Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τεχνοκαπιταλισμός, επιτάχυνση και η δύση του συλλογικού νοήματος

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επιταχύνει, αυτή είναι η δουλειά του. Δεν τον νοιάζουν οι ειδήσεις, δεν τον νοιάζει η άποψή σου, δεν τον νοιάζει εάν η Χ.Α. σκότωσε τον Παύλο Φύσσα, ενδιαφέρεται μόνο για ένα πράγμα: τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσα από τη δημιουργία καινούργιων αγορών και τη διακοπή (disruption) των υπαρχουσών. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού οι αγορές δεν είναι ηθικοί φορείς. Παρά την πεισματική εμμονή των εγχώριων δημοσιογράφων να τις περιγράφουν ως κάτι που έχει χέρια, πόδια και αντιδρά, οι αγορές δεν είχαν και δεν μπορούν να αποκτήσουν από μόνες τους πράξη, πόσο μάλλον πολιτική. Το ίδιο ισχύει και για τους μαζικής κατανάλωσης αλγόριθμους. Δεν τους ενδιαφέρει να σου πουν την αλήθεια, δεν φτιάχτηκαν για να λειτουργούν προς το δημόσιο καλό ούτε καν για να σου λένε κάτι που έχει στη γλώσσα σου νόημα, δεν έχουν ηθική. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν φέρουν αξίες, ότι δεν έχουν προγραμματιστεί για να λένε συγκεκριμένες ιστορίες και να δομούν τη διάδραση με ιδεολογικά φορτισμένο τρόπο. Σημαίνει απλώς ότι πρέπει να θυμόμαστε πως οι μαζικά παραγόμενοι αλγόριθμοι δεν είναι υποκείμενα, δεν έχουν αυτό που λέγεται “Ν” στη νοημοσύνη, απλώς έχουν το “Τ”, και οι εταιρείες που τους διαθέτουν έχουν και τους μηχανολόγους τους να προφέρουν το “Ν”.

Αυτή τη στιγμή οι αλγόριθμοι που λειτουργούν μαζικά έχουν δομική θέση στον τρόπο με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός σαρώνει τη μια αγορά μετά την άλλη αναζητώντας τη συσσώρευση κέρδους από οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι αλγόριθμοι κυριολεκτικά χαμηλώνουν το κόστος τής εργασίας, αλλάζουν ριζικά τις σχέσεις παραγωγής, προπάντων όμως έχουν προνομιακή θέση σε τεχνοκαπιταλιστικούς μύθους. Και είναι μέσα απ’ αυτούς τους μύθους που το αίτημα του νεοφιλελευθερισμού παγιώνεται. Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι αλγόριθμοι έχουν πάρει πια πρωταγωνιστικό στον λόγο περί καινοτόμου ΑΙ και άλλων τεχνοκαπιταλιστικών φαντασιώσεων. Αποτελούν σχεδόν φετίχ – και οι συνεχείς αναφορές καθώς και η αρθρογραφία γύρω από αυτούς υποστηρίζουν τη γνωστή προσέγγιση περί σύμπτωσης νεοφιλελευθερισμού και ψηφιακού. Ακριβώς επειδή παρουσιάζονται ως ηθικοί φορείς, ενσαρκώνουν λογικές κέρδους με αμφίεση ιδιαίτερα πειστική αφού αναπαριστά τις εξουσίες επιστημολόγων. Γι’ αυτούς που προέρχονται από τη φιλοσοφία της επιστήμης ή του νου, τέτοιας λογής αμφιέσεις είναι παρωδίες. Για τους απλούς αναγνώστες όμως οι αμφιέσεις αυτές είναι γλαφυρές, διασκεδαστικές αναπαραστάσεις τής υπεροχής του ψηφιακού ως του μόνου μέλλοντός μας.

Σύμφωνα με την παγιωμένη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, που ενσαρκώνουν, η αγορά είναι φύλακας-άγγελος του δημοσίου συμφέροντος και οτιδήποτε ψηφιακό ενσαρκώνει τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς. Η ιδέα είναι πως αν το αφήσουμε μόνο του, θα λειτουργήσει – κι ακόμα χειρότερα, όπως ο αλγόριθμος μαθαίνει μόνο του. Δεν μας χρειάζεται, μπορεί με έναν μαγικό ψηφιακό τρόπο να αδράξει γνώση από το μη τεχνητό. Στη ρύθμιση, από τα νομοθετικά πλαίσια μέχρι τις χρηματοδοτήσεις, τo “ψηφιακό” και η ελεύθερη αγορά θεωρούνται συνώνυμα, θεωρούνται ηθικοί φορείς, σ’ έναν ξέφρενο νατουραλισμό υπό το κράτος του οποίου ξεκάθαρα έχουμε ξεχάσει ότι εμείς τους φτιάξαμε και ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τίποτα αν πολιτικά αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Και όμως, είκοσι χρόνια τώρα, όλες οι πολιτικές, αλλά και το ψηφιακό πεδίο γενικότερα, αποτελούν την ενσάρκωση νεοφιλελεύθερων αιτημάτων για τη διεύρυνση και τη διαθρωτική αλλαγή των τομέων επικοινωνίας, των ΜΜΕ, της τηλεπικοινωνίας και της πληροφορικής παγκοσμίως, και δυστυχώς όχι μόνο. Ό,τι είναι ψηφιακό, πολιτικά έχει ήδη ενδυθεί τη δύναμη των πολλαπλών επιταχύνσεων του κεφαλαίου. Και, δυστυχώς, με αυτήν την όχι και τόσο καινούργια αμφίεση, μέσω κυρίως της κάθε είδους πλατφόρμας, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει καθημερινά να σαρώσει τη μια γωνία της κοινωνίας μετά την άλλη, παίζοντας τις χορδές των επιταχύνσεων στη σφαίρα των Μέσων και των κοινωνικών Μέσων δικτύωσης. Με άλλα λόγια, η διείσδυση των λογικών του στη σφαίρα της επικοινωνίας είναι κομβική. Συμβολίζει την όρεξη να διεισδύσει σε περιοχές που επιστημολογικά δεν θεωρούνται ελέγξιμές, δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με ένα ορθολογικό υποκείμενο, πόσο μάλλον συλλογική ορθολογικότητα. Ενδεικτικό είναι ότι εκτός νεοφιλελεύθερης λογικής οι ανθρωπιστικές επιστήμες ούτε καν να κατηγοριοποιήσουν αυτές τις περιοχές δεν έχουν προσπαθήσει, πόσο μάλλον να δώσουν μια κατηγορία μέσα από την οποία μπορούμε όλοι να αναφερθούμε σ’ αυτές. Και τούτο το άρθρο πάσχει από κάτι τέτοιο. Ο μόνος όρος που μπορώ να σκεφτώ για να σας πω τι θέλει να σαρώσει ο νεοφιλελευθερισμός είναι ή κοινωνία ή η ζωή η ίδια. Και αυτό με τους όρους που ο ίδιος χρησιμοποιεί για να ισοπεδώσει κατηγορίες: διαδικασία, δεδομένα, χρήστης. Είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της εν λόγω λεηλασίας είναι πράγματι εξαιρετικά δύσκολο να αποφύγεις τον εργαλειακό τεχνοκρατισμό, σύμφωνα με τον οποίο αν δεν χρησιμοποιεί κάποιος αυτούς τους ιδιαίτερα ρηχούς και θετικιστικούς όρους δεν μπορεί καν να μιλήσει για το ψηφιακό.

Η στροφή προς την εξάπλωση χρηματοοικονομικών επιταχύνσεων στη σφαίρα της επικοινωνίας και το νεοφιλελεύθερο αίτημα για την απορρύθμιση της βιομηχανίας των ΜΜΕ, του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και της εργασίας, έχει γενέτειρα τις ΗΠΑ και τη δεύτερη διακυβέρνηση Κλίντον. Ο νεοφιλελευθερισμός επιχείρησε να σαρώσει και την Ε.Ε. στο τέλος της δεκαετίας του '90 με τη γιγαντιαία αναδιάρθρωση των Διευθύνσεων της Ε.Ε. και το αίτημα για “κοινή ψηφιακή αγορά”. (όχι ότι τα έχει καταφέρει τελείως – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν γίνεται να εξαντληθεί στο πλαίσιο του παρόντος). Κάπου στα μέσα του ’90, ο νεοφιλελευθερισμός, με σαφή δικομματική βούληση, εδραιώθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με δούρειο ίππο το ψηφιακό και συγκεκριμένα την εισαγωγή του ηλεκτρονικού εμπορίου. Από τις πολιτικές κορόνες των ομιλιών του Γκορ περί απελευθέρωσης από τις μάστιγές των μονοπωλίων και τις διθυραμβικές καμπάνιες των εταιρειών τής dot.com οικονομίας μέχρι τη φετιχοποίηση του πλαστικού χρήματος, η εισαγωγή τού ηλεκτρονικού εμπορίου στην επικοινωνία και ο νόμος απορρύθμισης των τηλεπικοινωνιών το 1996 έχουν στιγματίσει για πάντα το πεδίο. Αλλά όχι μόνο το πεδίο της επικοινωνίας. Επί της ουσίας, γκρέμισαν τους θεσμικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και, σε επίπεδο κατηγοριών και ορολογίας, επιστημολογικούς τοίχους ανάμεσα στα φυσικά αγαθά και τις υπηρεσίες, από τη μια, και την επικοινωνία. (καθώς και την έρευνα επ’ αυτών), από την άλλη.

Πριν είκοσι χρόνια, οι εν λόγω τοίχοι άρχισαν σιγά σιγά να γκρεμίζονται, με λαχτάρα, με τη χαρά τού καινοφανούς – τη χαρά για την ανατολή της εποχής της ψηφιακότητας. Το πεδίο που έχει προκύψει χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση και εμμονή με την αυτορρύθμιση. Αφορά στην παγκοσμιοποίηση των ρυθμιστικών πολιτικών, τη σύγκλιση των Μέσων, τον μειωμένο ρόλο του κράτους και την κατάργηση εντέλει της εργασίας και των σχέσεων παραγωγής όπως τις ξέραμε. Η ψηφιακή πολιτική είναι συνώνυμη της νεοφιλελεύθερης, με κύριο σκοπό την απορρύθμιση βιομηχανιών, τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας και τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσα από το λεγόμενο “disruption”. Από το airbnb μέχρι τους εργαζόμενους στην ΕΡΤ, το αίτημα είναι ίδιο: καταργήστε δομές, σπάστε την κοινωνική συνοχή στο όνομα της ελευθερίας, καταργήστε παλιές μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός διεισδύει σε δίκτυα, στη διανομή, τα κάνει δικά του, καταργώντας τις παλιές σχέσεις παραγωγής. Τα επαγγελματικά δίκτυα, από σωματεία μέχρι άμορφα δίκτυα εργαζομένων γυναικών, είναι από τις βασικές δομές που ενδιαφέρεται να αντικαταστήσει με “ανοιχτά” δίκτυα. Έχει σταματήσει προ πολλού να ενδιαφέρεται μόνο γι’ αυτό που διακινείται στα δίκτυα ή για την υπεραξία της συγκεκριμένης εργασίας. Ενδιαφέρεται να αδράξει την υπεραξία της ίδια της δομής, της ίδιας της αγοράς ως διανομής, της ίδιας της συλλογικότητας ως υπεραξίας. Άρα δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει π.χ. τους οδηγούς στο uber, ενδιαφέρεται να έχει δική του την ιδέα του δικτύου μετακίνησης. Με άλλα λόγια, η μετάβαση από το αναλογικό στο ψηφιακό συνιστά τη μετάβαση από τη συλλογική ιδιοκτησία οτιδήποτε κοινού από την κοινωνία στην ιδιοκτησία οτιδήποτε κοινού από μονοπωλιακές εταιρείες. Η ψηφιοποίηση υπό τον νεοφιλελευθερισμό σημαίνει διείσδυση της ανταλλακτικής αξίας σε πρακτικές που καμία σχέση με αυτήν δεν είχαν μέχρι τώρα. Στόχος είναι η δημιουργία γιγαντιαίων αγορών με ενιαία υποδομή την ψηφιακή τεχνολογία.

Το γκρέμισμα των τοίχων για να φτιαχτούν αυτές οι αγορές, αφορά την ανάδυση μιας καινούργιας βιομηχανίας που, δανειζόμενη “επιστημονικότητα” από θετικιστικά πεδία όπως η στατιστική αλλά και η ψυχολογία καταναλωτή ή ο συμπεριφορισμός, επιδιώκει να αναδομήσει τα πάντα με γνώμονα το κέρδος. Κάνει εμπορικό οτιδήποτε σχετίζεται με μια καινοφανή προνομιακή κατηγορία, τα γνωστά σε όλους μας “ντάτα”. Ο όρος, δεδομένου ακριβώς ότι είναι κενός νοήματος από μόνος του, είναι εξαιρετικό φετίχ, πάνω του ισοπεδώνονται εκατοντάδες άλλες κατηγορίες, κυριολεκτικά. Σε τι αναφέρεται άραγε; Σε πράξεις; Σε συμπεριφορά; Σε συνομιλία, σε ταινία, σε γνώμη, σε στίχο, σε πατέντα; Χωρίς αυτόν τον όρο (γιατί επιμένω ότι δεν είναι κατηγορία) δεν θα είχε επιτευχθεί η βιομηχανοποίηση της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Χωρίς αυτόν δεν θα είχε επιτευχθεί η κατάρρευση του διαφημιστικού μοντέλου, άρα και η ριζική αναδόμηση της χρηματοδότησης των Μέσων, και η αντικατάστασή του με τη αγορά δεδομένων.

Η νεοσύστατη βιομηχανία δεδομένων έχει, δομικά, κι αυτή σχέση με το ηλεκτρονικό εμπόριο καθώς και το αίτημα για απορρύθμιση και άλλων επιμέρους αγορών. Χωρίς ηλεκτρονικό εμπόριο δεν υπάρχουν δεδομένα χρηστών, χωρίς δεδομένα χρηστών δεν θα υπήρχε δυνατότητα για την κατάργηση της διατίμησης όπως την ξέραμε και την αναδιάρθρωση της χρηματοδότησης για τα ΜΜΕ, χωρίς δεδομένα δεν υπάρχει ηλεκτρονικό εμπόριο. Ένας φαύλος κύκλος στον οποίο μια βιομηχανία, αυτή της διαφήμισης σαρώθηκε για να αναδυθεί μία άλλη, η οποία μπορούσε να αδράξει πιο εύκολα κέρδος και έχει μεγαλύτερες δυνατότητες αυτοματοποίησης. Οι επιστήμονες δεδομένων, οι οποίοι και παρουσιάζονται σαν να έχουν περίπου την ίδια οντολογία με τους αλγόριθμους, είναι κλειδί για το πώς η βιομηχανία δεδομένων πουλάει την ίδια της την εμπορική δραστηριότητα. Σκεφτείτε πως σήμερα η επικοινωνιακή πολιτική έχει κυριολεκτικά αντικατασταθεί από αλγόριθμους διανομής. Οι αλγόριθμοι διανομής και εκμετάλλευσης της συλλογικής υπεραξίας λειτουργούν σε υπερεθνικό επίπεδο και μάλιστα ζητάνε και από τα κράτη διαφημιστική δαπάνη διάχυσης των λειτουργιών τους.

Τα εργαλεία μέσα από τα οποία έπεσαν οι τοίχοι αυτού που ο νεοφιλελευθερισμός ονομάζει «αναλογικό» είναι συνεπώς ποικίλα, με επίκεντρο την κατάργηση της ίδιας της ιδέας ότι η φύση τού τι ρυθμίζουμε δεν παίζει ρόλο. Παγιωμένη δηλαδή είναι πια η αντίληψη ότι η φύση των αγαθών είναι αυτή η οποία ορίζει τα πράγματα. Έχουμε προ πολλού απομακρυνθεί από την ιδέα ότι π.χ. ένα τραγούδι, μια μπανάνα και μια πατέντα φαρμάκων είναι διαφορετικά «πράγματα». Αντιθέτως, μέσα από το συνεχές αίτημα για «απλοποίηση», κατηγορίες που παλιότερα όριζαν το πώς σκεφτόμαστε πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στην κοινωνία, την οικονομία κ.λπ. απλώς καταργήθηκαν.

Η ανταλλακτική αξία ήρθε να χτυπήσει τα θεμέλια των εν λόγω τοίχων και μέσα από τη σταδιακή και μεθοδική κατάργηση όρων και κατηγοριών με τα οποία προσεγγίζουμε την πολιτική – και την πολιτική των Μέσων. Όροι όπως «το κοινό», «το δημόσιο καλό», «το δημόσιο», «το ακροατήριο» βγήκαν περίτεχνα από την ατζέντα. Αντίστοιχα, όροι σημαντικοί για τις διαφοροποιήσεις μεταξύ υπηρεσιών, άρα και για την εργασία καθ’ εαυτήν, άρχισαν σταδιακά να θεωρούνται περιττοί. Δηλαδή το ζήτημα πια δεν είναι εάν είσαι γιατρός, μουσικός ή νοικοκυρά, το ζήτημα είναι καταρχάς πώς η δραστηριότητα σου μπορεί να εννοιολογηθεί ως ορθολογική (εργαλειακά), για να τυποποιηθεί και να αυτοματοποιηθεί. Έτσι, ό,τι κοστίζει στη διαδικασία μπορεί να πεταχτεί εκτός υπηρεσίας. Το ζήτημα επίσης είναι, φυσικά, τι είδους στοιχεία μπορούν να τυποποιηθούν γύρω από αυτήν, τι δεδομένα μπορεί να παράγει η δραστηριότητα, ώστε και αυτά να έρθουν να την κάνουν να φαίνεται σαν τις άλλες.

 

Ποια ρύθμιση, ποιος αλγόριθμος;

Στη ρύθμιση παγκοσμίως, οι εν λόγω τοίχοι του αναλογικού έπεσαν μέσα από τον «τεχνητό», στρεβλό διαχωρισμό υποδομής και περιεχομένου. Προτάσσεται πάντα ότι ο μεταφορέας μπορεί και πρέπει να ρυθμίζεται διαφορετικά από αυτό που μεταφέρει, το «περιεχόμενο» δηλαδή. Προωθείται το ότι η σωστή ρύθμιση της υποδομής είναι το μόνο που χρειάζεται και θα φέρει απαραίτητα και την αυτορρύθμιση του περιεχομένου.

Η θέση περί άρσης της διαφοροποίησης υποδομής και περιεχομένου υποστηρίζεται για καθαρά οικονομικούς λόγους σε επίπεδο ανταγωνισμού, λόγους οι οποίοι και δεν συζητιούνται φυσικά ποτέ, λες και ο λόγος που το ΦΒ δεν μπορεί να επαληθεύσει τις ειδήσεις στο δίκτυό του δεν είναι ότι δεν θέλει να αναθέσει ως εργοδότης σε χιλιάδες δημοσιογράφους να κάνουν κάτι τέτοιο. Πρόκειται δηλαδή για κίνητρα, παρ’ όλο που ποτέ δεν συζητιούνται ως τέτοια. Πέρα από τη γενική λογική συσσώρευσης κεφαλαίου, αναδόμησης και μονοπώλησης της αγοράς, υπάρχουν και τρία επιμέρους ζητήματα:

Πρώτον, το κόστος παραγωγής, ρύθμισης, τυποποίησης και συντήρησης υπηρεσιών και περιεχομένου είναι εξαιρετικά υψηλό, γι’αυτό και δεν γίνεται να συσσωρευθεί εύκολα κέρδος, ειδικά σε χώρες της Ε.Ε. στις οπoίες η φυσική γλώσσα δεν έχει επιτρέψει τη μονοπωλιακή βιομηχανοποίηση. Συγχρόνως, οι βιομηχανίες γύρω από το ψηφιακό είναι βιομηχανίες γνώσης και πολιτισμού, βιομηχανίες οι οποίες παράγουν γενικά τα λεγόμενα merit goods, αγαθά δηλαδή τα οποία θεωρείται ότι ο πολίτης θα καταναλώσει λιγότερο απ' όσο χρειάζεται αν αφεθεί στην κρίση του. Οι αγορές αυτές σε γενικές γραμμές χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερες και περίπλοκες ρυθμίσεις, επειδή έχουν προνομιακή θέση στη σφαίρα της πολιτικής και της ηθικής. Στόχος είναι το υψηλό κόστος που απορρέει δυνητικά από τις ρυθμίσεις αλλά και από τη διττή φύση των αγαθών αυτών (κοινωνική, οικονομική) να θεωρηθεί εξωτερικό κόστος, να βλέπουν δηλαδή το περιεχόμενο ως “externality”, άρα να βαραίνει το κράτος ή τον πολίτη. Ενδεικτικό παράδειγμα επιτυχίας αυτής της λογικής είναι τα ίδια τα “post-truth politics”, όπου η εγκυρότητα και η αλήθεια των ρεπορτάζ που δομούνται από αλγόριθμους και όχι από εκδότες θεωρούνται externalities, δεν παράγονται δηλαδή κατά την κατανάλωση του άρθρου. Οι αλγόριθμοι προτιμήθηκαν από το Facebook, γιατί το να πληρώνεις εκδότες και δημοσιογράφους που θα σάρωναν και θα δομούσαν το περιεχόμενο ήταν τόσο κοστοβόρο, που η μονοπώληση του τομέα των ΜΜΕ θα είχε καταστεί αδύνατη. Ένα πιο απλό παράδειγμα είναι το περίφημο “right to be forgotten” της Google, στο οποίο πέτυχε να πληρώνει ο πολίτης και όχι η ίδια η εταιρεία την ανικανότητα του αλγορίθμου PageRank να διανέμει ορθή και σχετική με τη σάρωση που επιθυμεί ο χρήστης πληροφορία.

Το δεύτερο κίνητρο απάλειψης του διαχωρισμού περιεχoμένου και υποδομής είναι η άρση των οικονομικών εμποδίων εισόδου σε αγορές και η υπονόμευση του δημόσιου πλούτου σε αυτές. Είναι απλό: όπου η κοινωνία έχει δημιουργήσει υπεραξίες, οι εταιρείες μπορούν να διεισδύσουν, αρνούμενες ότι η είσοδος χρειάζεται μια μεγάλη αρχική επένδυση, συμβολική, ιστορική, οικονομική. Στην Ευρώπη, σίγουρα αυτή η επένδυση έγινε με δημόσιους πόρους, από κράτη που ήταν φύλακες-άγγελοι του περιεχομένου, είτε πρόκειται για μνημεία είτε για τη φυσική γλώσσα ή ό,τι άλλο. Έτσι π.χ., ο ΟΤΕ θα μπει στον χώρο του θεάματος χωρίς να πρέπει να έχει πληρώσει το αρχείο της ΕΡΤ, θα διανέμει περιεχόμενο χωρίς να έχει παράδοση στη βιομηχανία του θεάματος. Αντίστοιχα, τα αρχεία που θα διανέμει δεν θα «φέρουν» την ιστορία τους, αφού θα έχουν γίνει όλα ιδιωτικά, μέσα από λογισμικά και κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που κρατούν αιχμάλωτη τη συλλογική τους αξία, έχοντάς την μετατρέψει σε αποκλειστικά οικονομική.

Το τρίτο ζήτημα, που αποτελεί ειδική περίπτωση του δεύτερου, είναι η φυσικοποίηση της συμβίωσης του ηλεκτρονικού εμπορίου με την επικοινωνία και η μονοπώληση της αγοράς από κολοσσούς του εμπορίου. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη μας διαφορά ως Αριστεράς. Όχι επειδή αρνούμαστε το ηλεκτρονικό εμπόριο αλλά επειδή κατανοούμε το ψηφιακό ως δούρειο ίππο για την απορρύθμιση και άλλων επιμέρους αγορών – και φυσικά την εμπορευματοποίηση των δεδομένων.

Με τα παραπάνω επιχειρήματα, καθώς και το άλλοθι περί παγκοσμιοποίησης της επικοινωνίας, εδώ και 20 χρόνια το «ψηφιακό» και οι πολιτικές του από χώρα σε χώρα αίρουν μια ιδιαίτερα κεντρική και κοινή στη ρύθμιση πολλών βιομηχανιών βάση, με απώτερο στόχο την κατάργηση της έννοιας του περιεχομένου ως σημαντική για την πολιτική. Η υποδομή και το περιεχόμενο ήταν αυτονόητα ένα, φτιάχνοντας πολλές διαφορετικές αγορές και παράγοντας διαφορετικά αγαθά. Με τη διαφοροποίηση γίνεται πολύ πιο δύσκολο να ρυθμίσει κανείς τα επιμέρους αγαθά, ακριβώς γιατί η υποδομή, ψηφιακή πια, παρουσιάζεται ως αυτονόητα «απελευθερωμένη». Το αίτημα για κατάργηση της διαφοροποίησης περιεχομένου και υποδομής στα ρυθμιστικά έγγραφα αλλά και στις χρηματοδοτήσεις παρουσιάζεται πάντα ως φυσικός μονόδρομος που επιβάλλεται από την τεχνολογία.

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο, οποιαδήποτε ρύθμιση προβάλλεται ως αυταρχική. Αυτή είναι και η βασική πολιτική τακτική άλλωστε. Είτε πρόκειται για το uber και το airbnb είτε για την ψηφιακή τηλεόραση, αυτό που προωθείται είναι η άρνηση οποιασδήποτε ιδέας ότι το ψηφιακό «διαμεσολαβεί», έχει «σάρκα», έχει «πολιτική». Τα πάντα παρουσιάζονται ως τεχνοκρατικά και η απορρύθμιση ως η φυσική εξέλιξη της ίδιας της ψηφιακής τεχνολογίας. Ποικιλόμορφες, πολύπλοκες ρυθμίσεις με ιστορικά ηθικό βάρος σιγά-σιγά σβήνονται από την πολιτική μνήμη. Αποκορύφωση αυτού είναι η ίδια η φυσική γλώσσα και το αίτημα τυποποίησής της, ώστε αλγοριθμικά να μπορούν να εξισωθούν δεδομένα πολιτών που έχουν ζήσει σε τελείως διαφορετικά έθνη-κράτη.

 

Δείτε όλα τα σχόλια