Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Με αφορμή μια παιδοκτονία σε μια (όχι και τόσο) μακρινή εποχή

Η παντοδυναμία μιας φυσικής μητρ(ικ)ότητας, ως ηθικής δύναμης / ευθύνης να «φέρνει» ζωή, να είναι ζωογόνος, ποτέ δεν είχε κατανοηθεί μονοσήμαντα στους ανθρώπινους πολιτισμούς.

Συνοδευόταν πάντοτε από το λογικά αναγκαίο αρνητικό ανάλογό της: μια γυναικεία μυστική εξουσία και επί του θανάτου, μια θανατογόνο γυναικεία δύναμη, μια γυναικεία ευθύνη να «προκαλεί», εξίσου, θανατηφόρες πράξεις.

 

Της Μαρίνας Μαροπούλου*

Το 1912 ο André Gide παρακολουθεί ως μέλος του σώματος των ενόρκων για δώδεκα ημέρες τις εργασίες του (ορκωτού) Κακουργιοδικείου στην πόλη Rouen της Γαλλίας. Κρατά σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο για τις εκδικαζόμενες υποθέσεις, σε κάποιες από τις οποίες παρίσταται και ως απλός παρατηρητής, παρεμβάλλοντας προσωπικές εντυπώσεις, άλλοτε θετικές και άλλοτε πιο «γκριζαρισμένες», σχετικά με τον μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης και «τη συνείδηση με την οποία δικαστές, δικηγόροι και ένορκοι επιτελούν τις λειτουργίες τους».1 Μεταξύ των σημειώσεων είναι καταγεγραμμένη η ακόλουθη νομική ιστορία:

Ημέρα Πέμπτη

Η κορασίδα Ραχέλ κατηγορείται για παιδοκτονία.

Προχωρεί φοβισμένα στο εδώλιο. Πάνω στο μαύρο μπούστο της φορεί ένα λευκό μάλλινο σάλι. Από τη θέση όπου βρίσκομαι δεν διακρίνω καλά το πρόσωπό της. Η φωνή της είναι γλυκιά. Είναι υπηρέτρια στον Άγιο Μαρτίνο στου Μπ... στο ίδιο σπίτι από την ηλικία των δεκατριών χρόνων. Σήμερα είναι στα δεκαεπτά της.

Είχε καταφέρει να κρύψει την εγκυμοσύνη της. Οι πρώτοι πόνοι την έπιασαν τη στιγμή που άρμεγε τις αγελάδες. Επέστρεψε στο σπίτι, άδειασε το γάλα στον κάδο, καταπιάστηκε με το νοικοκυριό. Όμως οι πόνοι έγιναν τόσο δυνατοί που αναγκάστηκε να κάτσει. Ήταν τρομακτικά χλωμή.

«Αν είσαι άρρωστη, ανέβα να ξεκουραστείς στο δωμάτιό σου» είπε η κυρία της.

Το δωμάτιο της Μπέρτα Ραχέλ ήταν στον πρώτο όροφο, δίπλα σε εκείνο των αφεντικών της. Μόλις ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα της, γέννησε ένα μικρό κοριτσάκι.

Είχε φόβο ότι «θα τη μάλωναν» και, καθώς η μικρή έκλαιγε, τρέμοντας μήπως τα αφεντικά ακούσουν το κλάμα, έβαλε το χέρι της στο στόμα της μικρής και το κράτησε εκεί μέχρις ότου οι φωνές σταμάτησαν. Μόλις η Μπέρτα είδε πως το παιδί δεν ανέπνεε πια, πήρε ένα ψαλίδι μέσα από τη φούστα της και έδωσε ένα ελαφρύ χτύπημα στον λαιμό του παιδιού.

Από την ανάκριση προκύπτει πως το χτύπημα δόθηκε όταν ήδη το παιδί ήταν νεκρό, πνιγμένο. Ο εισαγγελέας θα επιδιώξει να υποστηρίξει ότι αυτό έγινε «για να διαπιστώσει πως είχε σταματήσει η κυκλοφορία του αίματος». Πιστεύω, μάλλον ασυνείδητα. Ο πρόεδρος πιέζει την Μπέρτα με ερωτήσεις, αλλά ο ρόλος του ψαλιδιού παραμένει ελάχιστα φωτισμένος.

Όταν η Μπέρτα Ραχέλ βεβαιώθηκε πως το παιδί της είχε πάψει να ζει, έκρυψε το μικρό πτώμα προσωρινά στο δοχείο της τουαλέτας της, έριξε τον πλακούντα από το παράθυρό της που βρισκόταν πάνω ακριβώς από τον σωρό της κοπριάς και αμέσως μετά κατέβηκε για να ξαναπιάσει δουλειά.

Την επομένη με ένα τσαπί έσκαψε μια τρύπα πίσω από τη σιταποθήκη κοντά στο χαντάκι για τα απόνερα -μια μικρή τρύπα, γιατί δεν είχε δυνάμεις- όπου έθαψε το παιδί.

Η χωροφυλακή ειδοποιήθηκε λίγες ημέρες αργότερα από ένα ανώνυμο γράμμα. Και η σορός του παιδιού βρέθηκε. Ο πρόεδρος πιστεύει πως δεν πρέπει να επιμείνει κανείς σ’ αυτό το ανώνυμο γράμμα, για το οποίο δεν έχει προσκομιστεί καμιά πληροφορία και, καθώς δεν ανήκω στο σώμα όσων κρίνουν αυτήν την υπόθεση, δεν γίνεται καμιά ερώτηση επ’ αυτού. Και το παρακάμπτουν.

Πρόεδρος: Η κυρία σας, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σας, δεν είχε κάποια απορία;

Η κατηγορουμένη: Έβλεπε καλά ότι πάχαινα, αλλά η κυρία μου δεν ήθελε να το πει. Δεν μου έκανε λόγο γι’ αυτό καθόλου.

Μετά, με φωνή πιο χαμηλή και λίγο συγχισμένα:

«Ο γιος του αφεντικού μού το έκανε».

Ο πρόεδρος: Δεν το είπατε αυτό από την αρχή. Μετά γυρνώντας στους ενόρκους: «Στην ανάκριση αρνήθηκε πεισματικά να πει ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού».

Συνεχίζοντας η κορασίδα Ραχέλ, δίχως να ακούει τον πρόεδρο:

«Με συμβούλευσε να το εξαφανίσω για να μην μαθευτεί πως ήταν αυτός».

Ο πρόεδρος: Να το εξαφανίσετε με ποιον τρόπο:

- Βάζοντάς το μέσα στη γη.

Αυτό λέγεται δίχως κάποιον ιδιαίτερο τόνο στη φωνή της. Το φτωχό κορίτσι μοιάζει σχεδόν ηλίθιο.

Ο πρόεδρος: Εφόσον η κατηγορουμένη δεν έχει πει τίποτε από αυτά στην ανάκριση, δεν ήταν δυνατόν να κληθεί ως μάρτυρας αυτός για τον οποίο μιλά τώρα. Στην κατηγορουμένη: «Μπορείτε να καθίσετε».

Τη στιγμή αυτή ο συνήγορος σηκώνεται:

«Είναι λυπηρό που η κατηγορουμένη δεν μας μίλησε εδώ, όπως το έκανε στην ανάκριση, για τα βραδινά διαβάσματα που έκαναν στο αγρόκτημα οικογενειακά. Στέκονταν σε θέματα ποικίλης ύλης των εφημερίδων και οι γέροι γονείς που έκαναν την ανάγνωση έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση, έλεγε, στις παιδοκτονίες».

Ο πρόεδρος: Κύριε συνήγορε Χ... δεν βλέπω τι ιδιαίτερο ενδιαφέρον μπορεί να έχει αυτό.

Τόσο το χειρότερο! Ευτυχώς οι ένορκοι, αυτοί, το βλέπουν. Και όλο το δράμα φωτίζεται όταν προσέρχεται ενώπιον του δικαστηρίου η κυρία. Είναι γριά πάνω από εξήντα ετών, στεγνή και στιβαρή, σαν μούμια, με σκληρά χαρακτηριστικά, παγωμένο βλέμμα, σφιγμένα χείλη. Το πρόσωπό της περιβάλλει ένα σκουφί από μαύρη δαντέλα και η κορδέλα που το δένει πέφτει σε έναν μικρό μαύρο μανδύα που σκεπάζει τους ώμους της.

Ο πρόεδρος: Είχατε την κορασίδα Ραχέλ στη δούλεψή σας; Ήσασταν ευχαριστημένη από αυτήν;

Η κυρία: Ω! Βεβαίως! Ήμουν πολύ ευχαριστημένη. Δεν είχα ποτέ κανένα παράπονο.

Ο πρόεδρος: Δεν αντιληφθήκατε ποτέ την εγκυμοσύνη της;

Η κυρία: Όχι, ποτέ! Αν είχα καταλάβει την κατάστασή της, δεν θα την είχα κρατήσει, αυτό είναι σίγουρο.

Ο πρόεδρος: Στην ανάκριση είπατε πως βλέπατε ότι [η σωματική της κατάσταση] παρουσίαζε αξιοπαρατήρητα σημάδια, αλλά πως νομίζατε πως αυτό προερχόταν από το στομάχι. Την παραμονή της ημέρας του τοκετού είδατε αίμα και νερό στην κουζίνα, στο μέρος όπου η κοπέλα ήταν καθισμένη.

Η κυρία: Νόμισα πως ήταν από ένα κοτόπουλο από το οποίο είχαμε βγάλει πριν τα εντόσθια.

Και αισθάνεται κανείς ακόμα και μέσα από την ίδια την καθαρή και ξερή φωνή της γριάς τη θέληση να μην ξέρει τίποτα, να μην έχει δει τίποτα, να μην βλέπει τίποτα.

Το πόρισμα της ανάκρισης αναφέρει πως σ’ αυτήν την απομονωμένη φάρμα δεν ερχόταν κανένας άντρας και πως η κοπέλα δεν μπορούσε να δει παρά μόνον τον σύζυγο της κυρίας της, ηλικίας 75 ετών, και τον γιο της, ηλικίας 35 ετών, σε κάποιαν από τις αραιές και σύντομες εμφανίσεις του. Η γριά μας γνωστοποιεί επίσης ότι κάποιος θα πρέπει να περάσει από το δικό της δωμάτιο για να μπει στο δωμάτιο της υπηρέτριας -και αυτό λέγεται για να δείξει πως δεν υπάρχει περίπτωση να είναι ο γιος της, ο οποίος... κ.λπ.

Και ο πρόεδρος, που επιθυμεί ξεκάθαρα να μην αφήσει την υπόθεση να πάρει άλλη τροπή και να περιορίσει το κατηγορητήριο, παρακάμπτει.

Η κατάθεση του γιατρού δεν μας μαθαίνει τίποτα καινούργιο∙ εξηγεί διά μακρών πως το παιδί γεννήθηκε ζωντανό, επομένως βρισκόμαστε ενώπιον μιας περίπτωσης όχι έκτρωσης αλλά παιδοκτονίας. Ωστόσο το χτύπημα με το ψαλίδι, που δόθηκε ελαφρά και κατά κάποιον τρόπο με προσοχή, έγινε μάλλον για να επιβεβαιώσει πως το παιδί ήταν νεκρό. Όμως ανέπνευσε διότι, όταν έβαλε σε μια λεκάνη με νερό την πνευμονική μάζα, επέπλεε [επομένως οι πνεύμονες είχαν πάρει αέρα].

Όσο το δικαστήριο διασκέπτεται, ένας ψίθυρος κυκλοφορεί μέσα στην αίθουσα: ο γιος της κυρίας είναι μέσα στην αίθουσα. Αποκαλύπτεται να είναι καθισμένος δίπλα της. Ενοχλημένος από τα εχθρικά βλέμματα, έχει το κεφάλι σκυμμένο, στηριγμένος στη λαβή του μπαστουνιού του, και δεν καταφέρνω να τον δω.

Η κορασίδα Ραχέλ κρίνεται ένοχη [για την τέλεση της πράξης], αλλά, καθώς έχει ενεργήσει δίχως ικανότητα για διάκριση [της ηθικής απαξίας της πράξης], απαλλάσσεται [από την ποινή] και επαναποδίδεται στους γονείς της.

Έκπληξη και απογοήτευση αισθάνεται όποιος/α σταθεί έστω και για λίγο στα κοινά σημεία της αφηγούμενης υπόθεσης με την περίπτωση της παιδοκτονίας που πρόσφατα συντάραξε την ελληνική δημόσια συνείδηση, ιδίως αν αναλογιστεί πως ανάμεσα στα δύο συμβάντα μεσολαβεί ένας αιώνας, σημαδεμένος από τις αποκαλούμενες γυναικείες διεκδικήσεις / «κατακτήσεις»: κατάφαση της γυναικείας σεξουαλικότητας ως αγαθού, χαλάρωση των αυστηρών (πατριαρχικής κοπής) ηθών και επικράτηση της εικόνας της σύγχρονης γυναίκας που διαθέτει γενετήσια αυτονομία και αυτεξουσιότητα ως προς τη σεξουαλικότητά της -έχει επομένως επίγνωση των συνεπειών της σεξουαλικής ελευθερίας της και διαθέτει γνώση του «αποδεκτού» τρόπου με τον οποίον μπορεί να «απαλλαγεί» από ενδεχόμενες «ανεπιθύμητες» επιπτώσεις.

Γιατί το πρόσφατο έγκλημα που συνέβη στη Νέα Σμύρνη δεν επαναφέρει στο παρόν μόνον μιαν αρχαϊκότητα, ένα «γυναικείο» εγκληματικό φαινόμενο που προσιδίαζε στις παραδοσιακές, κλειστές, αγροτικές κοινωνίες των περασμένων εποχών -σε αντίθεση προς το «αστικότερο» γυναικείο έγκλημα της άμβλωσης-, αλλά υποβάλλει και βαθύτερες σκέψεις.

Η ίδια η νομική υπόσταση του εγκλήματος της παιδοκτονίας αποτελεί μια ξεπερασμένη νομική μορφή, κατά το μέτρο των αντιλήψεων περί μητρότητας και πατρότητας που υπονοούνται αλλά και ενεργοποιoύνται μέσα από αυτήν. Αναγκασμένη να κινηθεί μέσα στις αυστηρές και περιοριστικές κατηγορίες του ποινικού δικαίου (φυσικός αυτουργός, συνεργός, ηθικός αυτουργός) η μορφή αυτή επενδύει κατ’ αποκλειστικότητα σε ένα ηθικό θεμέλιο που μοιάζει να προκύπτει «ενστικτωδώς» και αυτοματικά από τη (συμβολικά ανεπεξέργαστη) γυναικεία φύση - μητρότητα.

Η ίδια λογική εξάλλου επιτρέπει να υπάρχει στο κοινόχρηστο αλλά και νομικό λεξιλόγιο ο όρος «ανύπανδρη μητέρα», αλλά όχι και ο αντίστοιχος «ανύπανδρος πατέρας».

Βέβαια αυτή η παντοδυναμία μιας φυσικής μητρ(ικ)ότητας, ως ηθικής δύναμης / ευθύνης να «φέρνει» ζωή, να είναι ζωογόνος, ποτέ δεν είχε κατανοηθεί μονοσήμαντα στους ανθρώπινους πολιτισμούς. Συνοδευόταν πάντοτε από το λογικά αναγκαίο, αρνητικό ανάλογό της: μια γυναικεία μυστική εξουσία και επί του θανάτου, μια θανατογόνο γυναικεία δύναμη, μια γυναικεία ευθύνη να «προκαλεί», εξίσου, θανατηφόρες πράξεις.

Η Μήδεια πήγαινε πάντα χέρι - χέρι με τη Γλυκοφιλούσα Θεοτόκο. Είναι αυτή η -ερήμην των ίδιων των γυναικών- ανάγνωση της μητρικής δύναμης, ως πηγής του καλού (ζωής) και του κακού (θανάτου) ταυτοχρόνως, που χρειάστηκε να χειραγωγηθεί από κοινού με τη μοντέρνα απώθηση του θανάτου, κατά την εξέλιξη του ανθρώπινου αυτο-εκπολιτισμο,ύ για να θυμηθούμε τον Νόμπερτ Ελίας.

Στο συνεχές αυτής της εξέλιξης εγγράφεται η ιατρικοποίηση της γυναικείας αναπαραγωγικής δυνατότητας ως τρόπου για να αποσπαστεί ο θάνατος από τη μητρότητα και η ποινικοποίηση ως γυναικείας βίας, της σχέσης μητρότητας - θανάτου (της ζωής).

Η εικόνα ωστόσο που επαναφέρουν στο προσκήνιο οι δύο περιπτώσεις βρεφοκτονίας είναι ανησυχητική γιατί μας κομίζουν μια προγενέστερη, απωθημένη, αρχαϊκότερη, «αλήθεια»: το ίδιο το γυναικείο σώμα που εγκυμονεί και κυοφορεί, αιμάσσει και πονά αποτελεί μια εξαιρετική, οριακή, σωματικότητα∙ είναι ο σιωπηλός τόπος όπου εκδηλώνεται και δοκιμάζεται σωματοποιημένη μια «αδιανόητη» για τις καθαρές πολιτισμικές κατηγοριοποιήσεις συνύπαρξη / σύγχυση: του γυμνού θανάτου (βία) με τη γυμνή ζωή, του μιαρού με το καθαρό, της ντροπής με την υπερηφάνεια.

Γι’ αυτό και η (μητρική) βία του θανάτου πριν να γίνει εγκληματική πράξη έχει ήδη βιωθεί ως βία θανάτου στην και από τη μοναχική, γυναικεία σωματικότητα.

Όσο ισχύουν τα παραπάνω, παρά τις όποιες γυναικείες κατακτήσεις, κάτι λίγο από τον αρχέγονο φόβο, τον πόνο και την (αχρείαστη) βία της νεαρής «παιδοκτόνου» του 21ου αι. ανήκει και σε εμάς. Η πράξη της περιέχει τον πολιτισμό μας και τις απωθήσεις του.

* Μέλος του Διδακτικού και Επιστημονικού Προσωπικού της Νομικής Σχολής.

 

 

1 Βλ. André Gide, Souvenirs de lα cour d’ assises, Gallimard 2009(4), Παρίσι, σ. 45-50.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δεν είναι μόνο τουρκική κρίση

Μια νέα κρίση φουντώνει στη γειτονιά μας, που πιθανότατα θα μείνει στην Ιστορία ως η κρίση της τούρκικης λίρας. Είναι μια κρίση που μας αφορά άμεσα, όχι μόνο διότι διαδραματίζεται δίπλα μας, αλλά και...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο