίτες. Η Κουμουστά είναι ένα μοναδικό, ερειπωμένο μεσαιωνικό χωριό που αρχίζει σιγά - σιγά να ξαναζεί με τις αναστηλώσεις σπιτιών. Είναι γεμάτο λιθόκτιστα καλντερίμια που ανηφορίζουν περνώντας ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια, μαρμάρινες βρύσες και βυζαντινά εκκλησάκια.

Η περιοχή του Ταΰγετου (στο ύψος της Σπάρτης) είναι, χωρίς υπερβολή, παράδεισος για τους λάτρεις της πεζοπορίας, αρχάριους και έμπειρους, καθώς, έχει γίνει καλή δουλειά από τον τοπικό ορειβατικό σύλλογο Σπάρτης στη διατήρηση, ανάδειξη και σηματοδότηση μονοπατιών της περιοχής. Ένα εύκολο, αλλά πανέμορφο μονοπάτι ενώνει τον παραδοσιακό οικισμό της Κουμουστάς με τη Μονή Γόλας (επισκέψιμη και με αυτοκίνητο), μέσα από το καταπράσινο φαράγγι της Λαρνακιάς, με πέτρινα γεφυράκια, ρυάκια, μικρούς καταρράκτες. Ένα μεγαλύτερο (περίπου τέσσερις ώρες) συνδέει το ορειβατικό καταφύγιο του Ταΰγετου (προσβάσιμο και με αυτοκίνητο, με καταπληκτική θέα στον Λακωνικό κόλπο) και την Αναβρυτή και περνάει μέσα από δάση Ελάτων και Μαυρόπευκων. Ορισμένα αιωνόβια είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά σε μέγεθος.

Οι πιο δυνατοί πεζοπόροι μπορούν να συνεχίσουν από το καταφύγιο για τον προφήτη Ηλία, την κορυφή του Ταΰγετου, την ψηλότερη της Πελοποννήσου. Οι δε έμπειροι ορειβάτες μπορούν να διασχίσουν, σε δύο μέρες, το κεντρικό τμήμα της κορυφογραμμής του Ταΰγετου (από την Αναβρυτή στο καταφύγιο, από μονοπάτι πάνω από τα 2.000 μέτρα), τον περιβόητο Πενταδάκτυλο με τις κορυφές Σιδηρόκαστρο, Σπανακάκι, Νεραϊδοβούνι, Γούπατα, Αθάνατη Ράχη, Προφήτης Ηλίας. Ο Ταΰγετος είναι ένα από τα πιο επιβλητικά (έχει μήκος 115 χιλιομέτρων) και ταυτόχρονα κομψά βουνά της Ελλάδας, καθώς έχει αέρινες - ανάλαφρες κορυφές και κυκλώνεται από θάλασσα.

Δείτε όλα τα σχόλια