Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το κοινοτικό εργαστήριο

Οι περισσότεροι άνθρωποι που γράφουμε σπάνια ή ποτέ δεν έχουμε κάτι πραγματικά δικό μας να πούμε, εννοώ σ' αυτό το είδος λόγου που ονομάζουμε μελέτη και στο σινάφι που ονομάζαμε κάποτε λογιοσύνη, κάτι που θα αποτελέσει προσθήκη στη γνώση μας και θα τροποποιήσει έστω και λίγο τη σκέψη και την ευαισθησία μας. Ο Παντελής Μπουκάλας έχει πράγματι κάτι δικό του να πει για το δημοτικό τραγούδι, κάτι που το κυοφορεί χρόνια και τώρα πια άρχισε να το κοινοποιεί: μελέτη τη μελέτη, τόμο τον τόμο, σ' ένα είδος ευεργετικού μιθριδατισμού, ώστε να προλαβαίνουμε εμείς να διαβάζουμε και ο Σταύρος Πετσόπουλος να εκδίδει. Εδώ δεν έχουμε την απλή τροποποίηση της ευαισθησίας μας ή τη μικρή μετατόπισή της προς όμορες περιοχές που η προηγούμενη προσήλωσή μας τις είχε αφήσει αθέατες και ατρύγητες. Εδώ έχουμε μια εκ νέου πανηγυρική εγκατάσταση του δημοτικού τραγουδιού στην καρδιά της σύγχρονης, αστικής, απομαγευμένης ευαισθησίας. Θα ήταν λίγο αν έλεγα ότι πρόκειται για μείζον έργο. Λέω λοιπόν πως θα αποδειχθεί καταστατικό, μολονότι και αυτή η λέξη, όπως τόσες άλλες, πολυτιμότερες και λιγότερο σοβαροφανείς, έχει γίνει πενηνταράκια σε ανούσιες συναλλαγές.

Η αλήθεια, που σπεύδω να την ομολογήσω, είναι ότι το επίτευγμα τού Παντελή μού προξενεί δέος και θαυμασμό. Είναι, με τον τρόπο που ο ίδιος προσεγγίζει το αντικείμενό του, αγωγός θάμβους. Αλλά τα υλικά που χρειάστηκε να δουλευτούν εδώ ήταν σκληρά και δυσήλατα, όσο τουλάχιστον και αστραφτερά. Τα «νήματα της μνήμης» πληγιάζουν κάποτε τα δάχτυλα ώσπου να υφανθεί και να φανεί εντέλει το λαμπερό ύφασμα. Τη δυσκολία (ίσως θα έπρεπε να πω την ουτοπία) την προσδιορίζει ο ίδιος με τις πρώτες κιόλας λέξεις τού βιβλίου του:

 

Ομολογώ από μιας αρχής ότι τα δημοτικά τραγούδια . . . τα πλησιάζω πάντα αισθηματικά, δοκιμάζοντας το ανέφικτο: να μείνουν κατά μέρος, πρόσκαιρα έστω, ώσπου να ψυχθεί το αίσθημα και να στερεωθεί, όσα σύνεργα ερμηνευτικά πρόσθεσε ο χρόνος και ἡ απόσταση από τον γενέθλιο τόπο της παρθενικής επαφής [σ. 15].

 

Θα επανέλθω σε λίγο σε αυτή τη ζωτική εκκρεμότητα, το άνοιγμα μιας ρωγμής στον χρόνο και τον τρόπο της σχέσης μας με το δημοτικό τραγούδι, γιατί πιστεύω ότι ἡ γιγαντιαία προσπάθεια που εγκαινιάζεται εκδοτικά απόψε έχει ως βαθύτερο στόχο να κρατήσει ανοιχτή αυτή την αναστάσιμη ρωγμή: ένα αισθηματικό πλησίασμα προς κάτι που όλοι φοβόμαστε πως έχει οριστικά χαθεί, αν υπήρξε ποτέ τόσο αμιγώς πρωτογενές όσο το νοσταλγούμε. Προέχει όμως να κατανοήσουμε από μιας αρχής πόσο δύσκολη, πόσο επίπονη θα υπήρξε ἡ κατεργασία αυτού του ακατέργαστου θάμβους. Γνωρίζω, όπως γνωρίζουν και άλλοι φίλοι τού Παντελή ανάμεσά μας, τον μόχθο που έγινε βιβλίο με τα χρόνια αλλά και τη βαριά εργασία τού πένθους που βρίσκεται στον πυρήνα του εγχειρήματος. Εν μέρει γνωρίζω και εν μέρει διαισθάνομαι, όσο μπορεί κανείς να γνωρίζει ή να διαισθάνεται τον πόνο ενός άλλου, κι όταν ακόμη αυτός ο άλλος είναι, όπως είναι για μένα ο Παντελής Μπουκάλας, αδερφικός φίλος. Μόχθος, πένθος, αλλά και περισσή αγάπη που μοιάζει να θέλει να μας συμπεριλάβει όλους σε μια χειρονομία σύναξης προς τον ενεργό ακόμα, πυρακτωμένο πυρήνα μιας αυθεντικότητας από την οποία νιώθουμε ή προσδοκούμε ότι πηγάζει η λυτρωτική δύναμη τού δημοτικού τραγουδιού. Να μας συμπεριλάβει όλους, πράγματι. Και δεν εννοώ μόνο το προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων που αποτελεί τον κατάλογο ευχαριστιών του Παντελή. Εννοώ πρωτίστως τη βαθύτερη πεποίθησή του ότι οι χρήστες των δημοτικών τραγουδιών, όχι μόνοι οι παλαιοί αλλά και οι σημερινοί και εφήμεροι εμείς, λειτουργούν –δηλαδή τραγουδούν, χορεύουν, γιορτάζουν και θρηνούν– κατά κοινότητες, προϋποθέτουν και συνάμα επιτελούν κοινοτικό ήθος. Με άλλα λόγια, για τον συγγραφέα το ήθος τού δημοτικού τραγουδιού είναι κοινοτικό· και ἡ έμφαση αυτή προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό ό,τι πραγματικά δικό του έχει να μας πει ο Παντελής Μπουκάλας για το δημοτικό τραγούδι.

Η λέξη «έμφαση» που χρησιμοποίησα μόλις τώρα δεν αποδίδει αυτό που θέλω να πω και σίγουρα αδικεί τον Παντελή Μπουκάλα. Εξηγούμαι λοιπόν, κάνοντας μερικά βήματα πίσω. Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη στάθηκε ιδιαίτερα γόνιμη απέναντι στο δημοτικό τραγούδι, που εγώ εξακολουθώ να το θεωρώ το δυσκολότερο συνολικά φιλολογικό πρόβλημα της γραμματείας μας. Η δυσκολία έγκειται στη σύνθετη διεργασία που έχει μεταποιήσει ένα συνολικό λειτουργικό πλαίσιο που ονομάζουμε δημοτικό τραγούδι και που τώρα πια κρατούμε οι περισσότεροι το λαμπρό κέλυφός του, σε λογοτεχνία όπως την εννοούμε εμείς σήμερα. Την περίπλοκη κοινωνική διεργασία που τρέφει την επιθυμία μας από την καρποφορία ενός πρότερου, προφορικού πολιτισμού εμείς να δρέψουμε μια νέα χρήση, μια νέα συνήθεια και μια νέα αισθητική απόλαυση του δικού μας, αστικού και πρωτίστως γραμματειακού πολιτισμού. Τη δυσκολία την αντιμετωπίζουν επιτυχώς μελέτες που αναδιφούν τους ιστορικούς, ιδεολογικούς ή ευρύτερα ανθρωπολογικούς όρους της γένεσης τού ενδιαφέροντας για τα δημοτικά τραγούδια, αλλιώς της ανακάλυψης των δημοτικών τραγουδιών ως εστίας επιστημονικού ενδιαφέροντος και μελέτης αλλά πρωτίστως απόλαυσης και μίμησης από κοινωνικά στρώματα που δεν ενέχονται πρωτογενώς στη δημιουργία και τη διάδοση αυτών των τραγουδιών – μελέτες που για να προσεγγίσουν τα δημοτικά τραγούδια ανάγονται στον προφορικό πολιτισμό που τα γέννησε και τις αρχαϊκότητες που τα κράτησαν σε χρήση. Εδώ έχει πρωταγωνιστήσει ο Αλέξης Πολίτης με την Ανακάλυψη των δημοτικών τραγουδιών και τα δημοσιεύματα που απαρτίζουν τον τόμο Το δημοτικό τραγούδι. Μια άλλη περιοχή μελέτης αφορά περισσότερο την ποιητική των δημοτικών τραγουδιών, κι εδώ ασφαλώς έχει διαπρέψει ο Γρηγόρης Σηφάκης, κατ' αρχάς με τη φερώνυμη μελέτη του Για μια ποιητική τού ελληνικού δημοτικού τραγουδιού και μετά με πάμπολλα ομόθεμα κριτικά δοκίμια που ερευνούν στις λεπτομέρειές της τη λειτουργία της προφορικής παράδοσης και τη διάδοσή της. Μια τρίτη περιοχή περιλαμβάνει τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις τού δημοτικού τραγουδιού, που συνεχίζουν τη ρηξικέλευθη εργασία του Στίλπωνα Κυριακίδη. (Υπενθυμίζω εδώ, μεταξύ άλλων, τη λαμπρή μελέτη της Μάργκαρετ Ἀλεξίου, Ο τελετουργικός θρήνος στην ελληνική παράδοση.) Το έργο του Αλέξη Πολίτη και τού Γρηγόρη Σηφάκη, με τον απαραίτητο πλέον ανθρωπολογικό εξοπλισμό τους, αποτελεί σήμερα το ασφαλέστερο σημείο αναφοράς για να προσανατολιστούμε στη μελέτη και τη στοχαστική δεξίωση τού δημοτικού τραγουδιού. Τί άλλο θα μπορούσε να χωρέσει εδώ, τί θα μπορούσε παρεμβληθεί σε όλη αυτή τη ζηλευτή παραγωγή επιστημονικής γνώσης;

Μίλησα προηγουμένως για το κοινοτικό ήθος τού δημοτικού τραγουδιού. Η μετατόπιση από τον εμπνευσμένο συλλογέα και τους κατά μόνας αναγνώστες του στον συλλογικό δημιουργό και χρήστη τού δημοτικού τραγουδιού, δηλαδή, χοντρικά, από τη ρομαντική αισθητική που οδηγεί στην ανακάλυψη τού δημοτικού τραγουδιού στην κατά το δυνατόν σαφέστερη επανατοποθέτησή του στα ιστορικά και εθνολογικά του συμφραζόμενα, αποτελεί ασφαλώς κεκτημένο της σύγχρονης επιστήμης. Οι έννοιες της προφορικότητας και τού συλλογικού, υπερπροσωπικού χαρακτήρα τού λαϊκού έργου ανήκουν στους κύριους όρους αυτής της επιστημονικής ανάκτησης τού δημοτικού

 

τραγουδιού, της απόσπασής του από την εποπτεία τού εθνορομαντισμού, μολονότι, απ' όσο γνωρίζω, το επίθετο κοινοτικός, που έχει και τους δικούς του ιδεολογικούς απόηχους, δεν συνηθίζεται στις σχετικές συζητήσεις. Θα έλεγα λοιπόν ότι η εμμονή στον κοινοτικό χαρακτήρα τού δημοτικού τραγουδιού δεν τεκμαίρει μιαν απλή μετατόπιση της έμφασης αλλά μιαν αναψηλάφηση των όρων, κυρίως των γλωσσικών όρων, της συλλογικότητας του προφορικού πολιτισμού απ' όπου γεννήθηκε το δημοτικό τραγούδι: αυτού που ο συγγραφέας προσφυώς ονομάζει «κοινοτικό γλωσσικό εργαστήριο». Κανείς ώς τώρα δεν έχει διεισδύσει τόσο βαθιά στη λειτουργία αυτού τού εργαστηρίου, στα μυστικά και τα επιτεύγματα της κοινοτικής συντεχνίας τού τραγουδιού, όσο ο Παντελής Μπουκάλας. Για να το πω διαφορετικά: κανείς δεν έχει διεισδύσει τόσο βαθιά στη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών, ώστε να ανασυστήσει αυτό που η επιστήμη έμοιαζε προς στιγμήν να έχει απωλέσει: την ποίηση των δημοτικών τραγουδιών, την τόσο αυτονόητη για τους Έλληνες ποιητές από τον Σολωμό ώς τον Σεφέρη. Αρκεί, σπεύδω να διευκρινίσω, την ποίηση αυτή να την εννοήσουμε, όσο μπορούμε, στην πρωτογενή λειτουργία της, ως κατά παρέκκλισιν τροπή της καθομιλουμένης, ως σφριγηλή και δρώσα δύναμη κάθε φορά που στην κοινή χρήση της γλώσσας γεννιέται ἡ ανάγκη της έκφρασης. Την ποίηση ως δημιουργό βούληση που εκδηλώνεται όταν η γλώσσα εκτρέπεται (όπως εκτρέπεται κάποτε για όλους, αναπόφευκτα) από την εργαλειακή-δηλωτική στην εκφραστική λειτουργία της, και οι κάθε λογής αντικανονικότητες, ηθελημένες και αθέλητες, αναζητούν μια νέα, άφθαρτη ακρίβεια. Και με τα λάθη της, σκόπιμα ή προϊόντα κάποιας αδιαφορίας για το σωστό και το κανονικό, μπορεί και φυσικής αδαημοσύνης, ἡ γλώσσα δηλώνει τα πάθη των χειριστών της. Δεν είναι όλα πετυχημένα, ούτε και νομιμοποιούνται όλα από τη συλλογική μακρόχρονη χρήση. Όσο μεγαλύτερη η ανάγκη που τα γεννάει τόσο περισσότερες οι πιθανότητες να αντέξουν και να επιβληθούν.

Ἡ διείσδυση στο κοινοτικό γλωσσικό εργαστήριο ισοδυναμεί με την προσπάθεια του συγγραφέα να δει και να αισθανθεί το δημοτικό τραγούδι «από μέσα», σαν αυθεντικός χρήστης του, και όχι απ' έξω, σαν μελετητής του. Πάλι όμως, έστω και σ' αυτό το υποθετικό «από μέσα», δεν είναι καθόλου βέβαιο, όσα φτερά κι αν μας χαρίζουν η συμπαθητική φαντασία και το προσωπικό βίωμα, ότι μπορούμε να ξεχωρίσουμε αυτό που ένας φιλόσοφος ονομάζει «ανθρωπολογική στάση» από τη στάση τού αυθεντικού χρήστη. Η στόχευση τού Παντελή Μπουκάλα βασίζεται ακριβώς στη δυνατότητα αυτής της εσωτερικής διάκρισης, μολονότι έχει συγχρόνως και όλα τα στοιχεία μιας βαθιάς και ενημερωμένης ανθρωπολογικής ματιάς. Η γλωσσοκεντρική προσέγγιση υποβάλλει ένα άλλο «από μέσα», που δεν εξαντλείται στις ανθρωπολογικές του προϋποθέσεις. Μια εννοιολογική σκαλωσιά που τα πραγματικά, απτά στοιχεία της τα παρέχει το ιστορικό βάθος της ελληνικής γλώσσας και η εμπλοκή της στις υποθέσεις τού κοινοτικού εργαστηρίου. Εδώ ελλοχεύει ένας παλαιότατος κίνδυνος, συντομογραφικά το δημοτικό τραγούδι ως τεκμήριο της διαχρονικής «ταυτότητας της ελληνικής ψυχής» (για να χρησιμοποιήσω τη φράση τού Παλαμά), που ο ιδεολογικά εγρήγορος Μπουκάλας σπεύδει να τον αποσοβήσει:

 

Πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο λαϊκός τραγουδιστής ή ο δήμος-ποιητης ανακαλούσε συνειδητά τους «ουσιώδεις χαρακτήρας της αρχαίας τέχνης» και επέστρεφε αποφασιστικά και ηθελημένα σ' αυτούς για να τους επαναλάβει. Κοινά ή παράλληλα μοτίβα ή εκφραστικά τεχνάσματα ανάμεσα στην ελληνική δημοτική ποίηση και στην αρχαιοελληνική εντοπίζονται αρκετά εύκολα, ἡ ύπαρξή τους όμως δεν αποδεικνύει πως ο ιστορικός χρόνος πέρασε δίχως ν' αφήσει βαθιά τα ίχνη του, συν τοις άλλοις και επειδή ορισμένα από αυτά τα κοινά στοιχεία τα μοιράζεται η ελληνική ποίηση και με αλλόγλωσσες [σ. 57].

 

«Περιήγηση» χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Παντελής Μπουκάλας την περιπλάνησή του στο γλωσσικό σύμπαν τού δημοτικού τραγουδιού: στην πραγματικότητα, το πόνημα που κρατάμε και όσα θα ακολουθήσουν έχει προκύψει από μια μοναδική, ενδελεχή και μάλλον εξαντλητική σύνοψη και λεπτομερή παραβολή όλων των γνωστών καταγραφών και συλλογών. Ένα εξέχον χαρακτηριστικό αυτής της περιήγησης είναι η διαρκής κίνηση της γλωσσικής περιέργειας τού συγγραφέα μπρος πίσω, πάνω κάτω, σε όλον τον κορμό και όλες τις ιστορικές περιόδους της ελληνικής λαλιάς, αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας. Ειδικά ἡ αρχαιογνωσία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της προσέγγισής του, μολονότι, όπως είδαμε, ἡ πληθωρική χορήγησή της συνοδεύεται από συνετές οδηγίες ιδεολογικής υγιεινής. Ο ίδιος ο συγγραφέας όμως, ο Παντελής Μπουκάλας, εν αντιθέσει προς τον δήμο-ποιητή, ανακαλεί συνειδητά και συνεχώς «ουσιώδεις χαρακτήρες» της ελληνικής τέχνης και αρδεύεται κατ' εξακολούθηση από τα πλούσια κοιτάσματα της αρχαιογνωσίας του προκειμένου να πλησιάσει το δημοτικό τραγούδι. Ένα από τα μόνιμα, θεμελιώδη χαρακτηριστικά της συγγραφικής προσωπικότητας που ονομάζεται Παντελής Μπουκάλας είναι μια πρωτοφανής στα χρόνια μας αρχαιογνωσία που μαρτυρείται παντού: όχι μόνο στις μεταφράσεις του από την αρχαία δραματική και λυρική ποίηση, αλλά και στις μελέτες του και φυσικά ακόμη και στην καθημερινή σχολιογραφία και επιφυλλιδογραφία του. Προσωπικό, ατομικό επίτευγμα, δίχως άλλο. Δεν παύει όμως να ανασυστήνει στο μεταλλαγμένο παρόν μας τη μορφή ενός λογίου που δεν είναι άγνωστος στην ελληνική παιδεία. Για τον Παντελή Μπουκάλα θα 'λεγες ότι ακόμη και ἡ αρχαία ελληνική είναι μέρος τού κοινοτικού ταμείου.

Η μέθοδος, που δεν προτείνεται καθόλου ως μέθοδος, είναι μια μορφή προοπτικής ανάγνωσης ή συνανάγνωσης ποιητικών τρόπων από την αρχαία ώς τη γλώσσα που μιλούμε σήμερα, την κοινή νεοελληνική ή όπως αλλιώς θέλουμε να την πούμε: η ανίχνευση, έστω, παραλληλισμών, ισομορφισμών και συμπτώσεων ανάμεσα στην αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νεότερη γραμματεία, χωρίς καμιά απολύτως υποκείμενη θέση για την ιστορική τους συνέχεια, την εθνική τους συνοχή ή το εκπαιδευτικό τους αντίκρισμα. Η ίδια η πρακτική, εντούτοις, δεν είναι μόνο καθ' εαυτήν γοητευτική. Ως γεγονός της παιδείας μας, υπαγορεύει κι ένα είδος αξιακού προσανατολισμού που είναι κρίσιμο να τον ξανασυζητήσουμε. Δεν πιστεύουμε, όχι, ότι ἡ λεξιπενία των Ελληνόπουλων οφείλεται στην άγνοια της αρχαίας ελληνικής ούτε ότι χωρίς τη θεραπεία της αρχαίας η γλώσσα που μιλάμε είναι μισερή, ανάπηρη ή ετοιμοθάνατη. Ἡ θέση μας, όπου μας έχει ζητηθεί, είναι σαφής. Δεν αλλάζει όμως το γεγονός ότι είμαστε ομιλητές μιας γλώσσας η οποία, όπως και να το κάνουμε, μας παρέχει ακόμα προνομιακή πρόσβαση στην αρχαία προκάτοχό της και εν δυνάμει σε όλο το περιεχόμενο της ανθρωπιστικής παιδείας που εκφράστηκε σ' εκείνη τη γλώσσα, τη νεκρή τώρα πια. Ο Κοραής είχε δίκιο και σ' αυτό. Δεν είχε όμως δίκιο –δεν ξέρω αν το έγραψε, πάντως το πίστευε– ότι για να γράψεις σπουδαία λογοτεχνία πρέπει να είσαι κυριολεκτικά σπουδαίος, δηλαδή βουτηγμένος στην αρχαιομάθεια. Σ' αυτό τον διέψευσε αμέσως κι εξακολουθητικά ο Σολωμός. Θεωρώ όμως το προοπτικό άνοιγμα τού Παντελή Μπουκάλα σε όλη την έκταση της ελληνικής γλώσσας κρίσιμο για την παιδεία μας και καλωσορίζω μελέτες που το επιτελούν χωρίς όμως να το διαφημίζουν ως εθνικό πρωτείο, φυλετικό προνόμιο ή ακαταμάχητο αντίπαλον δέος προς κάποιους, συνηθέστερα φαντασιακούς, εχθρούς.

Η μελέτη τού Παντελή είναι ουσιωδώς γλωσσοκεντρική – ίσως να την έλεγα και γλωσσομαντική, αν λάβει κανείς υπόψη και την αρχαιογνωστική της κάθοδο, όπως την είδαμε προηγουμένως. Χωρίς να αγνοεί –κάθε άλλο μάλιστα, τις συνοψίζει όλες– τις ιστορικές, κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, λαογραφικές, όψεις της μελέτης του δημοτικού τραγουδιού, όπως έχουν αναπτυχθεί από τη γένεση του ενδιαφέροντος ως σήμερα (ο ίδιος μιλάει για «ανοιχτόκαρδη αγάπη» και «ανοιχτόμυαλη ανάγνωση»), ο συγγραφέας ανατέμνει ουσιαστικά τη γλώσσα τού δημοτικού τραγουδιού, τη δαιμόνια μετασχηματιστική της δύναμη, για να καταδυθεί σε βαθύτερα στρώματα γλωσσικής και ιστορικής μνήμης, στο γλωσσικό υποσυνείδητο, εκεί όπου ένας ουδόλως λαϊκόληπτος σύγχρονος ποιητής, ο Έλιοτ, εντόπιζε αυτό που ονόμαζε «ακροαματική φαντασία». Την ακροαματική φαντασία τού δημοτικού τραγουδιού, την τραγουδισμένη αλλά και την δωρικά απαγγελλόμενη στο κοινοτικό εργαστήριο της μνήμης, ο Παντελής Μπουκάλας τη γνωρίζει καλύτερα απ' οποιονδήποτε άλλον μέχρι στιγμής. Και η ακροαματική αυτή φαντασία δεν είναι μόνο ζήτημα γλώσσας, όσο κι αν γλωσσολογούνται τά εργαλεία της, αλλά ζήτημα ενός βαθύτερου κοινοτικού ήθους, που λειτουργείται στα σημεία όπου η γλώσσα συνηχεί με πανάρχαια ρήματα για να επιτελέσει ένα έργο κατεξοχήν ελευθερωτικό, καθώς διαλαλεί τα πρωτεία τού συλλογικά ή κοινοτικά κατορθωμένου λόγου, της συλλογικής έκφρασης, απέναντι στα θεμελιώδη πάθη τού ανθρώπου: τον έρωτα, το θάνατο, την αρρώστια, την ξενιτιά, τον πόνο. Αυτό το βαθύτερο ανθρωπολογικό μέγεθος ανιχνεύει στη γλώσσα τού δημοτικού τραγουδιού ἡ μελέτη του Παντελή Μπουκάλα, γυρεύοντας μια αναστάσιμη ρωγμή στο τραγικό θεμέλιο του κόσμου, όπου δεν έχουν τελειωμό τα πάθη και οἱικαημοί, ώστε να βγούμε όλοι «με ξανακερδισμένη την εμπιστοσύνη στον λόγο της αγάπης» (σ. 388). Μ' αυτές τις αμήχανες, προκαταρκτικές σκέψεις σάς κατευοδώνω σε τούτη τη μοναδική αναζήτηση που μας επεφύλασσε, για τα όψιμα χρόνια μας, ο αγαπημένος μας φίλος Παντελής Μπουκάλας.

 

Δείτε όλα τα σχόλια