Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τεχνοκαπιταλισμός και Κοινωνικά Μέσα

Το πρόβλημα με τα κοινωνικά Μέσα, κατά τα λεγόμενα της Τζόντι Ντιν (Dean, 2013), δεν είναι ότι συγκεντρώνουν εκατομμύρια χρήστες (1.86 δις. το 2016, για να είμαστε ακριβείς), “είναι ότι δεν μας ανήκουν”. Ξεκινώντας από αυτή την παρατήρηση στο παρόν, συζητώ την πολιτική οικονομία των κοινωνικών Μέσων και τις πολιτικο-κοινωνικές της επιπτώσεις. Θεωρώ, πρώτον, παρ’ όλη τη δημοσιότητα των κοινωνικών Μέσων, ότι τα εισοδήματά τους δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες. Αυτό όμως δεν τα εμποδίζει να απολαμβάνουν ένα είδος δυσανάλογης εξουσίας. Δεύτερον, ότι τα κοινωνικά Μέσα ή, για να είμαι ακριβής, οι εταιρείες κοινωνικών Μέσων ουσιαστικά έχουν μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο είδος κράτους, συμμετέχοντας για παράδειγμα ως συνέταιροι σε διαπραγματεύσεις με άλλα κράτη και διεθνείς φορείς, κάτι που είναι ταυτόχρονα και παράδοξο και συνεπές με την ιδεολογία τού νεοφιλελευθερισμού (Crouch, 2011). Τρίτον, ότι η συμμετοχή τους σε διαδικασίες διακυβέρνησης γίνεται ακόμη πιο προβληματική αν δούμε τις εντελώς αδιαφανείς και πλήρως ελεγχόμενες εσωτερικές διαδικασίες τους και σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο. Είναι φανερό ότι δεν είναι υπόλογοι σε κανέναν, εκτός ενδεχομένως από τους μετόχους τους. Τέταρτον, και ως συνέχεια της έλλειψης διαφάνειας, οι περισσότερες εταιρείες –ή τουλάχιστον οι μεγαλύτερες, Facebook και Google– λειτουργούν και ταξινομούν το περιβάλλον τους στη βάση αλγορίθμων οι οποίοι προστατεύονται με πατέντες ως επιχειρηματικά μυστικά και μεταβάλλονται συστηματικά με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας. Τέλος, όπως έχουν αναδείξει πολλοί συνάδελφοι από την Αριστερά, το βασικό επιχειρηματικό μοντέλο των εταιρειών αυτών βασίζεται στην εκμετάλλευση των χρηστών, οι οποίοι παρέχουν τη δωρεάν εργασία τους.

Όλα αυτά θέτουν τις παραμέτρους λειτουργίας των κοινωνικών Μέσων και δημιουργούν ένα περιβάλλον προβληματικό τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά: αν ξεκινήσουμε με τη μεταφορά των κοινωνικών Μέσων ως κρατών, αντιλαμβανόμαστε ότι εμείς οι χρήστες είμαστε όχι τόσο πολίτες ενός δημοκρατικού κράτους όσο υπήκοοι μιας πεφωτισμένης δικτατορίας. Οι δομές και η οργάνωση μέσω αλγορίθμων στα κοινωνικά Μέσα συντελούν στη διαμόρφωση νέων μορφών κοινωνικότητας όπως ο δικτυωμένος ατομικισμός (Castells, 2007), ο οποίος στην ουσία βασίζεται στην άρθρωση του ατομικισμού με τις τεχνολογικές δυνατότητες των κοινωνικών Μέσων. Ταυτόχρονα, καθώς οι εταιρείες αυτές λειτουργούν για το κέρδος, η μόνη ιδιότητα που έχουμε απέναντί τους είναι η ιδιότητα του πελάτη.

Αυτή η κριτική είναι απαραίτητη όχι για να απορρίψουμε τα κοινωνικά Μέσα και να νοσταλγήσουμε μια περίοδο “φυσικής” και αδιαμεσολάβητης ύπαρξης –που ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε– αλλά για να τονίσουμε ότι τα αρνητικά και προβληματικά στοιχεία στα κοινωνικά Μέσα είναι κοινά με άλλα προβληματικά στοιχεία στις σημερινές κοινωνίες που βασίζονται στην εκμετάλλευση και στην εξόρυξη κέρδους χωρίς όρια από την ανθρώπινη εργασία και από την ίδια τη φύση. Με την ίδια λογική, η ύπαρξη και λειτουργία κοινωνικών Μέσων που ανήκουν στους χρήστες και που λειτουργούν για κοινωνικό όφελος και όχι για κέρδος μπορεί να συνδεθεί με τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και ουσιαστικής κοινότητας.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Ποια είναι ακριβώς η εξουσία και δύναμη που έχουν οι εταιρείες κοινωνικών Μέσων; Πού οφείλεται;

Κάθε χρόνο, το περιοδικό Fortune εκδίδει τη λίστα με τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες με βάση το εισόδημα. Από όλες τις εταιρείες κοινωνικών Μέσων, μόνο η Google, που εμπορεύεται ως Alphabet, εμφανίζεται στο νούμερο 94 με εισοδήματα $74,989 εκατ. και κέρδος $16,348 εκατ. Όσο εντυπωσιακοί κι αν είναι αυτοί οι αριθμοί, δεν συγκρίνονται με τα εισοδήματα εταιρειών όπως για παράδειγμα η Apple, που είναι στο νούμερο 9 με εισοδήματα $233,715 εκατ και κέρδη $53,394 εκατ. Σημειωτέον ότι η Google έχει δύο πλατφόρμες κοινωνικών Μέσων, το YouTube και το Google+, αλλά δεν δημοσιεύει επιμέρους στοιχεία γι’ αυτά. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση, τα εισοδήματα του YouTube υπολογίζονται γύρω στα $9 δις., από τα οποία το κέρδος είναι γύρω στα $4 δισ. (Ingham, 2016). Το Facebook υπάρχει στη λίστα με τις 500 κορυφαίες εταιρείες της Αμερικής, αλλά όχι στην παγκόσμια, στο νούμερο 157, με εισοδήματα $17,928 εκατ. και κέρδη $3,688 εκατ.. To Twitter εμφανίζεται στο νούμερο 914 στη λίστα των Αμερικανικών εταιρειών, με εισοδήματα $2,218 εκατ. και αντί για κέρδος εμφανίζει ζημίες $521 εκατ. To Snapchat, που πρόσφατα ανακοίνωσε τα σχέδιά του για flotation στο χρηματιστήριο, αποκάλυψε ζημίες $515 εκατ. και δήλωσε ότι ίσως να μην καταφέρει ποτέ να βγάλει κέρδος (Snapchat, 2017).

Είναι προφανές λοιπόν ότι τα κέρδη των εταιρειών αυτών είναι απογοητευτικά και μη-συγκρίσιμα με άλλες εταιρείες τεχνολογίας, όπως π.χ. Apple και Samsung. Η άνοδος και η επιρροή τους φαίνεται να βασίζεται ουσιαστικά σε έναν κυρίως παράγοντα: τον τεράστιο αριθμό χρηστών. Πράγματι, η πτώση του Twitter ξεκίνησε όταν άρχισε να επιβραδύνεται η αύξηση των χρηστών του, στις αρχές του 2016 (Hern, 2016), και αντίστοιχα η άνοδος του Snapchat οφείλεται στο εντυπωσιακό ποσοστό αύξησης των χρηστών – 27,2% το 2016. Το ότι περίπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της Γης χρησιμοποιούν το Facebook δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακόμη και αν τα κέρδη δεν εντυπωσιάζουν ακόμη. Αλλά οι εταιρείες αυτές έχουν και ένα ακόμη κοινό στοιχείο: την ενσωμάτωση του λογισμικού με τo hardware και τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου περιβάλλοντος για τον χρήστη, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το συγκεκριμένο brand – από αυτή την πλευρά δεν μιλάμε πλέον για το Ίντερνετ αλλά για οντότητες στις οποίες ο Bruce Sterling αναφέρεται ως stacks (στοίβες), εννοώντας την κάθετη οργάνωσή τους και την άθροιση ή επέκταση των δυνατοτήτων τους (Sterling, 2013).

Αν δεχτούμε ότι τα καθοριστικά χαρακτηριστικά των κρατών είναι πως έχουν πληθυσμό, κατέχουν συγκεκριμένη επικράτεια, έχουν εσωτερική οργάνωση, μορφές διακυβέρνησης και την ικανότητα να δημιουργήσουν σχέσεις με άλλα κράτη (Shaw, 2003), βλέπουμε ότι οι εταιρείες αυτές λειτουργούν ως κράτη. Όπως είδαμε, έχουν τον δικό τους πληθυσμό και η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου περιβάλλοντος, το οποίο δεν χρειάζεται να αφήσει ο χρήστης καθώς πλέον οι σύνδεσμοι ανοίγουν εσωτερικά, μπορεί να θεωρηθεί ως επικράτεια. Ταυτόχρονα, οι εταιρείες αυτές έχουν τους δικούς τους servers, που λειτουργούν ως cloud, το οποίο ελέγχουν και ρυθμίζουν αποκλειστικά. Η εσωτερική οργάνωσή τους ακολουθεί τα πρότυπα των πολυεθνικών εταιρειών, με έναν chief executive officer, chief operating officer, and chief financial officer, διοικητικό συμβούλιο κ.λπ. Η δομή τού Facebook είναι δημοσιευμένη στο https://investor.fb.com/corporate-governance/ και μεταξύ των άλλων μαθαίνουμε ότι ο Marc Andreesen της Netscape και ο Peter Thiel του Paypal είναι μέλη του ΔΣ, ο Mark Zuckerberg είναι CEO, η Sheryl Sandberg COO και ο Dave Wehner CFO. Αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι οι μεγάλες αυτές εταιρείες κοινωνικών μέσων έχουν σχέσεις με κράτη αλλά και με διεθνείς οργανισμούς. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τον Μάιο του 2016 μια κοινή πολιτική μεταξύ της Ε.Ε. και τεσσάρων εταιρειών (Facebook, Twitter, YouTube, Microsoft) για την αντιμετώπιση της ρητορικής τού μίσους (ΕC, 2016). Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει συχνές διαβουλεύσεις με το Facebook για τη ρητορική τού μίσους και για την ελεύθερη διάχυση πληροφοριών σε χώρες που το Συμβούλιο θεωρεί μη-δημοκρατικές. Αντίστοιχα, το Twitter αλλά και το Facebook έχουν βρεθεί στο στόχαστρο χωρών όπως η Τουρκία, που καλούν τους εκπροσώπους των εταιρειών αυτών να απαντήσουν σε κατηγορίες όπως π.χ. υπόθαλψη τρομοκρατίας. Ταυτόχρονα, οι μεγάλες αυτές εταιρείες κατορθώνουν να πετύχουν καθεστώς μίνιμουμ απόδοσης φόρων, μεταφέροντας τα κέρδη τους όπου μπορούν να φορολογηθούν λιγότερο μέσω σχημάτων όπως το λεγόμενο Double Irish.

Η λειτουργία των εταιρειών αυτών ως “κρατών” είναι κάτι παράδοξο αν λάβει κανείς υπόψη τα σχετικά μικρά εισοδήματά τους –σε σχέση πάντα με κολοσσούς όπως πετρελαϊκές, φαρμακευτικές και άλλες τεχνολογικές εταιρείες–, συνεπές όμως προς τον ρόλο που παίζουν οι πολυεθνικές εταιρείες στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού. Όπως εξηγεί ο Crouch (2011), οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν αναλάβει τον ρόλο που είχε παλιότερα το κράτος σε σχέση με την παροχή ποικίλων υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, τακτικές όπως το corporate social responsibility έχουν δημιουργηθεί για να υπάρξει κάποιο είδος αποζημίωσης για τα διάφορα εξωτερικά κόστη (externalities, δηλαδή τις συνέπειες της λειτουργίας που δεν έχουν άμεσο οικονομικό κόστος). Το ζήτημα με τις εταιρείες κοινωνικών Μέσων είναι ότι τα δικά τους “εξωτερικά κόστη” είναι πολιτικά και κοινωνικά: για παράδειγμα, οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, οι λεγόμενοι πολιτισμικοί πόλεμοι με φαινόμενα όπως το gamergate, αλλά και η άνοδος των λεγόμενων ψευδών ειδήσεων μπορούν να θεωρηθούν ώς ένα βαθμό συνέπειες της χρήσης των κοινωνικών Μέσων. Όποιες λοιπόν πρωτοβουλίες αναλαμβάνουν οι εταιρείες αυτές σε σχέση με τέτοια εξωτερικά κόστη είναι εθελοντικές, στο πλαίσιο κάποιας μορφής εταιρικής ευθύνης, συνεπώς δεν είναι υπόλογες σε κανέναν. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιες εταιρείες δεν αισθάνονται την πίεση να κάνουν κάτι, ειδικά όταν οι συνέπειες αυτές είναι αντίθετες προς τη δηλωμένη φιλελεύθερη στάση τους. Αλλά το είδος και η μορφή τέτοιων πρωτοβουλιών επαφίεται αποκλειστικά στις εταιρείες αυτές.

Για να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα, ο Μαρκ Zuckerberg αισθάνθηκε την ανάγκη να γράψει κείμενο 6.000 λέξεων όταν το Facebook άρχισε να βάλλεται για τον ρόλο του στη διασπορά “πλαστών ειδήσεων”. Στο μανιφέστο αυτό, που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2017, ο Zuckerberg αναφέρεται στο όραμα του Facebook να δημιουργήσει μια ενωμένη παγκόσμια κοινότητα χρηστών, αποφεύγοντας την πόλωση και την άνοδο των λεγόμενων filter bubbles (Zuckerberg, 2017). Το πώς συγκεκριμένα θα το καταφέρει αυτό δεν αναφέρεται πουθενά. Ωστόσο, δύο πράγματα προκύπτουν: ότι oποιαδήποτε λύση υπάρξει θα είναι τεχνολογική και ότι θα έχει τη μορφή κάποιου προϊόντος ή υπηρεσίας1. Οι αλγοριθμικές λύσεις είναι χαρακτηριστικές της λογικής των κοινωνικών Μέσων, που διέπεται από την πίστη στην τεχνολογική πρόοδο2. Αλλά η αλγοριθμική οργάνωση του περιβάλλοντος που προσφέρουν οι εταιρείες αυτές είναι αδιαφανής, καθώς κανείς ουσιαστικά δεν γνωρίζει πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι. Σε γενικές γραμμές, οι αλγόριθμοι περιχαρακώνουν το περιβάλλον των χρηστών, προβλέπουν (αλλά ουσιαστικά ελέγχουν) τις επόμενες κινήσεις των χρηστών, το τι θεωρούν οι χρήστες σημαντικό ή ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα αποκλείουν κάποιες πληροφορίες ή άτομα ή ομάδες ατόμων (Gillespie, 2013). Ο στόχος τής αλγοριθμικής οργάνωσης είναι η αποδοτική εξυπηρέτηση των πελατών-χρηστών των κοινωνικών Μέσων. Με άλλα λόγια, αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο τους κρατούν μέσα στο περιβάλλον τους. Οι αλγόριθμοι είναι δηλαδή στο κέντρο των κοινωνικών Μέσων όπως λειτουργούν τώρα και, σύμφωνα με τον Zuckerberg, θα παραμείνουν ή και θα γενικευθούν. Η φιλοδοξία τού Zuckerberg για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας παραπέμπει ακριβώς στην πρόθεση να κρατήσουν αλλά και να αυξήσουν τους χρήστες τους.

Όπως είδαμε, ο αριθμός των χρηστών ή του πληθυσμού των κοινωνικών Μέσων είναι η πηγή της δυσανάλογης εξουσίας τους. Αλλά οι χρήστες-πελάτες είναι, την ίδια στιγμή, και οι εργάτες των κοινωνικών Μέσων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν (Fuchs, 2013). Το βασικό επιχειρηματικό μοντέλο των εταιρειών αυτών είναι η συλλογή και η πώληση δεδομένων των χρηστών. Επειδή ακριβώς γνωρίζουν πάρα πολλά για τους χρήστες –πληροφορίες τις οποίες παρέχουν στη διάρκεια της παρουσίας τους στα κοινωνικά Μέσα, μέσω των θεμάτων που ανεβάζουν, των φωτογραφιών και βίντεο που μοιράζονται, και μέσω των αντιδράσεων, των likes/favourites/shares/comments–, μπορούν να πουλήσουν στους διαφημιστές αλλά και στους διάφορους επιχειρηματίες απευθείας συγκεκριμένες ομάδες πιθανών πελατών. Αυτό το microtargetting, που είναι εξαιρετικά πιο ακριβές από οποιαδήποτε άλλη τεχνική μάρκετινγκ, βρίσκεται στη βάση της επιτυχίας των κοινωνικών Μέσων και ειδικά του Facebook. Οι ίδιοι οι χρήστες βέβαια δεν κερδίζουν κάτι από την όλη διαδικασία, ενώ έχουν και πολύ μικρό έλεγχο και δυνατότητα να παρέμβουν στο τι συμβαίνει στις πληροφορίες που οι ίδιοι παράγουν. To πρόσφατο παράδειγμα του Cambridge Analytica και του (υποτιθέμενου) ρόλου που έπαιξε στις αμερικανικές εκλογές είναι χαρακτηριστικό: κανείς από τους πολίτες των οποίων τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν δεν είχε κάποια επιλογή στο πού θα πουληθούν και πώς θα χρησιμοποιηθούν. Αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι οι τεχνικές τύπου Cambridge Analytica παίζουν κάποιο ρόλο.

Γυρνώντας στις σχέσεις μεταξύ των ηγετών των κοινωνικών Μέσων και των χρηστών, βλέπουμε ότι ο Zuckerberg, αλλά και οι Page-Brin του Google, o Dorsey του Twitter, o Bezos του Amazon, ακόμη και ο Jack Ma του Κινεζικού AliBaba, ο εκλιπών Steve Jobs και λοιποί CEOs και top executives των εταιρειών, παρίστανται ως μη-εκλεγμένοι, πεφωτισμένοι ηγέτες, των οποίων το παράδειγμα ενθαρρυνόμαστε όλοι να ακολουθήσουμε και των οποίες οι βιογραφίες κυκλοφορούν όπως άλλοτε οι βιογραφίες αγίων. Όταν εκλέχτηκε ο Donald Trump στις ΗΠΑ, η φιλελεύθερη αστική τάξη και τα ΜΜΕ αποτάθηκαν άμεσα στον Zuckerberg ρωτώντας τον τι θα κάνει γι’ αυτό. Τι θα έκανε η Google είναι ο τίτλος δημοφιλούς μπεστ-σέλλερ του Τζεφ Τζάρβις, Ίντερνετ γκουρού και καθηγητή δημοσιογραφίας στο CUNY. Οι χρήστες, με άλλα λόγια, περιορίζονται στην παραγωγή περιεχομένων που ταΐζουν τους αλγόριθμους αλλά δεν συμμετέχουν με καμία μορφή στη λήψη αποφάσεων για την κατεύθυνση ή τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνικών Μέσων, περιμένοντας από τους μεγαλο-επιχειρηματίες των κοινωνικών Μέσων τις λύσεις για τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Επίσης, παρ’ όλη τη ρητορική περί κοινότητας, οι χρήστες –για τις εταιρείες αυτές– υπάρχουν ουσιαστικά ως μονάδες, εξατομικευμένοι πλήρως και με κύρια ιδιότητα αυτήν του πελάτη. Ακόμη κι αν κάποιος συλλογικός φορέας δημιουργήσει μια ομάδα ή μια σελίδα, δεν μπορεί να έχει άλλη ιδιότητα εκτός από αυτήν του πελάτη-χρήστη.

Τα παραπάνω, αναμφίβολα, αφήνουν λίγα περιθώρια για αισιοδοξία. Μας να σας υπενθυμίσω ότι παρόμοια αρνητική κριτική κάναμε (και κάνουμε) και στα Μέσα μαζικής επικοινωνίας και στην κλασική φιλελεύθερη μορφή δημοσιογραφίας, η οποία τώρα προτείνεται ως διασώστης και δικλείδα ασφαλείας στα φαινόμενα τύπου πλαστών ειδήσεων. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, κάποια δυνατότητα επιστροφής στις παλιές καλές μέρες των “καλών” μέσων. Αντί για τέτοιου είδους νοσταλγία, θα πρότεινα να στραφούμε προς το μέλλον και στο πώς εμείς θα θέλαμε τα δικά μας Μέσα και γενικότερα τις νέες τεχνολογίες. Αν τα κοινωνικά Μέσα, που έχουν συγκεντρώσει τεράστιο πληθυσμό και λειτουργούν ως ιδιότυπα κράτη, ανήκαν σε εμάς τους χρήστες, πώς θα μπορούσαν να είναι; Αν λειτουργούσαν για το κοινό όφελος αντί για κέρδος, κι αν χρησιμοποιούσαμε τα δεδομένα που παράγουμε για γνώση και για έρευνα αντί για πώληση και mircotargetting; Αν συμμετείχαμε εμείς άμεσα στις αποφάσεις για την κατεύθυνση και το μέλλον των Μέσων; Αν αντί για χρήστες-πελάτες ήμασταν ιδιοκτήτες-συνεργάτες;

Tελειώνοντας, μια προσωπική ιστορία: Πριν μερικούς μήνες, στο Δουβλίνο, που ζω και εργάζομαι, συμμετείχα σε συζήτηση για το πώς θα μπορούσαμε να δρομολογήσουμε την αγορά του Twitter από τους χρήστες του. Στο κοινό που μας έκανε ερωτήσεις ήταν μια νεαρή γυναίκα που μας αντιμετώπισε με σκεπτικισμό: “Καλά, αν δεν λειτουργεί για κέρδος, τότε πώς θα μπορέσει το Twitter να ελκύσει τους καλύτερους για να εργαστούν (top talent); Θα χάσει τον δυναμισμό του” και “Ποιος θα μπορέσει να πάρει τις αποφάσεις αν είναι οργανωμένο ως συνεργατικό Μέσο;” – στη συζήτηση δε ανέφερε ότι αν το αφήσουμε στους χρήστες, θα καταστραφεί γιατί οι χρήστες απλώς δεν έχουν ιδέα και δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Στο τέλος προέκυψε ότι εργαζόταν για το Facebook. Ειλικρινά, έκανε σε όλους μας τρομερή εντύπωση η περιφρόνησή της για τον κοινό χρήστη. Τα σχόλια της λειτούργησαν ως αφορμή να σκεφτούμε ότι αν το ¼ του παγκόσμιου πληθυσμού μπορεί και συμμετέχει σε ένα Μέσο ενεργά ως χρήστης, τότε κάλλιστα μπορεί να συμμετέχει και στη λήψη αποφάσεων που το αφορούν και εντέλει μέσα στα δύο σχεδόν δισεκατομμύρια ανθρώπους κάποιοι έχουν και ιδέες και ξέρουν μια χαρά τι τους γίνεται. Απλώς πρέπει να πάρουμε τα Μέσα στα χέρια μας.

 

Βιβλιογραφία

 

Castells, Manuel. 2007. "Communication, power and counter-power in the network society." International journal of communication 1, no. 1: 29. http://ijoc.org/index.php/ijoc/article/view/46/35

Crouch, Colin. 2011, The strange non-death of neo-liberalism. Polity.

Dean, Jodi. 2013, "Society doesn't exist." First Monday 18, no. 3., http://firstmonday.org/ojs/index.php/fm/article/view/4616/3419

European Commission, 2016, European Commission and IT Companies announce Code of Conduct on illegal online hate speech, Press Release, 31 May, http://europa.eu/rapid/press-release_IP-16-1937_en.htm

Fuchs, Christian. 2013, Social media: A critical introduction. Sage.

Shaw, Malcolm. 2003, International law. Cambridge University Press.

 

 

1 “We plan to build more tools to empower community leaders to run and grow their groups the way they’d like, similar to what we’ve done with Pages [ …] Looking ahead, one of our greatest opportunities to keep people safe is building artificial intelligence to understand more quickly and accurately what is happening across our community”.

 

2 Ο Zuckerberg αναφέρει χαρακτηριστικά: “I am reminded of my favorite saying about technology: ‘We always overestimate what we can do in two years, and we underestimate what we can do in ten years’” – η φράση είναι του Bill Gates, The Road Ahead (1996).

 

Δείτε όλα τα σχόλια